ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἀνέστη Ἠλίας προφήτης ὡς πῦρ, καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ ὡς λαμπὰς ἐκαίετο·
Επειτα ενεφανίσθη ο προφήτης Ηλίας ωσάν πυρ, και ο λόγος του εφώτιζε και έκαιεν ως λαμπάδα.
2 ὃς ἐπήγαγεν ἐπ᾿ αὐτοὺς λιμὸν καὶ τῷ ζήλῳ αὐτοῦ ὠλιγοποίησεν αὐτούς·
Αυτός επέφερε λιμόν εναντίον των απίστων Ισραηλιτών και επάνω στον ιερόν ζήλον του εμίκρυνε τον αριθμόν των με τον εκ πείνης θάνατον.
3 ἐν λόγῳ Κυρίου ἀνέσχεν οὐρανόν, κατήγαγεν οὕτως τρὶς πῦρ.
Με τον λόγον του Κυρίου έκλεισε τον ουρανόν ώστε να μη βρέξη και τρεις φορές κατέβασε πυρ από τον ουρανόν.
4 ὡς ἐδοξάσθης, Ἠλία, ἐν τοῖς θαυμασίοις σου· καὶ τίς ὅμοιός σοι καυχᾶσθαι;
Ω Ηλία, πόσον εδοξάσθης με τα θαυματουργικά σου έργα! Ποιός δύναται να καυχηθή ότι είναι όμοιος με σέ;
5 ὁ ἐγείρας νεκρὸν ἐκ θανάτου καὶ ἐξ ᾅδου ἐν λόγῳ Ὑψίστου·
Συ με τον λόγον του Υψίστου ανέστησες νεκρόν από τον θάνατον και τον επανέφερες από τον άδην.
6 ὁ καταγαγὼν βασιλεῖς εἰς ἀπώλειαν καὶ δεδοξασμένους ἀπὸ κλίνης αὐτῶν·
Συ καθήρεσες και ωδήγησες βασιλείς εις καταστροφήν, και ένδοξα πρόσωπα από την επιθανάτιον κλίνην των.
7 ὁ ἀκούων ἐν Σινᾷ ἐλεγμὸν καὶ ἐν Χωρὴβ κρίματα ἐκδικήσεως·
Συ ήκουσες από τον Θεόν στο όρος Σινά συγκλονιστικάς αποκαλύψεις και εις την κορυφήν Χωρήβ δικαίας καταδικαστικάς αποφάσστου Θεού.
8 ὁ χρίων βασιλεῖς εἰς ἀνταπόδομα καὶ προφήτας διαδόχους μετ᾿ αὐτόν·
Συ έχρισες βασιλείς εκδικητάς, και προφήτας διαδόχους έπειτα από σέ.
9 ὁ ἀναληφθεὶς ἐν λαίλαπι πυρὸς ἐν ἅρματι ἵππων πυρίνων·
Συ ανελήφθης εις λαίλαπα πυρός με πύρινον άρμα και πυρίνους ίππους.
10 ὁ καταγραφεὶς ἐν ἐλεγμοῖς εἰς καιροὺς κοπάσαι ὀργὴν πρὸ θυμοῦ, ἐπιστρέψαι καρδίαν πατρὸς πρὸς υἱὸν καὶ καταστῆσαι φυλὰς Ἰακώβ.
Συ έχεις καταγραφή και προορισθή από τον Θεόν να ελέγξης στους εσχάτους καιρούς τους ασεβείς, δια να κοπάση η θεία οργή, να επιστρέψης την καρδίαν του πατρός προς τον υιόν και να αποκαταστήσης τας δώδεκα φυλάς του Ιακώβ.
11 μακάριοι οἱ ἰδόντες σε καὶ οἱ ἐν ἀγαπήσει κεκοσμημένοι, καὶ γὰρ ἡμεῖς ζωῇ ζησόμεθα.
Μακάριοι είναι εκείνοι, οι οποίοι σε είδον, οι στολισμένοι με την αγάπην του Θεού, και ημείς ασφαλώς και βεβαίως θα ζήσωμεν τότε, όταν εν τη δευτέρα παρουσία εμφανισθής.
12 Ἠλίας, ὃς ἐν λαίλαπι ἐσκεπάσθη, καὶ Ἐλισαιὲ ἐνεπλήσθη πνεύματος αὐτοῦ· καὶ ἐν ἡμέραις αὐτοῦ οὐκ ἐσαλεύθη ὑπὸ ἄρχοντος, καὶ οὐ κατεδυνάστευσεν αὐτὸν οὐδείς.
Οταν ο Ηλίας εσκεπάσθη από την λαίλαπα εκείνην και ανεφέρθη στον ουρανόν, ο Ελισσαίος εγέμισεν από το πνεύμα του Ηλιού. Κατά τας ημέρας της ζωής του ο Ελισσαίος δεν εταράχθη από κανένα άρχοντα, και κανείς δεν τον καθυπέταξε εις την θέλησίν του.
13 πᾶς λόγος οὐχ ὑπερῇρεν αὐτόν, καὶ ἐν κοιμήσει ἐπροφήτευσε τὸ σῶμα αὐτοῦ·
Τιποτε δεν ήτο ανώτερον από αυτόν· και όταν εκοιμήθη, το δε σώμα του έκειτο νεκρόν πλέον στον τάφον, εξεπληρώθη κάποια προφητεία, που είχεν είπει εν ζωή.
14 καὶ ἐν ζωῇ αὐτοῦ ἐποίησε τέρατα, καὶ ἐν τελευτῇ θαυμάσια τὰ ἔργα αὐτοῦ.~
Καθ' ον χρόνον εζούσε, έκαμε θαύματα· αλλά και κατά τον θάνατόν του επραγματοποίησε θαυμαστά έργα.
15 Ἐν πᾶσι τούτοις οὐ μετενόησεν ὁ λαὸς καὶ οὐκ ἀπέστησαν ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν, ἕως ἐπρονομεύθησαν ἀπὸ τῆς γῆς αὐτῶν καὶ ἐσκορπίσθησαν ἐν πάσῃ τῇ γῇ. καὶ κατελείφθη ὁ λαὸς ὀλιγοστός, καὶ ἄρχων τῷ οἴκῳ Δαυίδ·
Παρ' όλα όμως αυτά οι Ισραηλίται δεν μετενόησαν, δεν απεμακρύνθησαν από τας αμαρτίας των, μέχρις ότου έγιναν αιχμάλωτοι πολέμου, εξωρίσθησαν μακράν από τα μέρη της γης. Ολίγοι απ' αυτούς απέμειναν εις την Παλαιστίνην με αρχηγόν των κάποιον από την οικογένεια Δαβίδ.
16 τινὲς μὲν αὐτῶν ἐποίησαν τὸ ἀρεστόν, τινὲς δὲ ἐπλήθυναν ἁμαρτίας.~
Μερικοί από τους εναπομείναντας ετήρησαν το θέλημα του Θεού· εξ αντιθέτου μερικοί άλλοι επλήθυναν τας αμαρτίας των.
17 Ἐζεκίας ὠχύρωσε τὴν πόλιν αὐτοῦ καὶ εἰσήγαγεν εἰς τὸ μέσον αὐτῆς ὕδωρ, ὤρυξε σιδήρῳ ἀκρότομον καὶ ᾠκοδόμησε κρήνας εἰς ὕδατα.
Ο βασιλεύς Εζεκίας ωχύρωσε την πόλιν του, την Ιερουσαλήμ, και έφερε μέσα εις την πόλιν ύδωρ. Ηνοιξε με σιδηρά εργαλεία βράχον και έκτισε δεξαμενάς υδάτων.
18 ἐν ἡμέραις αὐτοῦ ἀνέβη Σενναχηρὶμ καὶ ἀπέστειλε Ραψάκην, καὶ ἀπῇρε· καὶ ἐπῇρεν ἡ χεὶρ αὐτοῦ ἐπὶ Σιὼν καὶ ἐμεγαλαύχησεν ἐν ὑπερηφανίᾳ αὐτοῦ.
Κατά τας ημέρας της βασιλείας του επήλθεν ο Σενναχηρίμ εναντίον της Ιουδαίας και έστειλε τον στροπηγόν Ραψάκην εναντίον της Ιερουσαλήμ. Ο Ραψάκης με συνοδείαν πολλήν εξεκίνησε και ήλθεν, ύψωσεν απειλητικήν την χείρα του κατά της Σιών και αλαζονικώς εκόμπαζεν εναντίον της με πολλήν υπερηφάνειαν.
19 τότε ἐσαλεύθησαν καρδίαι καὶ χεῖρες αὐτῶν, καὶ ὠδίνησαν ὡς αἱ τίκτουσαι·
Τοτε εταράχθησαν αι καρδίαι των κατοίκων, τα χέρια των παρέλυσαν και μεγάλοι πόνοι τους κατέλαβαν.
20 καὶ ἐπεκαλέσαντο τὸν Κύριον τὸν ἐλεήμονα ἐκπετάσαντες τὰς χεῖρας αὐτῶν πρὸς αὐτόν. καὶ ὁ ἅγιος ἐξ οὐρανοῦ ταχὺ ἐπήκουσεν αὐτῶν καὶ ἐλυτρώσατο αὐτοὺς ἐν χειρὶ Ἡσαΐου.
Αλλά παρεκάλεσαν τον πολυεύσπλαγχνον Κυριον, ύψωσαν τας χείρας των προς αυτόν· και ο άγιος Θεός ήκουσε την προσευχήν των ταχέως από τον ουρανόν και τους εγλύτωσεν από τα χέρια του Ραψάκου δια του προφήτου Ησαΐου.
21 ἐπάταξε τὴν παρεμβολὴν τῶν Ἀσσυρίων. καὶ ἐξέτριψεν αὐτοὺς ὁ ἄγγελος αὐτοῦ.
Εκτύπησε το στράτευμα των Ασυρρίων και ο άγγελος του Θεού τους συνέτριψε.
22 ἐποίησε γὰρ Ἐζεκίας τὸ ἀρεστὸν Κυρίῳ καὶ ἐνίσχυσεν ἐν ὁδοῖς Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἃς ἐνετείλατο Ἡσαΐας ὁ προφήτης, ὁ μέγας καὶ πιστὸς ἐν ὁράσει αὐτοῦ.
Διότι ο Εζεκίας έπραξε το ευάρεστον ενώπιον του Θεού· με σταθερότητα και αποφασιστικότητα εβάδισε τους δρόμους του προπάτορός του Δαβίδ, όπως τον διέταξεν ο προφήτης Ησαΐας ο μέγας αυτός και αληθινός εις τας προφητικάς του οράσεις ανήρ.
23 ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ ἀνεπόδισεν ὁ ἥλιος καὶ προσέθηκε ζωὴν βασιλεῖ.
Κατά τας ημέρας του προφήτου Ησαΐου επί Εζεκίου ανεστράφη η πορεία του ηλίου και ο Ησαΐας εχάρισεν έτη ζωής στον βασιλέα.
24 πνεύματι μεγάλῳ εἶδε τὰ ἔσχατα καὶ παρεκάλεσε τοὺς πενθοῦντας ἐν Σιών·
Με τον φωτισμόν του Αγίου Πνεύματος είδεν ο Ησαΐας τα μέλλοντα γεγονότα και παρηγόρησε τους πενθούντας κατοίκους της Σιών.
25 ἕως τοῦ αἰῶνος ὑπέδειξε τὰ ἐσόμενα καὶ τὰ ἀπόκρυφα πρὶν ἢ παραγενέσθαι αὐτά.
Αυτός προεφήτευσε και απεκάλυψεν εκείνα, τα οποία θα συμβούν στο μέλλον, κρυμμένα και άγνωστα πράγματα, πριν πραγματοποιηθούν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα