ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ μετὰ τοῦτο ἀνέστη Νάθαν προφητεύειν ἐν ἡμέραις Δαυίδ.
Επειτα παρουσιάσθη ο Ναθαν, δια να εξαγγέλλη το θέλημα του Κυρίου ως προφήτης κατά την εποχήν του Δαβίδ.
2 ὥσπερ στέαρ ἀφωρισμένον ἀπὸ σωτηρίου, οὕτως Δαυὶδ ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Οπως ξεχωρίζεται το λίπος κατά την ειρηνιήην επί τη σωτηρία θυσίαν, έτσι, και ο Δαβίδ εξελέγη ανάμεσα από όλους τους Ισραηλίτας.
3 ἐν λέουσιν ἔπαιξεν ὡς ἐν ἐρίφοις καὶ ἐν ἄρκοις ὡς ἐν ἄρνασι προβάτων.
Αυτός κατά την νεανικήν του ηλικίαν έπαιζε με τους λέοντας ωσάν με τα ερίφια, και με τας άρκτους ωσάν με τα αρνιά των προβάτων.
4 ἐν νεότητι αὐτοῦ οὐχὶ ἀπέκτεινε γίγαντα καὶ ἐξῇρεν ὀνειδισμὸν ἐκ λαοῦ ἐν τῷ ἐπᾶραι χεῖρα ἐν λίθῳ σφενδόνης καὶ καταβαλεῖν γαυρίαμα τοῦ Γολιάθ;
Ο Δαβίδ κατά την νεανικήν του ηλικίαν αυτός δεν εφόνευσε τον γίγαντα εκείνον τον Γολιάθ και αφήρεσε την καταισχύνην και την ύβριν από τον λαόν του Ισραήλ, όταν εσήκωσε το χέρι του, δια να εκσφενδονίση τον λίθον και να καταρρίψη την αλαζονείαν του Γολιάθ;
5 ἐπεκαλέσατο γὰρ Κύριον τὸν Ὓψιστον καὶ ἔδωκεν ἐν τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ κράτος ἐξᾶραι ἄνθρωπον δυνατὸν ἐν πολέμῳ, ἀνυψῶσαι κέρας λαοῦ αὐτοῦ.
Παρεκάλεσε τον Υψιστον Κυριον, και εκείνος έδωσεν εις την δεξιάν του χείρα δύναμιν, ώστε να εξοντώση άνθρωπον δυνατόν στον πόλεμον και να ανυψώση την δύναμιν του λαού του.
6 οὕτως ἐν μυριάσιν ἐδόξασαν αὐτὸν καὶ ᾔνεσαν αὐτὸν ἐν εὐλογίαις Κυρίου ἐν τῷ φέρεσθαι αὐτῷ διάδημα δόξης·
Ετσι δε και τον εδόξασαν αι γυναίκες, διότι εφόνευσε μυριάδας εχθρών και του έψαλαν εγκώμια με ευλογίας προς τον Κυριον, όταν του προσέφεραν ένδοξον διάδημα, την βασιλείαν.
7 ἐξέτριψε γὰρ ἐχθροὺς κυκλόθεν καὶ ἐξουδένωσε Φυλιστιεὶμ τοὺς ὑπεναντίους· ἕως σήμερον συνέτριψεν αὐτῶν κέρας.
Συνέτριψε τους γύρω εχθρούς και εξουδένωσε τους εχθρούς, τους Φιλισταίους. Τα συντριπτικά του κτυπήματα τους κρατούν μέχρι σήμερον αδύνατους και ταπεινωμένους.
8 ἐν παντὶ ἔργῳ αὐτοῦ ἔδωκεν ἐξομολόγησιν ἁγίῳ Ὑψίστῳ ρήματι δόξης· ἐν πάσῃ καρδίᾳ αὐτοῦ ὕμνησε καὶ ἠγάπησε τὸν ποιήσαντα αὐτόν.
Εις όλα όμως αυτού τα θαυμαστά έργα εδοξολογούσε και ευχαριστούσε τον Αγιον, τον Υψιστον Κυριον, με ύμνους δοξολογίας, και υμνολόγησε και ηγάπησε τον ποιητήν του με όλην του την καρδίαν.
9 καὶ ἔστησε ψαλτῳδοὺς κατέναντι τοῦ θυσιαστηρίου καὶ ἐξ ἠχοῦς αὐτῶν γλυκαίνειν μέλη·
Εγκατέστησε ψάλτας μετά οργάνων εμπρός από το θυσιαστήριον, ώστε από τον ήχον των μουσικών συνθέσεων να ακούωνται γλυκείαι αελωδίαι.
10 ἔδωκεν ἐν ἑορταῖς εὐπρέπειαν καὶ ἐκόσμησε καιροὺς μέχρι συντελείας ἐν τῷ αἰνεῖν αὐτοὺς τὸ ἅγιον ὄνομα αὐτοῦ καὶ ἀπὸ πρωΐ ἠχεῖν τὸ ἁγίασμα.
Εδωκεν ιδιαιτέραν μεγαλοπρέπειαν εις τας εορτάς, ιδιαιτέραν λαμποότητα εις τας εορτασίμους εποχάς, και εις όλας τας λεπτομερείας ώρισε να υμνολογούν οι ψάλται το άγιον όνομα του Θεού και να αντηχούν από της πρωΐας αι ψαλμωδίαι εις την αγίαν Σκηνήν του Μαρτυρίου.
11 Κύριος ἀφεῖλε τὰς ἁμαρτίας αὐτοῦ καὶ ἀνύψωσεν εἰς αἰῶνα τὸ κέρας αὐτοῦ καὶ ἔδωκεν αὐτῷ διαθήκην βασιλέων καὶ θρόνον δόξης ἐν τῷ Ἰσραήλ.~
Ο Κυριος αφήρεσε τας αμαρτίας του, εμεγάλυνε την δύναμίν του ακατάλυτον στους αιώνας, και εδωσεν εις αυτόν την υπόσχεσιν περί βασιλέων, που θα ανεδεικνύοντο από τους απογόνους του, και ανέδειξεν ένδοξον τον θρόνον του στον Ισροηλιτικόν λαόν.
12 Μετὰ τοῦτον ἀνέστη υἱὸς ἐπιστήμων καὶ δι᾿ αὐτὸν κατέλυσεν ἐν πλατυσμῷ·
Επειτα από αυτόν ενεφανίσθη ο σοφός υιός του ο Σολομών, ο οποίος χάριν του Δαβίδ έζησε με άνεσιν και ευτυχίαν
13 Σαλωμὼν ἐβασίλευσεν ἐν ἡμέραις εἰρήνης, ᾧ ὁ Θεὸς κατέπαυσε κυκλόθεν, ἵνα στήσῃ οἶκον ἐπ᾿ ὀνόματι αὐτοῦ καὶ ἑτοιμάσῃ ἁγίασμα εἰς τὸν αἰῶνα.
Ο Σολομών εβασίλευσεν εις καιρόν ειρήνης. Προς χάριν του ο Θεός κατέπαυσε κάθε πόλεμον κύκλω του, ώστε αυτός απερίσπαστος να ανοικοδομήση τον ναόν επ' ονόματι του Θεού και να ετοιμάση το ιερόν του Κυρίου στον αιώνα
14 ὡς ἐσοφίσθης ἐν νεότητί σου καὶ ἐνεπλήσθης ὡς ποταμὸς συνέσεως.
Ω Σολομών, πόσον σοφός υπήρξες κατά την νεότητά σου! Εγέμισες από σοφίαν, όπως πλημμυρίζη ο ποταμός από ύδατα.
15 γῆν ἐπεκάλυψεν ἡ ψυχή σου, καὶ ἐνέπλησας ἐν παραβολαῖς αἰνιγμάτων·
Η μεγάλη σοφή σου διάνοια εσκέπασε την γην, την εγέμισες με σοφά και βαθυστόχαστα αποφθέγματα!
16 εἰς νήσους πόρρω ἀφίκετο τὸ ὄνομά σου, καὶ ἠγαπήθης ἐν τῇ εἰρήνῃ σου·
Το όνομά σου έφθασεν εις τας γύρω μακρυνάς νήσους και ηγαπήθης δια την ειρηνικήν βασιλείαν σου.
17 ἐν ᾠδαῖς καὶ παροιμίαις καὶ παραβολαῖς καὶ ἐν ἑρμηνείαις ἀπεθαύμασάν σε χῶραι.
Ολαι αι χώραι σε εθαύμασαν δια τας ωδάς σου, τας παροιμίας σου, τας παραβολάς σου και τας σοφάς εξηγήσεις, που έδιδες.
18 ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐπικεκλημένου Θεοῦ Ἰσραήλ, συνήγαγες ὡς κασσίτερον τὸ χρυσίον καὶ ὡς μόλυβδον ἐπλήθυνας ἀργύριον.
Εν ονόματι Κυρίου του Θεού σου, ο οποίος είναι Θεός του ισραηλιτικού λαού, συνεκέντρωσες το χρυσίον, ωσάν τον κασσίτερον, και απροσμέτρητον πλήθος αργυρίου, ωσάν τον μόλυβδον.
19 παρανέκλινας τὰς λαγόνας σου γυναιξὶ καὶ ἐνεξουσιάσθης ἐν τῷ σώματί σου·
Παρεδόθης όμως δια φιληδονίαν εις τας γυναίκας και έδωκες εις αυτάς εξουσίαν επί του σώματός σου.
20 ἔδωκας μῶμον ἐν τῇ δόξῃ σου καὶ ἐβεβήλωσας τὸ σπέρμα σου ἐπαγαγεῖν ὀργὴν ἐπὶ τὰ τέκνα σου καὶ κατενύγην ἐπὶ τῇ ἀφροσύνῃ σου,
Εξ αιτίας των πτώσεών σου αυτών προσήψες κηλίδας στο ένδοξον όνομά σου, εβεβήλωσες τους απογόνους σου, ώοτε να επέλθη η οργή του Θεού εναντίον των τέκνων σου. Εγώ, όταν επληροφορηθην αυτά, επόνεσα βαθύτατα και έκλαυσα δι' αυτήν σου την αφροσύνην.
21 γενέσθαι δίχα τυραννίδα καὶ ἐξ Ἐφραὶμ ἄρξαι βασιλείαν ἀπειθῆ.
Εγινες αιτία να διαιρεθή το βασίλειόν σου εις δύο και η φυλή Εφραίμ να γίνη αρχηγός εις μίαν βασιλείαν ανυπάκουον και ασεβή.
22 ὁ δὲ Κύριος οὐ μὴ καταλίπῃ τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ οὐ μὴ διαφθείρῃ ἀπὸ τῶν ἔργων αὐτοῦ, οὐδὲ μὴ ἐξαλείψῃ ἐκλεκτοῦ αὐτοῦ ἔκγονα καὶ σπέρμα τοῦ ἀγαπήσαντος αὐτὸν οὐ μὴ ἐξάρῃ· καὶ τῷ Ἰακὼβ ἔδωκε κατάλειμμα καὶ τῷ Δαυὶδ ἐξ αὐτοῦ ρίζαν.~
Ομως ο Κυριος δεν θα απαρνηθή το έλεός του και δεν θα επιτρέψη κανένα εκ των έργων του να καταστραφή. Δεν θα εξολοθρεύση τους απογόνους του Δαβίδ, του εκλεκτού αυτού ανθρώπου του. Δεν θα εξαφανίση το σπέρμα του Δαβίδ, ο οποίος τόσον τον είχεν αγαπήσει, θα αφήση στον Ιακώβ απογόνους και στον Δαβίδ μίαν ρίζαν, που θα εξέλθη από αυτόν.
23 Καὶ ἀνεπαύσατο Σαλωμὼν μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ καὶ κατέλιπε μετ᾿ αὐτὸν ἐκ τοῦ σπέρματος αὐτοῦ λαοῦ ἀφροσύνην καὶ ἐλασσούμενον συνέσει, Ροβοάμ, ὃς ἀπέστησε λαὸν ἐκ βουλῆς αὐτοῦ, καὶ Ἱεροβοὰμ υἱὸν Ναβάτ, ὃς ἐξήμαρτε τὸν Ἰσραὴλ καὶ ἔδωκε τῷ Ἐφραὶμ ὁδὸν ἁμαρτίας.
Οταν ο Σολομών ανεπαύθη μετά των πατέρων του, αφήκε διάδοχόν του ένα υιόν του, τον Ροβοάμ, την προσωποποίησα της αφροσύνης, ο οποίος εστερείτο συνέσεως. Αυτός εξώθησε τον λαόν εις αποστασίαν από το θέλημα του Κυρίου. Αυτός με την αωροσύνην του αφήκε τον Ιεροβοάμ, υιόν του Ναβάτ και εξώθησε εις την αμαρτωλήν ζωήν του Ισραηλίτας και ήνοιξεν οδόν αμαρτίας δια την φυλήν του Εφραίμ.
24 καὶ ἐπληθύνθησαν αἱ ἁμαρτίαι αὐτῶν σφόδρα ἀποστῆσαι αὐτοὺς ἀπὸ τῆς γῆς αὐτῶν·
Ετσι δε επληθύνθησαν πάρα πολύ αι αμαρτία στον βασίλειον του Ισραήλ, αι οποίαι και υπήρξαν αιτία να απομακρυνθούν και εξορισθούν αυτοί από την γην των ποτέρων των.
25 καὶ πᾶσαν πονηρίαν ἐξεζήτησαν, ἕως ἐκδίκησις ἔλθῃ ἐπ᾿ αὐτούς.
Ανεζήτησαν και διέπραξαν κάθε είδος κακίας, μέχρις ότου εξέσπασεν εναντίον αυτών η δικαία μεγάλη τιμωρία εκ μέρους του Θεού.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα