ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΙΗΣΟΥ ΥΙΟΥ ΣΕΙΡΑΧ.~ Ἐξομολογήσομαί σοι, Κύριε βασιλεῦ, καὶ αἰνέσω σε Θεὸν τὸν σωτῆρά μου, ἐξομολογοῦμαι τῷ ὀνόματί σου,
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΙΗΣΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΣΕΙΡΑΧ. Θα σε δοξολογήσω, Κυριε Βασιλεύ, θα υμνολογήσω σέ, τον Θεόν τον σωτήρα μου. Θα δοξολογήσω το Ονομά σου·
2 ὅτι σκεπαστὴς καὶ βοηθὸς ἐγένου μοι καὶ ἐλυτρώσω τὸ σῶμά μου ἐξ ἀπωλείας καὶ ἐκ παγίδος διαβολῆς γλώσσης, ἀπὸ χειλέων ἐργαζομένων ψεῦδος καὶ ἔναντι τῶν παρεστηκότων ἐγένου μοι βοηθὸς
διότι έγινες δι' εμέ σκεπαστής και βοηθός, εγλύτωσες την ζωήν μου από καταστροφήν και από παγίδα συκοφαντικής γλώσσης, από χείλη που εργάζονται το ψεύδος· εγινες βοηθός μου εναντίον των εχθρών μου, οι οποίοι με περιεκύκλωναν.
3 καὶ ἐλυτρώσω με κατὰ τὸ πλῆθος ἐλέους καὶ ὀνόματός σου ἐκ βρυγμῶν ἑτοίμων εἰς βρῶμα, ἐκ χειρὸς ζητούντων τὴν ψυχήν μου, ἐκ πλειόνων θλίψεων, ὧν ἔσχον,
Κατά το μέγα σου έλεος και δια το άγιον Ονομά σου με εγλύτωσες από εχθρούς, οι οποίοι έτριζαν τους οδόντας των έτοιμοι να με καταφάγουν, από τα χέρια εκείνων οι οποίοι επιζητούν να μου αφαιρέσουν την ζωήν και από πολλάς άλλας θλίψεις, τας οποίας είχα.
4 ἀπὸ πνιγμοῦ πυρᾶς κυκλόθεν καὶ ἐκ μέσου πυρός, οὗ οὐκ ἐξέκαυσα.
Από πνιγμόν, από πυρ που έκαιεν ολόγυρά μου, ανάμεσα από πυρ, το οποίον εγώ δεν είχα ανάψει.
5 ἐκ βάθους κοιλίας ᾅδου καὶ ἀπὸ γλώσσης ἀκαθάρτου καὶ λόγου ψευδοῦς.
Με έσωσες από τα βάθη της κοιλίας του άδου, από ακάθαρτον γλώσσαν και από λόγον ψευδή.
6 βασιλεῖ διαβολὴ γλώσσης ἀδίκου. ἤγγισεν ἕως θανάτου ἡ ψυχή μου, καὶ ἡ ζωή μου ἦν σύνεγγυς ᾅδου κάτω.
Αυτό άδικον συκοφαντικήν γλώσσαν, που με διέβαλε προς βασιλέα, ήγγισεν η ψυχή μου έως τον θάνατον και η ζωη μου επλησίασεν εις τα βάθη του άδου.
7 περιέσχον με πάντοθεν καὶ οὐκ ἦν ὁ βοηθῶν, ἐνέβλεπον εἰς ἀντίληψιν ἀνθρώπων, καὶ οὐκ ἦν.
Εχθροί και θλίψεις με περιεκύκλωσαν από όλα τα μέρη και δεν υπήρχε κανείς να με βοηθήση. Προσέβλεπα και επερίμενα ανθρωπίνην βοήθειαν και δεν παρουσιάζετο καμμία.
8 καὶ ἐμνήσθην τοῦ ἐλέους σου, Κύριε, καὶ τῆς ἐργασίας σου τῆς ἀπ᾿ αἰῶνος, ὅτι ἐξαιρῇ τοὺς ὑπομένοντάς σε καὶ σῴζεις αὐτοὺς ἐκ χειρὸς ἐθνῶν.
Και τότε, Κυριε, ενεθυμήθην το έλεός σου, τα θαυμαστά έργα σου δια μέσου των αιώνων, ότι δηλαδή βγάζεις από κινδύνους εκείνους, που μένουν πιστοί εις σέ, και τους σώζεις από τα χέρια των ειδωλολατρικών λαών.
9 καὶ ἀνύψωσα ἀπὸ γῆς ἱκετείαν μου καὶ ὑπὲρ θανάτου ρύσεως ἐδεήθην.
Και ανύψωσα από την γην προς τον ουρανόν την ικεσίαν μου και θερμώς σε παρεκάλεσα, να με γλυτώσης από τον θάνατον.
10 ἐπεκαλεσάμην Κύριον πατέρα κυρίου μου, μή με ἐγκαταλιπεῖν ἐν ἡμέραις θλίψεως, ἐν καιρῷ ὑπερηφάνων ἀβοηθησίας.
Παρεκάλεσα τυν Κυριον, τον πατέρα του Κυρίου μου, να μη με εγκαταλείψη εις τας ημέρας της θλίψεώς μου, εις εποχήν που επικρατούν υπερήφανοι και δεν υπάρχει καμμία βοήθεια από αυτούς.
11 αἰνέσω τὸ ὄνομά σου ἐνδελεχῶς καὶ ὑμνήσω ἐν ἐξομολογήσει. καὶ εἰσηκούσθη ἡ δέησίς μου·
Θα επαινώ το Ονομά σου πάντοτε, θα σε δοξολογώ με ευγνωμοσύνην. Η δέησίς μου έγινε δεκτή.
12 ἔσωσας γάρ με ἐξ ἀπωλείας καὶ ἐξείλου με ἐκ καιροῦ πονηροῦ. διὰ τοῦτο ἐξομολογήσομαι καὶ αἰνέσω σε καὶ εὐλογήσω τῷ ὀνόματι Κυρίου.
Διότι, πράγματι, συ με έσωσες από τον όλεθρον. Με εγλύτωσες εις περίοδον πειρασμών και κινδύνων· δια τούτο θα σε δοξολογώ, θα σε υμνώ, θα ευλογώ το Ονομά σου, Κυριε.
13 ἔτι ὢν νεώτερος, πρὶν ἢ πλανηθῆναί με, ἐζήτησα σοφίαν προφανῶς ἐν προσευχῇ μου,
Οταν ακόμη ήμην νεώτερος, πριν η περιπλανηθώ εις διάφορα μέρη, εζήτησα δια της προσευχής μου ειλικρινώς σοφίαν.
14 ἔναντι ναοῦ ἠξίουν περὶ αὐτῆς καὶ ἕως ἐσχάτων ἐκζητήσω αὐτήν.
Ενώπιον του ναού σου εζητούσα επιμόνως και με πίστιν αυτήν, και μέχρι τέλους της ζωής μου θα την ζητώ.
15 ἐξ ἄνθους ὡς περκαζούσης σταφυλῆς εὐφράνθη ἡ καρδία μου ἐν αὐτῇ. ἐπέβη ὁ πούς μου ἐν εὐθύτητι, ἐκ νεότητός μου ἴχνευσα αὐτήν.
Από τα άνθη της, όπως από τα ώριμα σταφύλια του κλήματος, ευφρανθή η καρδία μου δι' αυτήν. Χαρις εις αυτήν βαδίζουν τα πόδια μου εις ομαλόν έδαφος. Από την νεότητά μου ηκολούθησα τα ίχνη της.
16 ἔκλινα ὀλίγον τὸ οὖς μου καὶ ἐδεξάμην καὶ πολλὴν εὗρον ἐμαυτῷ παιδείαν.
Επί ολίγον έτεινα το αυτί μου και εδέχθην την σοφίαν και ελαβα πολλήν μόρφωσιν από αυτήν.
17 προκοπὴ ἐγένετό μοι ἐν αὐτῇ· τῷ διδόντι μοι σοφίαν δώσω δόξαν.
Χαρις εις αυτήν εσημείωσα προκοπήν. Εις τον Κυριον, ο οποίος δίδει την σοφίαν, θα αποδώσω ευγνωμοσύνην και δοξολογίαν.
18 διενοήθην γὰρ τοῦ ποιῆσαι αὐτὴν καὶ ἐζήλωσα τὸ ἀγαθὸν καὶ οὐ μὴ αἰσχυνθῶ.
Εσκέφθην και απεφάσισα να εφαρμόσω όσα αυτή διδάσκει. Ηγάπησα με ζήλον το αγαθόν και δεν εντροπιάσθην.
19 διαμεμάχισται ἡ ψυχή μου ἐν αὐτῇ καὶ ἐν ποιήσει λιμοῦ διηκριβησάμην. τὰς χεῖράς μου ἐξεπέτασα πρὸς ὕψος καὶ τὰ ἀγνοήματα αὐτῆς ἐπένθησα.
Ηγωνίσθη η ψυχή μου, δια να την αποκτήσω. Ηρεύνησα και εξηκρίβωσα και εδέχθην τας αληθείας της με τόσην βουλιμίαν, ωσάν εκείνην που αισθάνεται ο ευρισκόμενος εις λιμόν. Υψωσα ικετευτικάς τας χείρας μου προς τον ουρανόν, επένθησα δι' όσας αληθείας αυτής δεν εγνώριζα.
20 τὴν ψυχήν μου κατεύθυνα εἰς αὐτήν, καρδίαν ἐκτησάμην μετ᾿ αὐτῆς ἀπ᾿ ἀρχῆς καὶ ἐν καθαρισμῷ εὗρον αὐτήν, διὰ τοῦτο οὐ μὴ ἐγκαταλειφθῶ·
Την ψυχήν μου κατηύθυνα προς αυτήν· δι' αυτής απέκτησα καρδίαν αγαθήν ευθύς εξ αρχής, ευρήκα καθαρότητα βίου. Δια τούτο δεν θα εγκαταλειφθώ από αυτήν.
21 καὶ ἡ κοιλία μου ἐταράχθη τοῦ ἐκζητῆσαι αὐτήν· διὰ τοῦτο ἐκτησάμην ἀγαθὸν κτῆμα.
Το εσωτερικόν μου συνεκλονίσθη από τον πόθον της αναζητήσεώς της. Δια τούτο και απέκτησα το πολύτιμον τούτο αγαθόν.
22 ἔδωκε Κύριος γλῶσσάν μοι μισθόν μου, καὶ ἐν αὐτῇ αἰνέσω αὐτόν.
Δια τους κόπους μου ο Κυριος μου έδωσεν ως μισθόν ευχέρειαν γλώσσης, και με αυτήν θα δοξολογώ τον Κυριον.
23 ἐγγίσατε πρός με, ἀπαίδευτοι, καὶ αὐλίσθητε ἐν οἴκῳ παιδείας,
Πλησιάσατε προς εμέ σεις, οι οποίοι δεν έχετε μόρφωσιν, και κατοικήσατε στον οίκον της παιδείας.
24 τί ὅτι ὑστερεῖτε ἐν τούτοις καὶ αἱ ψυχαὶ ὑμῶν διψῶσι σφόδρα;
Διατί στερείσθε από τα αγαθά της σοφίας και αι ψυχαί σας κυριαρχούνται από μεγάλην δίψαν;
25 ἤνοιξα τὸ στόμα μου καὶ ἐλάλησα· κτήσασθε ἑαυτοῖς ἄνευ ἀργυρίου.
Ηνοιξα το στόμα μου και ελάλησα· αποκτήσατε δια τον εαυτόν σας την σοφίαν, χωρίς να πληρώσετε τίποτε.
26 τὸν τράχηλον ὑμῶν ὑπόθετε ὑπὸ ζυγόν, καὶ ἐπιδεξάσθω ἡ ψυχὴ ὑμῶν παιδείαν· ἐγγύς ἐστιν εὑρεῖν αὐτήν.
Κοψατε τον αυχένα σας και τεθήτε κάτω από τον αγαθόν ζυγόν της, η δε ψυχή σας ας δεχθή την αληθινήν μόρφωσιν. Πλησίον είναι η υγιής μόρφωσις και είναι δυνατόν να την εύρη κανείς.
27 ἴδετε ἐν ὀφθαλμοῖς ὑμῶν ὅτι ὀλίγον ἐκοπίασα καὶ εὗρον ἐμαυτῷ πολλὴν ἀνάπαυσιν.
Ιδέτε με τα ίδια σας τα μάτια και κατανοήσατε καλά ότι εγώ ολίγον εκοπίασα και ευρήκα δια τον εαυτόν μου πολλήν ανάπαυσιν με την γνώσιν της σοφίας.
28 μετάσχετε παιδείας ἐν πολλῷ ἀριθμῷ ἀργυρίου καὶ πολὺν χρυσὸν κτήσασθε ἐν αὐτῇ.
Αγοράσατε και κάμετε κτήμα σας την σοφίαν και με πολλά χρήματα εν ανάγκη. Αποκτήσατέ την με πολύν χρυσόν.
29 εὐφρανθείη ἡ ψυχὴ ὑμῶν ἐν τῷ ἐλέει αὐτοῦ, καὶ μὴ αἰσχυνθείητε ἐν αἰνέσει αὐτοῦ.
Είθε να ευφρανθή η ψυχή σας με το έλεος του Κυρίου και να μη υποσταλήτε ποτέ εις δοξολογίαν αυτού.
30 ἐργάζεσθε τὸ ἔργον ὑμῶν πρὸ καιροῦ, καὶ δώσει τὸν μισθὸν ὑμῶν ἐν καιρῷ αὐτοῦ.
Καμετε το έργον αυτό, πριν η περάση ο καιρός, και ο Κυριος θα σας δώση τον δίκαιον μισθόν σας στον κατάλληλον καιρόν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα