ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΣΙΜΩΝ Ὀνίου υἱὸς ἱερεὺς ὁ μέγας, ὃς ἐν ζωῇ αὐτοῦ ὑπέρραψεν οἶκον καὶ ἐν ἡμέραις αὐτοῦ ἐστερέωσε τὸν ναόν·
Ο αρχιερεύς Σιμων, υιός του Ονίου, όταν εζούσεν, επιδιώρθωσε τον οίκον του Κυρίου και κατά τας ημέρας του εστέρεωσε γενικώτερα τον ναόν.
2 καὶ ὑπ᾿ αὐτοῦ ἐθεμελιώθη ὕψος διπλῆς, ἀνάλημμα ὑψηλὸν περιβόλου ἱεροῦ·
Αυτός εθεμελίωσε το διπλούν υψηλόν τείχος, προπύργιον προστατευτικόν της αυλής του ναού.
3 ἐν ἡμέραις αὐτοῦ ἠλαττώθη ἀποδοχεῖον ὑδάτων, λάκκος ὡσεὶ θαλάσσης τὸ περίμετρον·
Επί των ημέρων του κατεσκευάσθη η χάλκινη δεξαμένη υδάτων, λάκκος ο οποίος είχε περίμετρον όσην η θάλασσα του θυσιαστηρίου.
4 ὁ φροντίζων τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἀπὸ πτώσεως καὶ ἐνισχύσας πόλιν ἐν πολιορκήσει.
Φροντίζων δια την πρόληψιν καταστροφής του λαού ενίσχυσε την πόλιν δια περίπτωσιν πολιορκίας.
5 ὡς ἐδοξάσθη ἐν περιστροφῇ λαοῦ, ἐν ἐξόδῳ οἴκου καταπετάσματος·
Ποσον ένδοξος ήτο εν μέσω του λαού, που τον περιεκύκλωνεν, όταν μάλιστα εξήρχετο από τα άγια των αγίων!
6 ὡς ἀστὴρ ἑωθινὸς ἐν μέσῳ νεφελῶν, ὡς σελήνη πλήρης ἐν ἡμέραις,
Ητο ωσάν άστρον της αυγής, ωσάν άλλος αυγερινός ανάμεσα εις τα νέφη, όπως η ολόλαμπρος πανσέληνος,
7 ὡς ἥλιος ἐκλάμπων ἐπὶ ναὸν Ὑψίστου καὶ ὡς τόξον φωτίζον ἐν νεφέλαις δόξης,
ωσάν ήλιός που λάμπει επάνω στον ναόν του Υψίστου, ωσάν ουράνιον τόξον που ένδοξον φωτίζει επάνω εις τα νέφη·
8 ὡς ἄνθος ρόδων ἐν ἡμέραις νέων, ὡς κρίνα ἐπ᾿ ἐξόδῳ ὕδατος, ὡς βλαστὸς λιβάνου ἐν ἡμέραις θέρους,
ωσάν άνθος ρόδων κατά τας ημέρας της ανοίξεως. Οπως τα κρίνα εις τας διεξόδους των υδάτων, όπως ο βλαστός του αρωματώδους δένδρου λιβάνου εις τας ημέρας του θέρους·
9 ὡς πῦρ καὶ λίβανος ἐπὶ πυρίου, ὡς σκεῦος χρυσίου ὁλοσφύρητον κεκοσμημένον παντὶ λίθῳ πολυτελεῖ,
ως ευώδες θυμίαμα επάνω στο πυρ του θυμιατηρίου, ωσάν χρυσούν καλοδουλεμένον δοχείον, στολισμένον με παντός είδους πολύτιμους λίθους·
10 ὡς ἐλαία ἀναθάλλουσα καρποὺς καὶ ὡς κυπάρισσος ὑψουμένη ἐν νεφέλαις.
ωσάν πυκνόφυλλος καρποφόρος ελαία, ωσάν κυπάρισσος που υψώνεται ανάμεσα εις τα νέφη.
11 ἐν τῷ ἀναλαμβάνειν αὐτὸν στολὴν δόξης καὶ ἐνδιδύσκεσθαι αὐτὸν συντέλειαν καυχήματος, ἐν ἀναβάσει θυσιαστηρίου ἁγίου ἐδόξασε περιβολὴν ἁγιάσματος·
Οταν έπαιρνε (ο αρχιερεύς Σιμων) την ωραίαν αρχιερατικήν στολήν και την εφορούσε ως την λαμπροτέραν δόξαν του, καθώς ανήρχετο τας βαθμίδας του ιερού θυσιαστηρίου, εγέμιζεν από δόξαν το περίζωμα του ιερού θυσιαστηρίου.
12 ἐν δὲ τῷ δέχεσθαι μέλη ἐκ χειρῶν ἱερέων, καὶ αὐτὸς ἑστὼς παρ᾿ ἐσχάρᾳ βωμοῦ κυκλόθεν αὐτοῦ στέφανος ἀδελφῶν, ὡς βλάστημα κέδρου ἐν τῷ Λιβάνῳ· καὶ ἐκύκλωσαν αὐτὸν ὡς στελέχη φοινίκων·
Οταν έπαιρνε τα τεμάχια του θυσιασθέντος ζώου από τα χέρια των ιερέων και αυτός ίστατο όρθιος πλησίον εις την εσχάραν του βωμού, οι δε αδελφοί του ιερείς τον περιέβαλλαν ολόγυρα ωσάν στέφανος, ήτο αυτός ωσάν βλαστός κέδρου στον Λιβανον, οι δε άλλοι τον περιεκύκλωναν ως κορμοί φοινίκων.
13 καὶ πάντες οἱ υἱοὶ Ἀαρὼν ἐν δόξῃ αὐτῶν καὶ προσφορὰ Κυρίου ἐν χερσὶν αὐτῶν ἔναντι πάσης ἐκκλησίας Ἰσραήλ·
Ολοι οι ιερείς, απόγονοι του Ααρών, ήσαν ενδεδυμένοι τα μεγαλοπρεπή ιερατικά των ενδύματα, αι δε θυσίαι των προς τον Κυριον ήσαν εις τα χέρια των, ενώπιον όλης της συγκεντρώσεως όλων των Ισραηλιτών.
14 καὶ συντέλειαν λειτουργῶν ἐπὶ βωμῶν κοσμῆσαι προσφορὰν Ὑψίστου παντοκράτορος·
Αφού δε εξεπλήρωνε την λατρείαν επάνω στους βωμούς, προσφέρων με μεγαλοπρέπειαν προσφοράς προς τον Υψιστον, παντοδύναμον Θεόν,
15 ἐξέτεινεν ἐπὶ σπονδείου χεῖρα αὐτοῦ καὶ ἔσπεισεν ἐξ αἵματος σταφυλῆς, ἐξέχεεν εἰς θεμέλια θυσιαστηρίου ὀσμὴν εὐωδίας Ὑψίστῳ παμβασιλεῖ.
ήπλωνε το χέρι του στο δοχείον του οίνου και έχυνεν ως σπονδήν τον ως αίμα κόκκινον οίνον σταφυλής, και εσκόρπιζεν αυτόν εις την βάσιν του θυσιαστηρίου, οσμήν ευωδίας προς τον Υψιστον παμβασιλέα Θεόν.
16 τότε ἀνέκραγον υἱοὶ Ἀαρών, ἐν σάλπιγξιν ἐλαταῖς ἤχησαν, ἀκουστὴν ἐποίησαν φωνὴν μεγάλην εἰς μνημόσυνον ἔναντι Ὑψίστου.
Τοτε οι ιερείς, απόγονοι του Ααρών, εκραύγαζαν, εσάλπιζαν με τας σφυρηλατημένας εκ μετάλλου σάλπιγγάς των και έκαναν να ακούεται αλαλαγμός μεγάλος ενώπιον του Υψίστου, δια να τους ενθυμηθή ο Κυριος.
17 τότε πᾶς ὁ λαὸς κοινῇ κατέσπευσε καὶ ἔπεσαν ἐπὶ πρόσωπον ἐπὶ τὴν γῆν προσκυνῆσαι τῷ Κυρίῳ αὐτῶν παντοκράτορι Θεῷ τῷ Ὑψίστῳ·
Τοτε όλος ο λαός μαζή έσπευδε και έπιπτε ταυτοχρόνως κάτω εις την γην με το πρόσωπον στο έδαφος, δια να προσκυνήσουν τον Κυριον των, τον παντοκράτορα Υψιστον Θεόν.
18 καὶ ᾔνεσαν οἱ ψαλμῳδοὶ ἐν φωναῖς αὐτῶν, ἐν πλείστῳ οἴκῳ ἐγλυκάνθη μέλος.
Οι ψάλται υμνολογούσαν αυτόν εντείνοντες και εναρμονίζοντες τας φωνάς των και έτσι στον μέγαν εκείνον περίβολον του ναού ανεπέμπετο και ηκούετο γλυκεία μελωδία.
19 καὶ ἐδεήθη ὁ λαὸς Κυρίου Ὑψίστου ἐν προσευχῇ κατέναντι ἐλεήμονος, ἕως συντελεσθῇ κόσμος Κυρίου, καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ ἐτελείωσαν.
Ο λαός απηύθυνε θερμήν ικεσίαν προς τον Υψιστον Κυριον, ενώπιον του πολυευσπλάγχνου Θεού, μέχρις ότου τελείωση η λαμπρά τελετή και λήξη η τελετουργία της προσφοράς των δώρων.
20 τότε καταβὰς ἐπῇρε χεῖρας αὐτοῦ ἐπὶ πᾶσαν ἐκκλησίαν υἱῶν Ἰσραὴλ δοῦναι εὐλογίαν Κυρίῳ ἐκ χειλέων αὐτοῦ καὶ ἐν ὀνόματι αὐτοῦ καυχᾶσθαι.
Τοτε κατέβαινεν ο μέγας αρχιερεύς από το θυσιαστήριον, ύψωνε τας χείρας του προς την συγκέντρωσιν των Ισραηλιτών, δια να τους ευλογήση εν Κυρίω με τα χείλη του, και εν ονόματι Εκείνου να καυχάται την δικαίαν καύχησιν.
21 καὶ ἐδευτέρωσεν ἐν προσκυνήσει ἐπιδείξασθαι τὴν εὐλογίαν παρὰ Ὑψίστου.
Ο δε λαός δευτέραν τώρα φοράν προσεκύνει, δια να αποδεχθή την ευλογίαν εκ μέρους του Υψίστου.
22 Καὶ νῦν εὐλογήσατε τῷ Θεῷ πάντων τῷ μεγαλοποιοῦντι πάντη, τὸν ὑψοῦντα ἡμέρας ἡμῶν ἐκ μήτρας καὶ ποιοῦντα μεθ᾿ ἡμῶν κατὰ τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Και τώρα δοξολογήσατε τον Θεόν και Κυριον του σύμπαντος, ο οποίος παντού κάμνει έργα μεγάλα και θαυμαστά, ο οποίος δοξάζει τας ημέρας της ζωής μας εκ κοιλίας μητρός και πράττει προς ημάς σύμφωνα με το έλεός του.
23 δῴῃ ἡμῖν εὐφροσύνην καρδίας καὶ γενέσθαι εἰρήνην ἐν ἡμέραις ἡμῶν ἐν Ἰσραὴλ κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ αἰῶνος·
Είθε να δίδη ο Κυριος χαράν εις την καρδίαν μας, να ευδοκήση ώστε και επί των ημερών μας να επικρατήση ειρήνη εις την χώραν του Ισραήλ και στους αιώνας των αιώνων.
24 ἐμπιστεύσαι μεθ᾿ ἡμῶν τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ λυτρωσάσθω ἡμᾶς.~
Είθε να εμπιστευθή και πάλιν προς ημάς το έλεός του και να μας απαλλάξη κατά τας ημέρας αυτάς από πολέμους και εχθρούς.
25 Ἐν δυσὶν ἔθνεσι προσώχθισεν ἡ ψυχή μου, καὶ τὸ τρίτον οὐκ ἔστιν ἔθνος.
Δυο έθνη απεστράφη η ψυχή μου, το δε τρίτον δεν είναι καν έθνος.
26 οἱ καθήμενοι ἐν ὄρει Σαμαρείας καὶ Φυλιστιεὶμ καὶ ὁ λαὸς μωρὸς ὁ κατοικῶν ἐν Σικίμοις.
Αυτά είναι οι κάτοικοι του όρους Σηείρ, οι Φιλισταίοι και ο μωρός λαός, που κατοικεί εις τα Σικυμα, οι Σαμαρείται.
27 Παιδείαν συνέσεως καὶ ἐπιστήμης ἐχάραξα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ, Ἰησοῦς υἱὸς Σειρὰχ Ἱεροσολυμίτης, ὃς ἀνώμβρησε σοφίαν ἀπὸ καρδίας αὐτοῦ.
Διαπαιδαγώγησιν σοφίας και επιστήμην ορθήν έγραψα εγώ στο βιβλίον τούτο, εγώ ο Ιησούς, ο υιός του Σειράχ, ο Ιεροσολυμίτης, εγώ ωσάν βροχήν έβγαλα και εσκόρπισα από την καρδίαν μου την σοφίαν.
28 μακάριος ὃς ἐν τούτοις ἀναστραφήσεται, καὶ θεὶς αὐτὰ ἐπὶ καρδίαν αὐτοῦ σοφισθήσεται·
Μακάριος είναι εκείνος, ο οποίος θα ζη και θα κινήται πάντοτε ανάμεσα εις αυτά. Εκείνος, που θα βάλη αυτά μέσα εις την καρδιά του, θα γίνη σοφός και συνετός.
29 ἐὰν γὰρ αὐτὰ ποιήσῃ, πρὸς πάντα ἰσχύσει, ὅτι φῶς Κυρίου τὸ ἴχνος αὐτοῦ.
Διότι εάν εφαρμόση αυτά και ενεργή σύμφωνα με αυτά, θα είναι ισχυρός εις κάθε περίστασιν, διότι το φως του Κυρίου θα φωτίζη τον δρόμον της ζωής του.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα