ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ Ἰωσίου εἰς σύνθεσιν θυμιάματος ἐσκευασμένον ἔργῳ μυρεψοῦ· ἐν παντὶ στόματι ὡς μέλι γλυκανθήσεται καὶ ὡς μουσικὰ ἐν συμποσίῳ οἴνου.
Η μνήμη του Ιωσίου είναι ωσάν σύνθεσις θυμιάματος, κατεακευασμένου με τέχνην από ειδικόν μυροποιόν. Οπως το μέλι είναι γλυκύ εις κάθε στόμα, όπως η ωραία μουσική είναι ευχάριστος στο συμπόσιον, έτσι γλυκεία και ευχάριστος είναι η μνήμη του Ιωσίου.
2 αὐτὸς κατηυθύνθη ἐν ἐπιστροφῇ λαοῦ καὶ ἐξῇρε βδελύγματα ἀνομίας·
Αυτός καθωδήγησε και επέστρεψε το έθνος του εν μετανοία προς τον Θεόν και κατέστρεψεν όλα τα βδελυρά είδωλα της παρανομίας.
3 κατεύθυνε πρὸς Κύριον τὴν καρδίαν αὐτοῦ, ἐν ἡμέραις ἀνόμων κατίσχυσε τὴν εὐσέβειαν.~
Είχεν εστραμμένην την καρδίαν του πάντοτε προς τον Θεόν, και εις ημέρας που επικρατούσεν η ανομία, αυτός εστερέωσε την ευσέβειαν.
4 Πάρεξ Δαυὶδ καὶ Ἐζεκίου καὶ Ἰωσίου, πάντες πλημμέλειαν ἐπλημμέλησαν· κατέλιπον γὰρ τὸν νόμον τοῦ Ὑψίστου, οἱ βασιλεῖς Ἰούδα ἐξέλιπον·
Αλλά, πλην του Δαβίδ, του Εζεκίου και του Ιωσίου, όλοι οι άλλοι βασιλείς εξέκλιναν προς την αμαρτίαν, διότι εγκατέλειψαν τον νόμον του Θεού του Υψίστου. Ετσι δε δια τας αμαρτίας των εξέλιπαν οι βασιλείς από την φυλήν Ιούδα.
5 ἔδωκαν γὰρ τὸ κέρας αὐτῶν ἑτέροις καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν ἔθνει ἀλλοτρίῳ.
Υπεχρεώθησαν και έδωσαν την βασιλικήν των δύναμιν εις άλλους βασιλείς και την δόξαν των εις έθνος ξένον.
6 ἐνεπύρισαν ἐκλεκτὴν πόλιν ἁγιάσματος καὶ ἠρήμωσαν τὰς ὁδοὺς αὐτῆς ἐν χειρὶ Ἱερεμίου·
Τοτε οι εχθροί επυρπόλησαν την εκλεκτήν ιεράν πόλιν Ιερουσαλήμ και, όπως διηγείται ο προφήτης Ιερεμίας, ερήμωσαν τους δρόμους της.
7 ἐκάκωσαν γὰρ αὐτόν, καὶ αὐτὸς ἐν μήτρᾳ ἡγιάσθη προφήτης ἐκριζοῦν καὶ κακοῦν καὶ ἀπολλύειν, ὡσαύτως οἰκοδομεῖν καὶ καταφυτεύειν.
Οι κάτοικοι της πόλεως σκοτισμένοι από τας αμαρτίας των εκακοποίησαν τον Ιερεμίαν, ο οποίος εκ κοιλίας μητρός ήτο ηγιασμένος και προωρισμένος ως προφήτης να εκριζώνη, να καταστρέφη, να μεταβάλλη εις ερείπια, όπως επίσης και να κτίζη και να φυτεύη.
8 Ἰεζεκιὴλ ὃς εἶδεν ὅρασιν δόξης, ἣν ὑπέδειξεν αὐτῷ ἐπὶ ἅρματος Χερουβίμ·
Ο δε Ιεζεκιήλ ήτο ο προφήτης εκείνος, ο οποίος είδεν ένδοξον όραμα, που ο Κυριος του εφανέρωσε καθήμενος επάνω εις άρμα χερουβίμ.
9 καὶ γὰρ ἐμνήσθη τῶν ἐχθρῶν ἐν ὄμβρῳ καὶ ἀγαθῶσαι τοὺς εὐθύνοντας ὁδούς.
Ενεθυμήθη τους εχθρούς του Θεού και απέστειλεν εναντίον των ραγδαίαν βροχήν, έκαμε δε το καλόν εις εκείνους, οι οποίοι εβάδιζαν τον δρόμον του Κυρίου.
10 καὶ τῶν δώδεκα προφητῶν τὰ ὀστᾶ ἀναθάλοι ἐκ τοῦ τόπου αὐτῶν· παρεκάλεσε δὲ τὸν Ἰακὼβ καὶ ἐλυτρώσατο αὐτοὺς ἐν πίστει ἐλπίδος.~
Ας αναθάλουν εκ του τάφου των τα οστά των δώδεκα προφητών. Δια των προφητών αυτών ο Κυριος παρηγόρησε τον Ιακώβ και τους απογόνους του και με την βεβαίαν ελπίδα, που δίδει η πίστις, τους εστήριξεν εις την προσδοκίαν της λυτρώσεως.
11 Πῶς μεγαλύνωμεν τὸν Ζοροβάβελ; καὶ αὐτὸς ὡς σφραγὶς ἐπὶ δεξιᾶς χειρός,
Πως να δοξάσωμεν, όπως πρέπει, τον Ζοροβάβελ; Διότι αυτός είναι δακτυλίδι σφραγίδος στο δέξι χέρι.
12 οὕτως Ἰησοῦς υἱὸς Ἰωσεδέκ, οἳ ἐν ἡμέραις αὐτῶν ᾠκοδόμησαν οἶκον καὶ ἀνύψωσαν λαὸν ἅγιον Κυρίῳ ἡτοιμασμένον εἰς δόξαν αἰῶνος.
Τέτοιος είναι και ο Ιησούς ο υιός Ιωσεδέκ. Αυτοί εις τας ημέρας των ανοικοδόμησαν τον ναόν του Θεού και εξύψωσαν τον λαόν τον αφιερωμένον στον Κυριον, λαόν προητοιμασμένον δια την δόξαν του μέλλοντος αιώνος.
13 καὶ Νεεμίου ἐπὶ πολὺ τὸ μνημόσυνον τοῦ ἐγείραντος ἡμῖν τείχη πεπτωκότα καὶ στήσαντος πύλας καὶ μοχλοὺς καὶ ἀνεγείραντος τὰ οἰκόπεδα ἡμῶν.~
Μεγάλη είναι επίσης η μνήμη του Νεεμίου, ο οποίος ανήγειρε τα πεσμένα και ερειπωμένα τείχη της πόλεως, έστησεν ισχυράς τας πύλας εις τα τείχη, έβαλε μοχλούς και ανοικοδόμησε τας οικίας μας.
14 Οὐδὲ εἷς ἐκτίσθη οἷος Ἐνὼχ τοιοῦτος ἐπὶ τῆς γῆς· καὶ γὰρ αὐτὸς ἀνελήφθη ἀπὸ τῆς γῆς.
Ούτε ενας άνθρωπος δεν υπήρξεν, όπως ο Ενώχ επί της γης. Αυτός δια την αγιότητά του ανελήφθη ζων στον ουρανόν.
15 οὐδὲ ὡς Ἰωσὴφ ἐγεννήθη ἀνὴρ ἡγούμενος ἀδελφῶν, στήριγμα λαοῦ, καὶ τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ ἐπεσκέπησαν.
Ούτε ωσάν τον Ιωσήφ δεν εγεννήθη άλλος άνθρωπος εις την γην, αρχηγός των αδελφών του, στήριγμα του λαού του. Αυτού τα οστά με πολλήν επιμέλειαν εφυλάχθησαν.
16 Σὴμ καὶ Σὴθ ἐν ἀνθρώποις ἐδοξάσθησαν καὶ ὑπὲρ πᾶν ζῷον ἐν τῇ κτίσει Ἀδάμ.
Ο Σημ και ο Σηθ εδοξάσθησαν μεταξύ των ανθρώπων, υπέρ παν δε άλλο ζων δημιούργημα ετιμήθη ο πρωτόπλαστος Αδάμ.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα