ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΑΣΧΟΛΙΑ μεγάλη ἔκτισται παντὶ ἀνθρώπῳ καὶ ζυγὸς βαρὺς ἐπὶ υἱοὺς Ἀδὰμ ἀφ᾿ ἡμέρας ἐξόδου ἐκ γαστρὸς μητρὸς αὐτῶν ἕως ἡμέρας ἐπιστροφῆς εἰς μητέρα πάντων·
Μεγάλη και πολυμέριμνος απασχόλησις έχει επιβληθή εις κάθε άνθρωπον. Βαρύς ζυγός επάνω στους υιούς του Αδάμ από της ημέρας, από της οποίας ο καθένας γεννάται μέχρι της ημέρας, που θα επιστρέψη εις την γην, την μητέρα όλων.
2 τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν καὶ φόβον καρδίας, ἐπίνοια προσδοκίας, ἡμέρα τελευτῆς.
Εκείνο που εμβάλλει μελαγχολίαν στους διαλογισμούς του και φόβον εις την καρδίαν, είναι η σκέψις και η αγωνιώδης προσμονή της ημέρας του θανάτου.
3 ἀπὸ καθημένου ἐπὶ θρόνου ἐν δόξῃ καὶ ἕως τεταπεινωμένου ἐν γῇ καὶ σποδῷ,
Εις όλους συμβαίνει αυτό, από τον άνθρωπον ο οποίος κάθεται επάνω εις ένδοξον θρόνον, μέχρι τον άθλιον πτωχόν που κάθεται επάνω στο χώμα και την στάκτην,
4 ἀπὸ φοροῦντος ὑάκινθον καὶ στέφανον καὶ ἕως περιβαλλομένου ὠμόλινον,
από τον άρχοντα που φορεί πολύτιμον κυανούν χιτώνα και στεφάνι στο κεφάλι και έως εκείνον, που φορεί ως ιμάτιον ένα χονδροκαμωμένον λίνον ύφασμα·
5 θυμὸς καὶ ζῆλος καὶ ταραχὴ καὶ σάλος καὶ φόβος θανάτου καὶ μηνίαμα καὶ ἔρις· καὶ ἐν καιρῷ ἀναπαύσεως ἐπὶ κοίτης ὕπνος νυκτὸς ἀλλοιοῖ γνῶσιν αὐτοῦ.
ο θυμός, η ζηλοφθονία, η ταραχή, η αναστάτωσις, ο φόβος του θανάτου, η οργή και η έρις, ταράσσουν και συγκλονίζουν όλους τους ανθρώπους. Και όταν ο άνθρωπος αναπαύεται κατά την νύκτα εις την κλίνην του, ο νυκτερινός ύπνος αλλοιώνει και επιδεινώνει τας σκέψεις και ανησυχίας.
6 ὀλίγον ὡς οὐδὲν ἐν ἀναπαύσει, καὶ ἀπ᾿ ἐκείνου ἐν ὕπνοις ὡς ἐν ἡμέρᾳ σκοπιᾶς τεθορυβημένος ἐν ὁράσει καρδίας αὐτοῦ, ὡς ἐκπεφευγὼς ἀπὸ προσώπου πολέμου.
Αναπαύεται ολίγον, που ισοδυναμεί μάλλον με το τίποτε, και κατά το ελάχιστον αυτό χρονικόν διάστημα του φαίνεται ωσάν να είναι επάνω εις φυλάκιον περιστοιχιζόμενος από εχθρούς. Αναστατώνεται από τα φαντάσματα αυτά του πνεύματός του, ευρίσκεται ακόμη υπό το κράτος του τρόμου, ως εάν έχη διαφύγει από φονικήν μάχην.
7 ἐν καιρῷ σωτηρίας αὐτοῦ ἐξηγέρθη καὶ ἀποθαυμάζων εἰς οὐδένα φόβον.
Κατά την στιγμήν δέ που νομίζει εν τω ονείρω του ότι διεσώθη αυτό την φονικήν μάχην, απορεί και ο ίδιος δια τον αδικαιολόγητον και ανύπαρκτον φόβον του.
8 μετὰ πάσης σαρκὸς ἀπὸ ἀνθρώπου ἕως κτήνους, καὶ ἐπὶ ἁμαρτωλῶν ἑπταπλάσια πρὸς ταῦτα·
Ολα αυτά συμβαίνουν εις κάθε έμβιον ον, από του ανθρώπου μέχρι του ζώου. Εις τους αμαρτωλούς όμως είναι αυτά επτά φορές περισσότερα.
9 θάνατος καὶ αἷμα καὶ ἔρις καὶ ρομφαία, ἐπαγωγαί, λιμὸς καὶ σύντριμμα καὶ μάστιξ,
Διότι ο βίαιος και πρόωρος θάνατος, ο φόνος, η διχόνοια, η μάχαιρα, αι θεομηνίαι, ο λιμός, ο όλεθρος και αι άλλαι μάστιγες,
10 ἐπὶ τοὺς ἀνόμους ἐκτίσθη ταῦτα πάντα, καὶ δι᾿ αὐτοὺς ἐγένετο ὁ κατακλυσμός.
όλα αυτά έχουν προορισθή δια τους παρανόμους, προς τιμωρίαν των οποίων άλλωστε εις την παλαιάν εποχήν έγινε και ο κατακλυσμός.
11 πάντα, ὅσα ἀπὸ γῆς, εἰς γῆν ἀναστρέφει, καὶ ἀπὸ ὑδάτων εἰς θάλασσαν ἀνακάμπτει.
Ολα όσα προέρχονται από την γην, επιστρέφουν εις την γην. Ολα όσα εξέρχονται από τα ύδατα επιστρέφουν εις την θάλασσαν.
12 Πᾶν δῶρον καὶ ἀδικία ἐξαλειφθήσεται, καὶ πίστις εἰς τὸν αἰῶνα στήσεται.
Παράνομα δώρα, δωροδοκίαι και αδικίαι δεν θα πιάσουν τόπον· θα εξαλειφθούν. Η αξιοπιστία όμως μένει στους αιώνας των αιώνων.
13 χρήματα ἀδίκων ὡς ποταμὸς ξηρανθήσεται καὶ ὡς βροντὴ μεγάλη ἐν ὑετῷ ἐξηχήσει.
Τα πλούτη των αδίκων ανθρώπων θα ξηρανθούν, όπως το νερό του χειμάρρου, όπως η μεγάλη βροντή η οποία αντηχεί εις ώραν βροχής και έπειτα σβήνει ο ήχός της.
14 ἐν τῷ ἀνοῖξαι αὐτὸν χεῖρας εὐφρανθήσεται, οὕτως οἱ παραβαίνοντες εἰς συντέλειαν ἐκλείψουσιν.
Οπως όταν ανοίγη κανείς το χέρι του, δια να λάβη κάτι, προς στιγμήν ευχαριστείται, αλλά δεν λαμβάνει, έτσι και εκείνοι που παραβαίνουν τον νόμον του Θεού, προς στιγμήν ευφραίνονται και κατόπιν θα εκλείψουν τελείως.
15 ἔκγονα ἀσεβῶν οὐ πληθύνει κλάδους, καὶ ρίζαι ἀκάθαρτοι ἐπ᾿ ἀκροτόμου πέτρας·
Οι απόγονοι των ασεβών δεν θα πληθύνουν τους κλάδους του γεννεαλογικού των δένδρου, διότι αι ακάθαρτοι ρίζαι των ανθρώπων αυτών είναι επάνω εις κατάξηρον απότομον βράχον.
16 ἄχει ἐπὶ παντὸς ὕδατος καὶ χείλους ποταμοῦ πρὸ παντὸς χόρτου ἐκτιλήσεται.
Οπως τα υδρόβια φυτά, που φυτρώνουν και ταχέως αναπτύσσονται κοντά εις τα νερά και εις τας όχθας των ποταμών ξερριζώνονται εύκολα η κόβονται ενωρίτερα από κάθε άλλο χόρτον, έτσι και οι ασεβείς.
17 χάρις ὡς παράδεισος ἐν εὐλογίαις, καὶ ἐλεημοσύνη εἰς τὸν αἰῶνα διαμένει.
Η φιλανθρωπία όμως και η ελεημοσύνη είναι ωσάν ένας κήπος ευλογημένος, η δε ελεημοσύνη παραμένει στον αιώνα.
18 Ζωὴ αὐτάρκους ἐργάτου γλυκανθήσεται, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα ὁ εὑρίσκων θησαυρόν.
Η ζωή του εργατικού και αυτάρκους ανθρώπου είναι γλυκεία. Περισσότερον όμως τυχηρός και από τους δύο είναι εκείνος, που ευρίσκει θησαυρόν.
19 τέκνα καὶ οἰκοδομὴ πόλεως στηρίζουσιν ὄνομα, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα γυνὴ ἄμωμος λογίζεται.
Η απόκτησις πολλών τέκνων και η ανοικοδόμησις μιας πόλεως στηρίζουν και διαιωνίζουν το καλόν όνομα του ανθρώπου. Ανωτέρα όμως και από τα δύο αυτά θεωρείται η άμεμπτος σύζυγος.
20 οἶνος καὶ μουσικὰ εὐφραίνουσι καρδίαν, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα ἀγάπησις σοφίας.
Ο οίνος και η μουσική, που υπάρχουν εις τα συμπόσια, ευφραίνουν την καρδίαν περισσότερον όμως και από τα δύο αυτά ευφραίνει η αγάπη της σοφίας.
21 αὐλὸς καὶ ψαλτήριον ἡδύνουσι μέλι, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα γλῶσσα ἡδεῖα.
Ο αυλός και το ψαλτήρι αναδίδουν ήχους γλυκείς ωσάν το μέλι· ανώτερον όμως και από τα δύο αυτά μουσικά όργανα είναι η γλυκεία γλώσσα.
22 χάριν καὶ κάλλος ἐπιθυμήσει ὁ ὀφθαλμός σου, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα χλόην σπόρου.
Το μάτι σου επιθυμεί και αρέσκεται να βλέπη χάριν και κάλλος στους ανθρώπους· περισσότερον όμως και από τα δύο ευχαριστείται, όταν βλέπη την βλαστάνουσαν από τους σπόρους χλόην, την ωραιότητα δηλαδή της φύσεως.
23 φίλος καὶ ἑταῖρος εἰς καιρὸν ἀπαντῶντες, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα γυνὴ μετὰ ἀνδρός.
Ωραίον είναι, όταν στον κατάλληλον μάλιστα καιρόν συναντώνται ο φίλος και ο σύντροφος, αν και από τα δύο αυτά ανωτέρα είναι η συνάντησις της γυναικός μετά του συζύγου της.
24 ἀδελφοὶ καὶ βοήθεια εἰς καιρὸν θλίψεως, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα ἐλεημοσύνη ρύσεται.
Οι αδελφοί και η βοήθεια εκ μέρους αγαπητών προοώπων, εις καιρόν μάλιστα θλίψεως, είναι κάτι το ωραίον. Περισσότερον όμως και από τα δύο αυτά θα βοηθήση τον άνθρωπον η ελεημοσύνη.
25 χρυσίον καὶ ἀργύριον ἐπιστήσουσι πόδα, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα βουλὴ εὐδοκιμεῖται.
Ο χρυσός και ο άργυρος, (δηλ. πλούτη και αγαθά) στηρίζουν τους πόδας των ανθρώπων· περισσότερον όμως από τα δύο αυτά στηρίζει και συνεργεί εις την ευδσκίμησιν μια καλή συμβουλή.
26 χρήματα καὶ ἰσχὺς ἀνυψώσουσι καρδίαν, καὶ ὑπὲρ ἀμφότερα φόβος Κυρίου· οὐκ ἔστιν ἐν φόβῳ Κυρίου ἐλάττωσις, καὶ οὐκ ἔστιν ἐπιζητῆσαι ἐν αὐτῷ βοήθειαν·
Τα χρήματα και η δύναμις ανυψώνουν και στηρίζουν τας καρδίας των ανθρώπων· περισσότερον όμως και από τα δύο αυτά στηρίζει και δοξάζει τον άνθρωπον ο φόβος του Κυρίου. Οπου υπάρχει η ευλάβεια προς τον Κυριον, εκεί δεν απαντάται πτωχεία και στέρησις. Ο φοβούμενος τον Κυριον δεν θα ευρεθή εις την ανάγκην να ζητήση από τους άλλους βοήθειαν.
27 φόβος Κυρίου ὡς παράδεισος εὐλογίας, καὶ ὑπὲρ πᾶσαν δόξαν ἐκάλυψαν αὐτόν.
Ο φόβος του Κυρίου ομοιάζει προς πλουσιόκαρπον κήπον. Τον ευσεβή τον καλύπτει ο Θεός με δόξαν, ανωτέραν από πάσαν άλλην.
28 Τέκνον, ζωὴν ἐπαιτήσεως μὴ βιώσῃς· κρεῖσσον ἀποθανεῖν ἢ ἐπαιτεῖν.
Παιδί μου, πρόσεχε μη ζήσης ποτέ την ζωήν του επαίτου. Καλύτερον είναι να αποθάνη κανείς, παρά να επαιτή.
29 ἀνὴρ βλέπων εἰς τράπεζαν ἀλλοτρίαν, οὐκ ἔστιν αὐτοῦ ὁ βίος ἐν λογισμῷ ζωῆς, ἀλισγήσει ψυχὴν αὐτοῦ ἐν ἐδέσμασιν ἀλλοτρίοις· ἀνὴρ δὲ ἐπιστήμων καὶ πεπαιδευμένος φυλάξεται.
Δεν είναι ζωή αξιοπρεπής η ζωή εκείνου, ο οποίος βλέπει με βουλιμίαν την ξένην τράπεζαν. Αυτός θα μολύνη την ψυχήν του με τα ξένα φαγητά, που θα τρώγη. Ο μορφωμένος όμως και συνετός άνθρωπος θα φυλαχθή από αυτό το κατάντημα.
30 ἐν στόματι ἀναιδοῦς γλυκανθήσεται ἐπαίτησις, καὶ ἐν κοιλίᾳ αὐτοῦ πῦρ καήσεται.
Εις το στόμα του αναιδούς είναι γλυκεία η επαιτεία, αλλά στο εσωτερικόν του είναι μία αναμμένη φωτιά.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα