ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΤΟΤΕ στήσεται ἐν παρρησίᾳ πολλῇ ὁ δίκαιος κατὰ πρόσωπον τῶν θλιψάντων αὐτὸν καὶ τῶν ἀθετούντων τοὺς πόνους αὐτοῦ.
Τοτε, κατά την ημέραν εκείνην της κρίσεως, θα σταθή με πολύ θάρρος ο δίκαιος ενώπιον εκείνων, οι οποίοι τον έθλιψαν και κατεπάτησαν τους κόπους του.
2 ἰδόντες ταραχθήσονται φόβῳ δεινῷ καὶ ἐκστήσονται ἐπὶ τῷ παραδόξῳ τῆς σωτηρίας.
Εκείνοι, όταν θα τον ίδουν, θα ταραχθούν, θα καταληφθούν από δεινόν φόβον, θα καταπλαγούν δια την απροσδόκητον σωτηρίαν του.
3 ἐροῦσιν ἐν ἑαυτοῖς μετανοοῦντες καὶ διὰ στενοχωρίαν πνεύματος στενάξονται καὶ ἐροῦσιν·
Μεταμελούμενοι δε δια την ελεεινήν συμπεριφοράν των απέναντι εκείνου και υπό το κράτος μεγάλης ψυχικής αγωνίας ευρισκόμενοι, θα αναστενάξουν και θα πουν.
4 οὗτος ἦν ὃν ἔσχομέν ποτε εἰς γέλωτα καὶ εἰς παραβολὴν ὀνειδισμοῦ οἱ ἄφρονες· τὸν βίον αὐτοῦ ἐλογισάμεθα μανίαν καὶ τὴν τελευτὴν αὐτοῦ ἄτιμον.
“Αυτός δεν είναι εκείνος, τον οποίον ημείς οι ασύνετοι και μωροί περιεγελούσαμεν και τον είχαμε καταστήσει εμπαικτικήν παροιμίαν; Ενομίσαμεν ότι όλη του η ζωή ήτο μία τρέλλα, και ότι η τελευτή του υπήρξε καταφρονεμένη και άδοξος.
5 πῶς κατελογίσθη ἐν υἱοῖς Θεοῦ καὶ ἐν ἁγίοις ὁ κλῆρος αὐτοῦ ἐστιν;
Πως όμως τώρα έχει καταταχθή μεταξύ των υιών του Θεού, η δε θέσις του και η κληρονομία του ευρίσκεται μεταξύ των αγίων;
6 ἄρα ἐπλανήθημεν ἀπὸ ὁδοῦ ἀληθείας, καὶ τὸ τῆς δικαιοσύνης φῶς οὐκ ἔλαμψεν ἡμῖν, καὶ ὁ ἥλιος οὐκ ἀνέτειλεν ἡμῖν·
Αρα ημείς επλανήθημεν από τον δρόμον της αληθείας, και το φως της θείας δικαιοσύνης δεν έλαμψεν εις ημάς. Ο δε ήλιος της πνευματικής γνώσεως δεν ανέτειλεν δι' ημάς.
7 ἀνομίας ἐνεπλήσθημεν τρίβοις καὶ ἀπωλείας καὶ διωδεύσαμεν ἐρήμους ἀβάτους, τὴν δὲ ὁδὸν Κυρίου οὐκ ἔγνωμεν.
Εχορτάσαμεν μέσα στους δρόμους της παρανομίας και της απωλείας. Διήλθομεν χώρας ερήμους και αδιαβάτους, αλλά τον δρόμον του Κυρίου δεν τον εγνωρίσαμεν.
8 τί ὠφέλησεν ἡμᾶς ἡ ὑπερηφανία; καὶ τί πλοῦτος μετὰ ἀλαζονίας συμβέβληται ἡμῖν;
Εις τι, λοιπόν, μας ωφέλησεν η υπερηφάνειά μας; Κατά τι συνέβαλεν εις την ευτυχίαν μας ο πλούτος μετά της αλαζονείας μας;
9 παρῆλθεν ἐκεῖναι πάντα ὡς σκιὰ καὶ ὡς ἀγγελία παρατρέχουσα·
Ως σκια πλέον επέρασαν όλα εκείνα και ως μία φευγαλέα φήμη, η οποία έρχεται, φεύγει και λησμονείται.
10 ὡς ναῦς διερχομένη κυμαινόμενον ὕδωρ, ἧς διαβάσης οὐκ ἔστιν ἴχνος εὑρεῖν, οὐδὲ ἀτραπὸν τρόπιος αὐτῆς ἐν κύμασιν·
Ωσάν πλοίον, που διέρχεται το κυματίζον νερό της θαλάσσης και του οποίου ίχνος της διαβάσεώς του δεν είναι δυνατόν να ευρεθή ούτε δρόμος από τον οποίον επέρασεν η καρίνα του ανάμεσα από τα κύματα.
11 ἢ ὡς ὀρνέου διαπτάντος ἀέρα οὐθὲν εὑρίσκεται τεκμήριον πορείας, πληγῇ δὲ ταρσῶν μαστιζόμενον πνεῦμα κοῦφον καὶ σχιζόμενον βίᾳ ροίζου, κινουμένων πτερύγων διωδεύθη, καὶ μετὰ τοῦτο οὐχ εὑρέθη σημεῖον ἐπιβάσεως ἐν αὐτῷ·
Η ωσάν ένα πτηνόν, όταν πετά και διασχίζη τον αέρα, χωρίς να αφήνη κανένα ίχνος της πορείας του. Με τα ισχυρά κινήματα των πτερών του κτυπά τον ελαφρόν άνεμον, σχίζει αυτόν ορμητικώς και με συριγμόν, κινεί τας πτέρυγάς του και διέρχεται δια μέσου αυτού, και έπειτα δεν ευρίσκεται πλέον κανένα σημείον της διαβάσεώς του δια του αέρος.
12 ἢ ὡς βέλους βληθέντος ἐπὶ σκοπόν, τμηθεὶς ὁ ἀὴρ εὐθέως εἰς ἑαυτὸν ἀνελύθη ὡς ἀγνοῆσαι τὴν δίοδον αὐτοῦ.
Η ωσάν βέλος, το οποίον εξετοξεύθη εναντίον ωρισμένου στόχου και διέσχισε κατ' ευθείαν γραμμήν τον αέρα, ο οποίος όμως μετά την διάβασιν του βέλους επανέρχεται εις την προτέραν του κατάστασιν, ώστε να είναι άγνωστος η δίοδος του βέλους.
13 οὕτως καὶ ἡμεῖς γεννηθέντες ἐξελίπομεν καὶ ἀρετῆς μὲν σημεῖον οὐδὲν ἔσχομεν δεῖξαι, ἐν δὲ τῇ κακίᾳ ἡμῶν κατεδαπανήθημεν.
Ετσι και ημείς· εγεννήθημεν και απεθάνομεν και κανένα σημείον αρετής δεν έχομεν να παρουσιάσωμεν. Κατεδαπανήσαμεν την ζωήν και τας δυνάμεις μας εις την κακίαν μας!”
14 ὅτι ἐλπὶς ἀσεβοῦς ὡς φερόμενος χνοῦς ὑπὸ ἀνέμου καὶ ὡς πάχνη ὑπὸ λαίλαπος διωχθεῖσα λεπτὴ καὶ ὡς καπνὸς ὑπό ἀνέμου διεχύθη καὶ ὡς μνεία καταλύτου μονοημέρου παρώδευσε.
Η έλπίς του ασεβούς προς ευτυχίαν και επιτυχίαν ομοιάζει με το χνούδι, που το παρασύρει ο άνεμος, με την λεπτήν πάχνην, την οποίαν καταδιώκει λαίλαψ· με τον καπνόν που τον διασκορπίζει ο άνεμος. Η μνήμη του ομοιάζει με την ανάμνησιν ενός διαβάτου, ο οποίος δια μίαν μόνην ημέραν κατέλυσεν εις ξενοδοχείον και κατόπιν έφυγεν.
15 Δίκαιοι δὲ εἰς τὸν αἰῶνα ζῶσι, καὶ ἐν Κυρίῳ ὁ μισθὸς αὐτῶν, καὶ ἡ φροντὶς αὐτῶν παρὰ Ὑψίστῳ.
Οι δίκαιοι όμως ζουν αιωνίως και η δικαία ανταμοιβή των ευρίσκεται εις τα χέρια του Κυρίου. Ο Υψιστος πάντοτε φροντίζει δι' αυτούς εις την παρούσαν και την μέλλουσαν ζωήν.
16 διὰ τοῦτο λήψονται τὸ βασίλειον τῆς εὐπρεπείας καὶ τὸ διάδημα τοῦ κάλλους ἐκ χειρὸς Κυρίου, ὅτι τῇ δεξιᾷ σκεπάσει αὐτοὺς καὶ τῷ βραχίονι ὑπερασπιεῖ αὐτῶν.
Δια τούτο και θα λάβουν από τα χέρια του Κυρίου την ένδοξον βασιλείαν των ουρανών, το βασιλικόν διάδημα του αιωνίου κάλλους. Διότι ο Κυριος με την προστατευτικήν δεξιάν του θα τους σκεπάση και με τον ακατανίκητον βραχίονά του θα τους υπερασπίση εναντίον των εχθρών των.
17 λήψεται πανοπλίαν τὸν ζῆλον αὐτοῦ καὶ ὁπλοποιήσει τὴν κτίσιν εἰς ἄμυναν ἐχθρῶν·
Ο Κυριος θα λάβη ως πανοπλίαν του την δικαίαν του οργήν και θα χρησιμοποίηση ως όπλα εναντίον των εχθρών του και αυτάς τας δυνάμεις της φύσεως.
18 ἐνδύσεται θώρακα δικαιοσύνην καὶ περιθήσεται κόρυθα κρίσιν ἀνυπόκριτον·
Θα ενδυθή ως ακατανίκητον και αδιαπέραστον θώρακα την δικαιοσύνην και θα φορέση ως περικεφαλαίαν την αντικειμενικήν και δικαίον κρίσιν του.
19 λήψεται ἀσπίδα ἀκαταμάχητον ὁσιότητα,
Ως ασπίδα ακαταμάχητον θα ενδυθή την αγιότητά του,
20 ὀξυνεῖ δὲ ἀπότομον ὀργὴν εἰς ρομφαίαν, συνεκπολεμήσει δὲ αὐτῷ ὁ κόσμος ἐπὶ τοὺς παράφρονας.
και ως καλοακονισμένην ρομφαίαν θα χρησιμοποίηση την δικαίον οργήν του. Μαζί του δε εναντίον των παραφρόνων αυτών ασεβών ανθρώπων θα πολεμήσουν όλαι αι δυνάμεις της φύσεως.
21 πορεύσονται εὔστοχοι βολίδες ἀστραπῶν καὶ ὡς ἀπὸ εὐκύκλου τόξου τῶν νεφῶν ἐπί σκοπὸν ἁλοῦνται,
Οι κεραυνοί, σαν εύστοχα αποτελεσματικά βλήματα, θα εκσφενδονισθούν εναντίον των ασεβών, και σαν από καλοτεντωμένον τόξον, ανάμεσα από τα νέφη θα εκσφενδονισθούν και θα πλήξουν τους ασεβείς.
22 καὶ ἐκ πετροβόλου θυμοῦ πλήρεις ριφήσονται χάλαζαι. ἀγανακτήσει κατ᾿ αὐτῶν ὕδωρ θαλάσσης, ποταμοὶ δὲ συγκλύσουσιν ἀποτόμως.
Ωσάν από σφενδόνην θα εκσφενδονισθή από τον ουρανόν πολλή και μεγάλη χάλαζα, θα αγανακτήση και θα στραφή εναντίον των και αυτό το ύδωρ της θαλάσσης. Οι δε ποταμοί ίμέ αιφνιδίας πλημμύρας θα κατακλύσουν και θα πνίξουν αυτούς.
23 ἀντιστήσεται αὐτοῖς πνεῦμα δυνάμεως καὶ ὡς λαῖλαψ ἐκλικμήσει αὐτούς. καὶ ἐρημώσει πᾶσαν τὴν γῆν ἀνομία, καὶ ἡ κακοπραγία περιτρέψει θρόνους δυναστῶν.
Εναντίον αυτών των ασεβών θα εκσπάση υρμητικός άνεμος· και φοβερά λαίλαψ θα τους λιχνίση και θα τους διασκορπίση προς όλα τα σημεία. Η παρανομία θα ερημώση βέβαια, όλην την γην και η κακουργία των ασεβών θα ανατρέψη θρόνους αρχόντων επί της γης· αλλά αυτό θα είναι το τέλος των ασεβών ανθρώπων.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα