ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΤΕΚΝΟΝ, τὴν ζωὴν τοῦ πτωχοῦ μὴ ἀποστερήσῃς καὶ μὴ παρελκύσῃς ὀφθαλμοὺς ἐπιδεεῖς.
Παιδί μου, μη στερήσης τον πτωχόν από όσα του χρειάζονται δια την ζωήν του και μη αναβάλης την βοήθειάν σου εις μάτια, τα οποία σε κυττάζουν ικετευτικώς.
2 ψυχὴν πεινῶσαν μὴ λυπήσῃς καὶ μὴ παροργίσῃς ἄνδρα ἐν ἀπορίᾳ αὐτοῦ.
Ανθρωπον, που πεινά, μη τον λυπήσης. Μη εξοργίζης άνθρωπον, ο οποίος ευρίσκεται εις ανάγκην.
3 καρδίαν παρωργισμένην μὴ προσταράξῃς καὶ μὴ παρελκύσῃς δόσιν προσδεομένου.
Μη ταράξης περισσότερον καρδίαν, την οποίαν έχει αναστατώσει η οργή, και μη αναβάλης την βοήθειάν σου εις άνθρωπον, που έχει την ανάγκην σου.
4 ἱκέτην θλιβόμενον μὴ ἀπαναίνου καὶ μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπόν σου ἀπὸ πτωχοῦ.
Μη απωθής άνθρωπον, που θλίβεται και ο οποίος σε παρακαλεί. Και μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από πτωχόν άνθρωπον.
5 ἀπὸ δεομένου μὴ ἀποστρέψῃς ὀφθαλμὸν καὶ μὴ δῷς τόπον ἀνθρώπῳ καταράσασθαί σε·
Μη απρστρέψης τα μάτια σου από άνθρωπον, που ευρίσκεται εις ανάγκην, και μη δίδης εις κανένα αφορμήν, να σε καταρασθή·
6 καταρωμένου γάρ σε ἐν πικρίᾳ ψυχῆς αὐτοῦ, τῆς δεήσεως αὐτοῦ ἐπακούσεται ὁ ποιήσας αὐτόν.
διότι, όταν αυτός υπό το κράτος της ψυχικής του στενοχωρίας σε καταρασθή, ο Κυριος, ο οποίος τον έπλασε, θα ακούση την δέησίν του.
7 προσφιλῇ συναγωγῇ σεαυτὸν ποίει καὶ μεγιστᾶνι ταπείνου τὴν κεφαλήν σου.
Καμε τον εαυτόν σου αγαπητόν εις την κοινωνίαν των ανθρώπων. Και σκύψε ταπεινοφρόνως το κεφάλι σου εμπρός στους άρχοντας.
8 κλῖνον πτωχῷ τὸ οὖς σου καὶ ἀποκρίθητι αὐτῷ εἰρηνικὰ ἐν πραυ±τητι.
Σκύψε και άκουσε τον πτωχόν και να αποκριθής προς αυτόν με ειρήνην και πραότητα.
9 ἐξελοῦ ἀδικούμενον ἐκ χειρὸς ἀδικοῦντος καὶ μὴ ὀλιγοψυχήσῃς ἐν τῷ κρίνειν σε.
Βγάλε από τα χέρια αδικούντος τον αδικούμενον και μη δειλιάσης, όταν αίσαι δικαστής, να αποδώσης το δίκαιον.
10 γίνου ὀρφανοῖς ὡς πατὴρ καὶ ἀντὶ ἀνδρὸς τῇ μητρὶ αὐτῶν· καὶ ἔσῃ ὡς υἱὸς Ὑψίστου, καὶ ἀγαπήσει σε μᾶλλον ἢ μήτηρ σου.
Γινε ωσάν πατέρας εις τα ορφανά και ωσάν σύζυγος εις την χήραν μητέρα των. Ετσι δε θα γίνης και θα είσαι υιός του Υψίστου, ο οποίος θα σε αγαπήση πολύ περισσότερον, από όσον σε ηγάπησεν η μητέρα σου.
11 Ἡ σοφία υἱοὺς αὐτῆς ἀνύψωσε καὶ ἐπιλαμβάνεται τῶν ζητούντων αὐτήν.
Η σοφία αναδεικνύει και δοξάζει τα παιδιά της και φροντίζει δι' εκείνους, οι οποίοι ζητούν να την αποκτήσουν.
12 ὁ ἀγαπῶν αὐτὴν ἀγαπᾷ ζωήν, καὶ οἱ ὀρθρίζοντες πρὸς αὐτὴν ἐμπλησθήσονται εὐφροσύνης.
Εκείνος που αγαπά την σοφίαν, αγαπά εις την πραγματικότητα την ειρηνικήν ζωήν του. Και όσοι εξυπνούν πρωϊ πρωϊ προς χάριν αυτής, θα γεμίσουν από χαράν.
13 ὁ κρατῶν αὐτῆς κληρονομήσει δόξαν, καὶ οὗ εἰσπορεύεται, εὐλογήσει Κύριος.
Εκείνος που κατέχει την σοφίαν και ζη σύμφωνα με τας εντολάς της, θα αποκτήση δόξαν. Ο δε Κυριος θα ευλογή πάντοτε την οικίαν, εις την οποίαν αυτή θα εισέρχεται.
14 οἱ λατρεύοντες αὐτῇ λειτουργήσουσιν ἁγίῳ, καὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτὴν ἀγαπᾷ ὁ Κύριος.
Οσοι υπηρετούν την σοφίαν, προσφέρουν λατρείαν στον άγιον Θεόν. Εκείνοι δε οι οποίοι την αγαπούν, θα αγαπηθούν από τον Κυριον.
15 ὁ ὑπακούων αὐτῆς κρινεῖ ἔθνη, καὶ ὁ προσέχων αὐτῇ κατασκηνώσει πεποιθώς.
Εκείνος που υπακούει εις τας εντολάς της σοφίας, θα αναδειχθή άρχων λαών. Και όποιος προσέχει εις αυτήν, θα κατοική εις την οικίαν του ασφαλής.
16 ἐὰν ἐμπιστεύσῃ, κατακληρονομήσει αὐτήν, καὶ ἐν κατασχέσει ἔσονται αἱ γενεαὶ αὐτοῦ·
Εάν εμπιστευθή κανείς τον εαυτόν του εις την σοφίαν, θα γίνη κληρονόμος και κάτοχός της και οι απόγονοί του θα είναι μέτοχοι εις αυτήν.
17 ὅτι διεστραμμένως πορεύεται μετ᾿ αὐτοῦ ἐν πρώτοις, φόβον δὲ καὶ δειλίαν ἐπάξει ἐπ᾿ αὐτὸν καὶ βασανίσει αὐτὸν ἐν παιδείᾳ αὐτῆς, ἕως οὗ ἐμπιστεύσῃ τῇ ψυχῇ αὐτοῦ, καὶ πειράσῃ αὐτὸν ἐν τοῖς δικαιώμασιν αὐτῆς.
Η σοφία κατ' αρχάς βαδίζει μαζή με τον κάτοχον αυτής δια μέσου πολλών δυσκολιών και δι' οδών στενωπών. Θα του φέρη κάποιον φοβον και δειλίαν και με την διαπαιδαγώγησίν της θα τον ταλαιπωρή, μέχρις ότου εμπνεύση εις την ψυχήν του την εμπιστοσύνην της. Και θα δοκιμάση αυτόν δια μέσου των εντολών της.
18 καὶ πάλιν ἐπανήξει κατ᾿ εὐθεῖαν πρὸς αὐτὸν καὶ εὐφρανεῖ αὐτὸν καὶ ἀποκαλύψει αὐτῷ τὰ κρυπτὰ αὐτῆς.
Θα επανέλθη όμως κατόπιν προς αυτόν κατ' ευθείαν και χωρίς περιστροφάά· θα του χαρίση ευφροσύνην και θα αποκαλύψη εις αυτόν τα μυστικά της.
19 ἐὰν ἀποπλανηθῇ, ἐγκαταλείψει αὐτὸν καὶ παραδώσει αὐτὸν εἰς χεῖρας πτώσεως αὐτοῦ.
Εάν όμως ο άνθρωπος την εγκαταλείψη και εκουσίως παραπλανηθή, αυτή επίσης θα τον εγκαταλείψη και θα τον παραδώση αβοήθητον εις την καταστροφήν.
20 Συντήρησον καιρὸν καὶ φύλαξαι ἀπὸ πονηροῦ καὶ περὶ τῆς ψυχῆς σου μὴ αἰσχυνθῇς·
Να προσέχης και να εκτιμάς τας εκάστοτε περιστάσεις· φύλαξε την ψυχήν σου από το πονηρόν και εις ζητήματα, τα οποία αφορούν την πρόοδον και σωτηρίαν της ψυχής σου, μη εντροπής κανένα.
21 ἔστι γὰρ αἰσχύνη ἐπάγουσα ἁμαρτίαν, καὶ ἔστιν αἰσχύνη δόξα καὶ χάρις.
Διότι υπάρχει εντροπή, η οποία οδηγεί εις την αμαρτίαν. Υπάρχει δε και εντροπή, η οποία είναι δόξα και χάρις.
22 μὴ λάβῃς πρόσωπον κατὰ τῆς ψυχῆς σου καὶ μὴ ἐντραπῇς εἰς πτῶσίν σου.
Μη, δια λόγους συστολής προς κάποιο πρόσωπον ξένον προς την αλήθειαν του Θεού, αμαρτήσης εναντίον της ψυχής σου και μη λόγω της κακώς νοουμένης εντροπής προς άνθρωπον, πέσης εις κάποιο παράπτωμα.
23 μὴ κωλύσῃς λόγον ἐν καιρῷ σωτηρίας·
Μη, δια λόγους πάλιν συστολής κρατής τον λόγον του Θεού εις περίστασιν, κατά την οποίαν αυτός λεγόμενος θα φέρη σωτηρίαν, εις όσους τον ακούσουν.
24 ἐν γὰρ λόγῳ γνωσθήσεται σοφία καὶ παιδεία ἐν ρήματι γλώσσης.
Διότι με τον λόγον τον συνετόν γίνεται γνωστή η σοφία. Και με γλώσσαν, η οποία ομιλεί λόγους Θεού, προσφέρεται η μόρφωσις.
25 μὴ ἀντίλεγε τῇ ἀληθείᾳ καὶ περὶ τῆς ἀπαιδευσίας σου ἐντράπηθι.
Μη, δια λόγους προσωπικής προκαταλήψεως αντιλέγης προς την αλήθειαν· δια την άγνοιάν σου και την έλλειψιν μορφώσεως πρέπει να εντρέπεσαι.
26 μὴ αἰσχυνθῇς ὁμολογῆσαι ἐφ᾿ ἁμαρτίαις σου καὶ μὴ βιάζου ροῦν ποταμοῦ.
Μη εντραπής να υμολογήσης τα σφάλματά σου και μη αντιτίθεσαι εις την φυσικήν ροήν των πραγμάτων.
27 καὶ μὴ ὑποστρώσῃς σεαυτὸν ἀνθρώπῳ μωρῷ καὶ μὴ λάβῃς πρόσωπον δυνάστου.
Μη, δια λόγους εντροπής, υποταχθής και πέσης πρηνής εις άνθρωπον άμυαλον και ασεβή και μη επηρεασθής ποτέ από πρόσωπα, που κατέχουν αξιώματα, ώστε να παρεκκλίνης από την αλήθειαν.
28 ἕως τοῦ θανάτου ἀγώνισαι περὶ τῆς ἀληθείας, καὶ Κύριος ὁ Θεὸς πολεμήσει ὑπὲρ σοῦ.
Μέχρι της τελευταίας σου αναπνοής να αγωνίζεσαι δια την αλήθειαν και ο Κυριος θα πολεμήση μετά σου και υπέρ σου.
29 μὴ γίνου ταχὺς ἐν γλώσσῃ σου καὶ νωθρὸς καὶ παρειμένος ἐν τοῖς ἔργοις σου.
Μη γίνεσαι ταχύς εις λόγους, εις υποσχέσεις και σχέδια ωραία, αμελής δε και αργοκίνητος εις έργα καλά.
30 μὴ ἴσθι ὡς λέων ἐν τῷ οἴκῳ σου καὶ φαντασιοκοπῶν ἐν τοῖς οἰκέταις σου.
Μη γίνεσαι σαν ληοντάρι μέσα στο σπίτι σου, φαντασιοκοπών και καυχώμενος ανάμεσα στους υπηρέτας σου.
31 μὴ ἔστω ἡ χείρ σου ἐκτεταμένη εἰς τὸ λαβεῖν καὶ ἐν τῷ ἀποδιδόναι συνεσταλμένη.
Ας μη είναι το χέρι σου απλωμένο, δια να λαμβάνη, σφικτό δε και απρόθυμον στο να δίδη.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα