ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΙΠΟΝ γὰρ ἐν ἑαυτοῖς λογισάμενοι οὐκ ὀρθῶς· ὀλίγος ἐστὶ καὶ λυπηρὸς ὁ βίος ἡμῶν, καὶ οὐκ ἔστιν ἴασις ἐν τελευτῇ ἀνθρώπου, καὶ οὐκ ἐγνώσθη ὁ ἀναλύσας ἐξ ᾅδου.
Οι ασεβείς, εσφαλμένως εσκέφθησαν και είπαν από μέσα των· “βραχεία, γεμάτη λύπες και κόπους είναι η ζωή μας. Δεν υπάρχει δε ελπίς, ότι θα ζήσωμεν πέραν από τον τάφον. Αλλωστε κανείς δεν επανήλθεν από τον άδην, δια να γνωστοποίηση εις ημάς τα εκεί.
2 ὅτι αὐτοσχεδίως ἐγεννήθημεν, καὶ μετὰ τοῦτο ἐσόμεθα ὡς οὐχ ὑπάρξαντες· ὅτι καπνὸς ἡ πνοὴ ἐν ρισὶν ἡμῶν, καὶ ὁ λόγος σπινθὴρ ἐν κινήσει καρδίας ἡμῶν,
Αυτομάτως και τυχαίως εγεννήθημεν στον κόσμον. Μετά δε τον θάνατον θα επανέλθωμεν εις τέτοιαν κατάστασιν, ως εάν ποτέ δεν υπήρξαμεν. Καπνός, που διαλύεται, είναι η πνοή των ρωθώνων μας· ο δε λόγος μας σαν σπινθήρ, ο οποίος προέρχεται από τας επιθυμίας και τας κινήσεις της καρδίας μας
3 οὗ σβεσθέντος τέφρα ἀποβήσεται τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα διαχυθήσεται ὡς χαῦνος ἀήρ.
Οταν δε ο λόγος μας σβήση και λήξη η ζωή μας, το σώμα μας θα γίνη στάκτη. Και αυτό, που λέγομεν πνεύμα, θα διαλυθή ωσάν κούφιος άνεμος.
4 καὶ τὸ ὄνομα ἡμῶν ἐπιλησθήσεται ἐν χρόνῳ, καὶ οὐθεὶς μνημονεύσει τῶν ἔργων ἡμῶν· καὶ παρελεύσεται ὁ βίος ἡμῶν ὡς ἴχνη νεφέλης καὶ ὡς ὁμίχλη διασκεδασθήσεται διωχθεῖσα ὑπὸ ἀκτίνων ἡλίου καὶ ὑπὸ θερμότητος αὐτοῦ βαρυνθεῖσα.
Το όνομα μας, καθώς θα παρέρχεται ο χρόνος, θα λησμονηθή και κανείς δεν θα ενθυμήται τα έργα μας. Η ζωη μας θα περάση σαν το σύννεφο, που δεν αφήνει ίχνη, σαν την ομίχλην που διασκορπίζεται, διωκομένη από τας αχτίνας του ηλίου και διαλυομένη από την θερμότητα αυτού.
5 σκιᾶς γὰρ πάροδος ὁ βίος ἡμῶν, καὶ οὐκ ἔστιν ἀναποδισμὸς τῆς τελευτῆς ἡμῶν, ὅτι κατεσφραγίσθη, καὶ οὐδείς ἀναστρέφει.
Σαν σκια περνά ο βίος μας και καμμία επιστροφή δεν υπάρχει από τον θάνατον, διότι η ζωή ετερματίσθη και εσφραγίσθη οριστικώς, και κανείς δεν επιστρέφει έπειτα από τον θάνατον εις αυτήν.
6 δεῦτε οὖν καὶ ἀπολαύσωμεν τῶν ὄντων ἀγαθῶν καὶ χρησώμεθα τῇ κτίσει ὡς ἐν νεότητι σπουδαίως.
Εμπρός, λοιπόν, ας απολαύσωμεν τα αγαθά, που υπάρχουν γύρω μας, όσον ημπορούμεν περισσότερον, και σαν με νεανικήν ορμήν ας χαρώμεν τον κόσμον.
7 οἴνου πολυτελοῦς καὶ μύρων πλησθῶμεν, καὶ μὴ παροδευσάτω ἡμᾶς ἄνθος ἀέρος.
Ας μεθύσωμεν από τον πλέον ακριβόν οίνον, ας λουσθώμεν με αρώματα και ας μη αφήσωμεν να περάση, χωρίς να το απολαύσωμεν, κανένα από τα άνθη της ανοίξεως.
8 στεψώμεθα ρόδων κάλυξι πρὶν ἢ μαρανθῆναι.
Ας στεφανώσωμεν το κεφάλι μας με τριαντάφυλλα πριν η αυτά μαρανθούν.
9 μηδεὶς ἡμῶν ἄμοιρος ἔστω τῆς ἡμετέρας ἀγερωγίας, πανταχῆ καταλίπωμεν σύμβολα τῆς εὐφροσύνης, ὅτι αὕτη ἡ μερὶς ἡμῶν καὶ ὁ κλῆρος οὗτος.
Κανείς από ημάς ας μη μείνη αμέτοχος από τας μεγαλοπρεπείς απολαύσεις μας. Πανταχού δε ας αφήσωμεν τα ίχνη των διασκεδάσεων, διότι αυτή η ευφροσύνη και διασκέδασίς μας είναι το μερίδιόν μας και η κληρονομία μας επάνω εις την γην.
10 καταδυναστεύσωμεν πένητα δίκαιον, μὴ φεισώμεθα χήρας, μηδὲ πρεσβύτου ἐντραπῶμεν πολιὰς πολυχρονίους.
Ας καταπιέσωμεν και ας εκμεταλλευθώμεν τον πτωχόν δίκαιον. Ας μη λυπηθώμεν την αδύνατη χήρα, ας μη εντραπώμεν τα πολυχρόνια άσπρα μαλλιά του γέροντος.
11 ἔστω δὲ ἡμῶν ἡ ἰσχὺς νόμος τῆς δικαιοσύνης, τὸ γὰρ ἀσθενὲς ἄχρηστον ἐλέγχεται.
Η δύναμίς μας ας είναι δι' ημάς ο νόμος της δικαιοσύνης μας, διότι η αδυναμία αποδεικνύεται επάνω εις τα πράγματα άχρηστος και επιβλαβής.
12 ἐνεδρεύσωμεν δὲ τὸν δίκαιον, ὅτι δύσχρηστος ἡμῖν ἐστι καὶ ἐναντιοῦται τοῖς ἔργοις ἡμῶν καὶ ὀνειδίζει ἡμῖν ἁμαρτήματα νόμου καὶ ἐπιφημίζει ἡμῖν ἁμαρτήματα παιδείας ἡμῶν·
Ας στήσωμεν ενέδρας και παγίδας, δια να συλλάβωμεν τον δίκαιον, διότι δεν ημπορούμεν να τον χρησιμοποιήσωμεν, όπως θέλομεν. Εναντιώνεται εις τα έργα μας, μας κατακρίνει με δριμύτητα ως παραβάτας του θείου νόμου. Μας δυσφημίζει χαρακτηρίζων ως εσφαλμένην την αγωγήν μας και την νοοτροπίαν μας.
13 ἐπαγγέλλεται γνῶσιν ἔχειν Θεοῦ καὶ παῖδα Κυρίου ἑαυτὸν ὀνομάζει·
Αυτοπροβάλλεται, ως εάν αυτός και μόνος έχη γνώσιν του Θεού και του θείου θελήματος, και ονομάζει τον εαυτόν του τέκνον και δούλον του Κυρίου.
14 ἐγένετο ἡμῖν εἰς ἔλεγχον ἐννοιῶν ἡμῶν· βαρύς ἐστιν ἡμῖν καὒ βλεπόμενος,
Εχει γίνει καθημερινός έλεγχός μας, της νοοτροπίας και της συμπεριφοράς μας. Είναι βαρύς και ανυπόφορος και που τον βλέπομεν μόνον.
15 ὅτι ἀνόμοιος τοῖς ἄλλοις ὁ βίος αὐτοῦ, καὶ ἐξηλλαγμέναι αἱ τρίβοι αὐτοῦ·
Διότι η ζωή του δεν είναι ομοία με την ζωήν των άλλων ανθρώπων. Διαφορετικοί οι δρόμοι και οι τρόποι του βίου του.
16 εἰς κίβδηλον ἐλογίσθημεν αὐτῷ, καὶ ἀπέχεται τῶν ὁδῶν ἡμῶν ὡς ἀπὸ ἀκαθαρσιῶν· μακαρίζει ἔσχατα δικαίων καὶ ἀλαζονεύεται πατέρα Θεόν.
Εχομεν θεωρηθή από αυτόν ως κίβδηλα νομίσματα και απομακρύνεται από τους δρόμους της ζωής μας, σαν από ακαθαρσίας. Θεωρεί μακαρίαν την ζωήν και την τελευτήν των δικαίων ανθρώπων και αλαζονεύεται λέγων, ότι έχει πατέρα τον Θεόν.
17 ἴδωμεν εἰ οἱ λόγοι αὐτοῦ ἀληθεῖς, καὶ πειράσωμεν τὰ ἐν ἐκβάσει αὐτοῦ·
Λοιπόν, ας τον υποβάλωμεν εις δοκιμασίας και ας ίδωμεν, εάν αι διακηρύξστου αυταί εκφράζουν τας αληθινάς πεποιθήσστου. Ας θέσωμεν εις δοκιμασίαν μέχρι και θανάτου την ζωήν του.
18 εἰ γάρ ἐστιν ὁ δίκαιος υἱὸς Θεοῦ, ἀντιλήψεται αὐτοῦ καὶ ρύσεται αὐτὸν ἐκ χειρὸς ἀνθεστηκότων.
Διότι, εάν ο δίκαιος αυτός είναι, όπως ισχυρίζεται, υιός του Θεού, τότε ο Κυριος θα τον προστατεύση και θα τον γλυτώση από τα χέρια των θανασίμων εχθρών του.
19 ὕβρει καὶ βασάνῳ ἐτάσωμεν αὐτόν, ἵνα γνῶμεν τὴν ἐπικείκειαν αὐτοῦ καὶ δοκιμάσωμεν τὴν ἀνεξικακίαν αὐτοῦ·
Θα τον υβρίσωμεν, θα τον εξευτελίσωμεν, θα τον υποβάλωμεν εις βασανισμούς, δια να ίδωμεν την ηρεμίαν και μακροθυμίαν του, δια να ελέγξωμεν την ανεξικακίαν του.
20 θανάτῳ ἀσχήμονι καταδικάσωμεν αὐτόν, ἔσται γὰρ αὐτοῦ ἐπισκοπὴ ἐκ λόγων αὐτοῦ.
Ας τον καταδικάσωμεν και ας τον εκτελέσωμεν με σκληρόν και εξευτελιστικόν θάνατον και τότε θα ίδωμεν, αν πράγματι θα τον επισκεφθή και θα τον προστατεύση ο Θεός, όπως αυτός ισχυρίζεται”.
21 Ταῦτα ἐλογίσαντο, καὶ ἐπλανήθησαν· ἀπετύφλωσε γὰρ αὐτοὺς ἡ κακία αὐτῶν,
Αυτά τα πονηρά εσκέφθησαν οι ασεβείς και επλανήθησαν, διότι τους έχει τυφλώσει πλέον εξ ολοκλήρου η κακία των.
22 καὶ οὐκ ἔγνωσαν μυστήρια Θεοῦ, οὐδὲ μισθὸν ἤλπισαν ὁσιότητος, οὐδὲ ἔκριναν γέρας ψυχῶν ἀμώμων.
Δεν εγνώρισαν τα μυστήρια του Θεού, την δικαιοσύνην και την πρόνοιάν του, δεν επίστευσαν εις την δικαίαν ανταμοιβήν, που περιμένει τους οσίους. Δεν είχαν φωτισμένην την κρίσιν, δια να εννοήσουν τα βραβεία του Θεού εις τας ψυχάς των δικαίων.
23 ὅτι ὁ Θεὸς ἔκτισε τὸν ἄνθρωπον ἐπ᾿ ἀφθαρσίᾳ καὶ εἰκόνα τῆς ἰδίας ἰδιότητος ἐποίησεν αὐτόν·
Ο Θεός εδημιούργησε τον άνθρωπον άφθαρτον και αθάνατον. Τον έπλασε σύμφωνα με την ιδικήν του εικόνα.
24 φθόνῳ δέ διαβόλου θάνατος εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον,
Αλλά εξ αιτίας του φθόνου του διαβόλου εισήλθε και εκυριάρχησεν ο θάνατος στον κόσμον.
25 πειράζουσι δὲ αὐτὸν οἱ τῆς ἐκείνου μερίδος ὄντες.
Και οι ασεβείς, οι οποίοι ανήκουν εις την παράταξιν του διαβόλου, πειράζουν σήμερον και θέτουν υπό δοκιμασίαν τον δίκαιον.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα