ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΠΑΤΕΡΩΝ ΥΜΝΟΣ.~ Αἰνέσωμεν δὴ ἄνδρας ἐνδόξους καὶ τοὺς πατέρας ἡμῶν τῇ γενέσει.
ΥΜΝΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ - Ας επαινέσωμεν τώρα τους ενδόξους άνδρας, τους προπάτορας ημών, κατά την σειράν της γενεαλογίας των.
2 πολλὴν δόξαν ἔκτισεν ὁ Κύριος, τὴν μεγαλωσύνην αὐτοῦ ἀπ᾿ αἰῶνος.
Μεγάλην δόξαν ητοίμασεν ο Κυριος δι' αυτούς και το μεγαλείον του εφανέρωσεν εις αυτούς ευθύς εξ αρχής.
3 κυριεύοντες ἐν ταῖς βασιλείαις αὐτῶν καὶ ἄνδρες ὀνομαστοὶ ἐν δυνάμει· βουλεύοντες ἐν συνέσει αὐτῶν, ἀπηγγελκότες ἐν προφητείαις·
Υπήρξαν μερικοί από αυτούς κύριοι εις τα βασίλειά των, ονομαστοί δια την δύναμίν των, σύμβουλοι πλήρεις σοφίας, αναγγέλλοντες το θέλημα του Θεού, δια προφητικών αποκαλύψεων.
4 ἡγούμενοι λαοῦ ἐν διαβουλίοις καὶ συνέσει γραμματείας λαοῦ, σοφοὶ λόγοι ἐν παιδείᾳ αὐτῶν·
Ηγεμόνες λαών, οι οποίοι με τας σύμβουλάς των, με την σοφίαν της μορφώσεώς των κατηύθυναν τους λαούς, εδίδασκον με τα σοφά των λόγια την αληθή μόρφωσιν.
5 ἐκζητοῦντες μέλη μουσικῶν καὶ διηγούμενοι ἔπη ἐν γραφῇ·
Αλλοι εκαλλιέργησαν την μουσικήν, μάλιστα δε τας ιεράς μελωδίας. Συνέθεσαν και παρέδωσαν γραπτώς επικά ποιήματα.
6 ἄνδρες πλούσιοι κεχορηγημένοι ἰσχύϊ, εἰρηνεύοντες ἐν παροικίαις αὐτῶν·
Ανδρες πλούσιοι, προικισμένοι με δύναμιν, ζώντες ειρηνικώς στους τόπους της παραμονής των.
7 πάντες οὗτοι ἐν γενεαῖς ἐδοξάσθησαν, καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν καύχημα.
Ολοι αυτοί εδοξάσθησαν από τους συγχρόνους των· ήσαν το καύχημα της εποχής των.
8 εἰσὶν αὐτῶν οἳ κατέλιπον ὄνομα τοῦ ἐκδιηγήσασθαι ἐπαίνους·
Μερικοί από αυτούς αφήκαν ένδοξον όνομα, ώστε και οι μεταγενέστεροι άνθρωποι να πλέκουν δι' αυτούς εγκώμια.
9 καὶ εἰσὶν ὧν οὐκ ἔστι μνημόσυνον καὶ ἀπώλοντο ὡς οὐχ ὑπάρξαντες καὶ ἐγένοντο ὡς οὐ γεγονότες καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν μετ᾿ αὐτούς.
Υπάρχουν όμως και μερικοί άλλοι, των οποίων ουδεμία ανάμνησις έχει διατηρηθή. Εχάθησαν, ως εάν δεν υπήρξαν· έγιναν, ως εάν δεν είχαν ποτέ γίνει. Κατά τον ίδιον τρόπον και τα τέκνα των υστέρα από αυτούς.
10 ἀλλ᾿ ἢ οὗτοι ἄνδρες ἐλέους, ὧν αἱ δικαιοσύναι οὐκ ἐπελήσθησαν·
Αλλ' ιδού, ότι υπάρχουν και άνθρωποι των αγαθών έργων, των οποίων ανθρώπων αι αρεταί δεν έχουν λησμονηθή.
11 μετὰ τοῦ σπέρματος αὐτῶν διαμενεῖ ἀγαθὴ κληρονομία, ἔκγονα αὐτῶν·
Η αγαθή των κληρονομία, το έντιμον όνομά των παραμένει εις τα παιδιά των. Συνεχίζεται στους απογόνους των.
12 ἐν ταῖς διαθήκαις ἔστη σπέρμα αὐτῶν καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν δι᾿ αὐτούς·
Οι απόγονοί των παρέμειναν πιστοί εις τας μετά του Κυρίου συμφωνίας και τα τέκνα των ζουν ένδοξα χάρις εις την αρετήν των προγόνων των.
13 ἕως αἰῶνος μενεῖ σπέρμα αὐτῶν, καὶ ἡ δόξα αὐτῶν οὐκ ἐξαλειφθήσεται·
Μέχρις αιώνων θα παραμείνουν οι απόγονοί των και η δόξα των δεν θα εξαφανισθή.
14 τὰ σώματα αὐτῶν ἐν εἰρήνῃ ἐτάφη, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῶν ζῇ εἰς γενεάς·
Τα σώματά των ενεταφιάσθησαν εν ειρήνη μετά μεγάλων τιμών και το όνομά των ζη εις τας γενεάς των γενεών.
15 σοφίαν αὐτῶν διηγήσονται λαοί, καὶ τὸν ἔπαινον ἐξαγγέλλει ἐκκλησία.
Οι λαοί θα διηγούνται την σοφίαν των και εις συγκεντρώσεις λαού θα διαλαλήται ο έπαινός των.
16 Ἐνὼχ εὐηρέστησε Κυρίῳ καὶ μετετέθη, ὑπόδειγμα μετανοίας ταῖς γενεαῖς.
Ο Ενώχ ευηρέστησε στον Κυριον και δια τούτο ανελήφθη ζων, αναδειχθείς υπόδειγμα μετανοίας δια τας κατόπιν γενεάς.
17 Νῶε εὑρέθη τέλειος δίκαιος, ἐν καιρῷ ὀργῆς ἐγένετο ἀντάλλαγμα· διὰ τοῦτον ἐγενήθη κατάλειμμα τῇ γῇ, ὅτε ἐγένετο κατακλυσμός·
Ο Νώε ευρέθη τέλειος και δίκαιος εις την εποχήν, κατά την οποίαν έμελλε να εκσπάση καταστρεπτική η οργή του Θεού εναντίον της αμαρτωλής ανθρωπότητας. Ευρέθη αυτός αντάλλαγμα και υγιής ρίζα δια την μέλλουσαν ανθρωπότητα. Χαρις εις αυτόν παρέμεινεν ένα κατάλειμμα ανθρώπων εις την γην, όταν έγινεν ο κατακλυσμός.
18 διαθῆκαι αἰῶνος ἐτέθησαν πρὸς αὐτόν, ἵνα μὴ ἐξαλειφθῇ κατακλυσμῷ πᾶσα σάρξ.~
Διαθήκαι αιωνίου κύρους εδόθησαν από τον Θεόν προς αυτόν, ότι δηλαδή δεν θα εξαλειφθή ποτέ ο ζωϊκός κόσμος δια νέου κατακλυσμού.
19 Ἁβραὰμ μέγας πατὴρ πλήθους ἐθνῶν, καὶ οὐχ εὑρέθη ὅμοιος ἐν τῇ δόξῃ·
Ο Αβραάμ ανεδείχθη μέγας πατριάρχης, γενάρχης πολλών εθνών, και κανείς άλλος όμοιος προς αυτόν κατά την δόξαν δεν παρουσιάσθη επί της γης.
20 ὃς συνετήρησε νόμον Ὑψίστου καὶ ἐγένετο ἐν διαθήκῃ μετ᾿ αὐτοῦ· ἐν σαρκὶ αὐτοῦ ἔστησε διαθήκην καὶ ἐν πειρασμῷ εὑρέθη πιστός.
Αυτός ετήρησε τον νόμον του Υψίστου Θεού και με αυτόν, ως εκπρόσωπον του ανθρωπίνου γένους, έγινεν η επίσημος Διαθήκη του Θεού· επεκυρώθη δε και επισημοποιήθη η Διαθήκη δια της περιτομής της σαρκός αυτού. Κατά δε τον μεγάλον πειρασμόν αυτός ανεδείχθη πιστός μέχρι τέλους.
21 διὰ τοῦτο ἐν ὅρκῳ ἔστησεν αὐτῷ ἐνευλογηθῆναι ἔθνη ἐν τῷ σπέρματι αὐτοῦ, πληθῦναι αὐτὸν ὡς χοῦν τῆς γῆς καὶ ὡς ἄστρα ἀνυψῶσαι τὸ σπέρμα αὐτοῦ καὶ κατακληρονομῆσαι αὐτοὺς ἀπὸ θαλάσσης ἕως θαλάσσης καὶ ἀπὸ ποταμοῦ ἕως ἄκρου γῆς.
Δια τούτο και ο Θεός με όρκον επισήμως και αμετακλήτως του υπεσχέθη, ότι θα λάβουν τας ευλογίας όλα τα έθνη δια μέσου του απογόνου του, ότι θα πληθύνη τους απογόνους του ωσάν την σκόνιν της γης· ωσάν τα άστρα του ουρανού θα ανυψώση εις αριθμόν και θα δοξάση τους απογόνους του. Θα δώση εις αυτούς κληρονομίαν από την μίαν θάλασσαν μέχρι της άλλης, από τον ένα ποταμόν έως τον άλλον, που ευρίσκεται στο άκρον της γης.
22 καὶ ἐν τῷ Ἰσαὰκ ἔστησεν οὕτως διὰ Ἁβραὰμ τὸν πατέρα αὐτοῦ εὐλογίαν πάντων ἀνθρώπων καὶ διαθήκην
Και στον Ισαάκ, προς χάριν του πατρός του, του Αβραάμ, ανενέωσε και εθεμελίωσε την Διαθήκην της ευλογίας του προς όλους τους ανθρώπους.
23 καὶ κατέπαυσεν ἐπὶ κεφαλὴν Ἰακώβ. ἐπέγνω αὐτὸν ἐν εὐλογίαις αὐτοῦ καὶ ἔδωκεν αὐτῷ ἐν κληρονομίᾳ· καὶ διέστειλε μερίδας αὐτοῦ, ἐν φυλαῖς ἐμέρισε δεκαδύο.
Αυτή η Διαθήκη επανεπαύθη επί της κεφαλής του Ιακώβ. Επεβεβαίωσεν εις αυτόν τας ευλογίας του και του έδωσε την γην της Επαγγελίας ως κληρονομίαν του. Αυτός διεμοίρασεν εις δώδεκα περιοχάς την γην της Επαγγελίας δια τας δώδεκα φυλάς.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα