ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΔΙΑΝΟΙΞΟΝ, ὁ Λίβανος, τὰς θύρας σου, καὶ καταφαγέτω πῦρ τὰς κέδρους σου·
Ανοιξε διάπλατα, συ το όρος Λιβανος, τας θύρας σου, και φωτιά ας απλωθή εις τα δάση σου, δια να καταφάγη τας κέδρους σου.
2 ὀλολυξάτω πίτυς, διότι πέπτωκε κέδρος, ὅτι μεγάλως μεγιστᾶνες ἐταλαιπώρησαν· ὀλολύξατε, δρύες τῆς Βασανίτιδος, ὅτι κατεσπάσθη ὁ δρυμὸς ὁ σύμφυτος.
Ας θρηνήσουν με ξεφωνητά ολολύγματα τα πεύκα, διότι αι κέδροι θα έχουν καταστραφή, τα πελώρια αιωνόβια δένδρα του δάσους θα έχουν καταρρεύσει. Θρηνήσατε δυνατά δρύες της χώρας Βασάν, διότι το πυκνόν δάσος συνετρίβη και κατεστράφη.
3 φωνὴ θρηνούντων ποιμένων, ὅτι τεταλαιπώρηκεν ἡ μεγαλωσύνη αὐτῶν· φωνὴ ὠρυομένων λεόντων, ὅτι τεταλαιπώρηκε τὸ φρύαγμα τοῦ Ἰορδάνου.
Μεγαλόφωνοι θρήνοι ηκούσθησαν εκ μέρους των ποιμένων, διότι κατεστράφησαν αι λαμπραί βοσκαί των. Φωναί ωρυομένων λεόντων ηκούσθησαν, διότι κατεστράφη το πυκνότατον αδιαπέραστον δάσος του Ιορδάνου, η καταφυγή των.
4 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ποιμαίνετε τὰ πρόβατα τῆς σφαγῆς,
Αυτά λέγει ο Κυριος ο παντοκράτωρ· “ποιμαίνετε τα έως τώρα προς σφαγήν οδηγούμενα πρόβατά μου,
5 ἃ οἱ κτησάμενοι κατέσφαζον καὶ οὐ μετεμέλοντο, καὶ οἱ πωλοῦντες αὐτὰ ἔλεγον· εὐλογητὸς Κύριος καὶ πεπλουτήκαμεν· καὶ οἱ ποιμένες αὐτῶν οὐκ ἔπασχον οὐδὲν ἐπ᾿ αὐτοῖς.
αυτά τα οποία οι κύριοί των έσφαζαν, χωρίς να μετανοούν, και όταν τα επωλούσαν, έλεγαν αναισχύντως· Ευλογητός ας είναι ο Θεός, επλουτήσαμεν χάρις εις αυτά. Καμμίαν συμπάθειαν, κανένα πόνον δεν ησθάνοντο δι' αυτά οι ποιμένες.
6 διὰ τοῦτο οὐ φείσομαι οὐκέτι ἐπὶ τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν, λέγει Κύριος· καὶ ἰδοὺ ἐγὼ παραδίδωμι τοὺς ἀνθρώπους, ἕκαστον εἰς χεῖρα τοῦ πλησίον αὐτοῦ καὶ εἰς χεῖρα βασιλέως αὐτοῦ, καὶ κατακόψουσι τὴν γῆν, καὶ οὐ μὴ ἐξέλωμαι ἐκ χειρὸς αὐτῶν.
Δια τούτο δεν θα λυπηθώ πλέον εγώ τους κατοίκους της χώρας αυτής, λέγει ο Κυριος. Ιδού, εγώ θα παραδώσω τους ανθρώπους, τον καθένα εις τα χέρια του πλησίον αυτού και εις τα χέρια των βασιλέων των, και εκείνοι θα κατακάψουν την γην και δεν θα τους γλυτώσω από τα χέρια των.
7 καὶ ποιμανῶ τὰ πρόβατα τῆς σφαγῆς εἰς τὴν Χαναανῖτιν· καὶ λήψομαι ἐμαυτῷ δύο ράβδους ~τὴν μὲν μίαν ἐκάλεσα Κάλλος καὶ τὴν ἑτέραν ἐκάλεσα Σχοίνισμα~ καὶ ποιμανῶ τὰ πρόβατα.
Εγώ δε θα ποιμάνω τα πρόβατά μου, αυτά που ήσαν προορισμένα δια σφαγήν εις την χώραν των Χαναναίων, την Παλαιστίνην. Θα πάρω δύο ράβδους δια το ποιμενικόν μου έργον, την μίαν ωνόμασα Καλλος και την άλλην ωνόμασα Καταμέτρησιν, και θα ποιμάνω τα πρόβατά μου.
8 καὶ ἐξαρῶ τοὺς τρεῖς ποιμένας ἐν μηνὶ ἑνί, καὶ βαρυνθήσεται ἡ ψυχή μου ἐπ᾿ αὐτούς, καὶ γὰρ αἱ ψυχαὶ αὐτῶν ἐπωρύοντο ἐπ᾿ ἐμέ.
Εις διάστημα ενός μηνός θα εκδιώξω και θα εξαφανίσω τους τρεις ποιμένας, διότι εβαρύνθη η ψυχή μου εναντίον αυτών, επειδή με όλην των την δύναμιν ωρύοντο εναντίον μου.
9 καὶ εἶπα· οὐ ποιμανῶ ὑμᾶς· τὸ ἀποθνῇσκον ἀποθνῃσκέτω, καὶ τὸ ἐκλεῖπον ἐκλιπέτω, καὶ τὰ κατάλοιπα κατεσθιέτωσαν ἕκαστος τὰς σάρκας τοῦ πλησίον αὐτοῦ.
Και είπα· Δεν θα σας ποιμάνω· το ετοιμοθάνατον ας αποθάνη, το ασθενικόν και αδύνατον ας ξεψυχήση, τα υπόλοιπα ας αλληλοφαγωθούν αναμεταξύ των.
10 καὶ λήψομαι τὴν ράβδον μου τὴ καλὴν καὶ ἀπορρίψω αὐτὴν τοῦ διασκεδάσαι τὴν διαθήκην μου, ἣν διεθέμην πρὸς πάντας τοὺς λαούς.
Θα πάρω την ποιμενικήν μου ράβδον, την οποίαν ωνόμασα Καλλος και θα την απορρίψω, δια να διαλύσω και ακυρώσω έτσι την συμφωνίαν, την οποίαν συνήψα με τους άλλους λαούς υπέρ του ισραηλιτικού λαού.
11 καὶ διασκεδασθήσεται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ, καί γνώσονται οἱ Χαναναῖοι τὰ πρόβατα τὰ φυλασσόμενα, διότι λόγος Κυρίου ἐστί.
Και θα ακυρωθή όντως κατά την ημέραν εκείνην η συμφωνία μου. Τοτε θα μάθουν οι κατοικούντες την Χαναάν, τα πρόβατα τα οποία εφυλάσσοντο δι' εμέ, ότι λόγος του Κυρίου ήτο η προφητεία εκείνη.
12 καὶ ἐρῶ πρὸς αὐτούς· εἰ καλὸν ἐνώπιον ὑμῶν ἐστι, δότε στήσαντες τὸν μισθόν μου ἢ ἀπείπασθε· καὶ ἔστησαν τὸν μισθόν μου τριάκοντα ἀργυροῦς.
Και θα είπω προς αυτούς· Εάν και σστο ευρίσκετε καλόν και δίκαιον, ορίσατε και δώσατε τον μισθόν μου, ειδ' άλλως αρνηθήτε. Ωρισαν λοιπόν και επλήρωσαν τον μισθόν μου, ένα ευτελές πόσον, τριάκοντα αργυρούς σίκλους.
13 καὶ εἶπε Κύριος πρός με· κάθες αὐτοὺς εἰς τὸ χωνευτήριον, καὶ σκέψαι εἰ δόκιμόν ἐστιν, ὃν τρόπον ἐδοκιμάσθην ὑπέρ αὐτῶν. καὶ ἔλαβον τοὺς τριάκοντα ἀργυροῦς καὶ ἐνέβαλον αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκον Κυρίου εἰς τὸ χωνευτήριον.
Είπε τότε ο Κυριος προς εμέ· “ρίξε αυτούς στο χωνευτήριον και εξέτασε να ίδης, εάν είναι γνήσιος ο άργυρος, με τον οποίον εξετιμήθην από αυτούς”. Ελαβα πράγματι τους τριάκοντα αργυρούς σίκλους, τους έρριψα στον οίκον του Κυρίου στο χωνευτήριον.
14 καὶ ἀπέρριψα τὴν ράβδον τὴν δευτέραν, τὸ Σχοίνισμα, τοῦ διασκεδάσαι τὴν κατάσχεσιν ἀνὰ μέσον Ἰούδα καὶ ἀνὰ μέσον Ἰσραήλ.
Απέρριψα την δευτέραν ποιμενικήν μου ράδδον, της οποίας το όνομα ήτο Καταμέτρησις, εις ένδειξιν ότι ακυρώνεται η υπό των Ιουδαίων και Ισραηλιτών κληρονομία της γης της Παλαιστίνης.
15 Καὶ εἶπε Κύριος πρός με· ἔτι λάβε σεαυτῷ σκεύη ποιμενικὰ ποιμένος ἀπείρου,
Είπεν ακόμη ο Κυριος προς εμέ· “πάρε πάλιν δια το έργον σου τα ποιμενικά σκεύη ενός ακαταρτίστου και ανικάνου ποιμένας,
16 διότι ἰδοὺ ἐγὼ ἐξεγείρω ποιμένα ἐπὶ τὴν γῆν· τὸ ἐκλιμπάνον οὐ μὴ ἐπισκέψηται καὶ τὸ ἐσκορπισμένον οὐ μὴ ζητήσῃ καὶ τὸ συντετριμμένον οὐ μὴ ἰάσηται καὶ τὸ ὁλόκληρον οὐ μὴ κατευθύνῃ καὶ τὰ κρέα τῶν ἐκλεκτῶν καταφάγεται καὶ τούς ἀστραγάλους αὐτῶν ἐκστρέψει.
διότι εγώ θα παραχωρήσω να κυβερνήση την χώραν άρχων ανίκανος και ακατάρτιστος. Αυτός δεν θα επισκεφθή το εγκαταλελειμμένον πρόβατον, τα διασκορπισμένα πρόβατα δεν θα αναζητήση, δια να τα εύρη. Το πληγωμένον και τσακισμένον πρόβατον δεν θα το θεραπεύση. Το υγιές δεν θα το κατευθύνη εκεί, που πρέπει. Αλλά τα κρέατα των εκλεκτών προβάτων θα κατατρώγη και θα εξαρθρώνη αυτών τους αστραγάλους”.
17 ὦ οἱ ποιμαίνοντες τὰ μάταια καὶ οἱ καταλελοιπότες τὰ πρόβατα· μάχαιρα ἐπὶ τοὺς βραχίονας αὐτοῦ καὶ ἐπὶ τὸν ὀφθαλμὸν τὸν δεξιὸν αὐτοῦ· ὁ βραχίων αὐτοῦ ξηραινόμενος ξηρανθήσεται, καὶ ὁ ὀφθαλμὸς ὁ δεξιὸς αὐτοῦ ἐκτυφλούμενος ἐκτυφλωθήσεται.
Ω, οι ανίκανοι και ιδιοτελείς ποιμένες, οι οποίοι έχετε εγκαταλείψει τα πρόβατα· μαχαίρι, οργή και τιμωρία παρά Θεού θα πέση εις τα ανίκανα χέρια του κακού ποιμένος και στο δεξί του μάτι· το χέρι του θα ξηρανθή ολότελα και το δεξί του μάτι θα τυφλωθή εντελώς.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα