ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΤΙΜΑ ἰατρὸν πρὸς τὰς χρείας αὐτοῦ τιμαῖς αὐτοῦ, καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος·
Τιμα τον ιατρόν, όπως του αρμόζει, έχων άλλωστε υπ' όψιν σου τας υπηρεσίας του εις τας ανάγκας σου, διότι ο Κυριος έκαμεν αυτόν.
2 παρὰ γὰρ Ὑψίστου ἐστὶν ἴασις, καὶ παρὰ βασιλέως λήψεται δόμα.
Από τον Υψιστον Θεόν προέρχεται η θεραπεία, που δίδει ο ιατρός, ο οποίος και από τους βασιλείς ακόμη θα λάβη δώρα δια την ιατρικήν του επιστήμην.
3 ἐπιστήμη ἰατροῦ ἀνυψώσει κεφαλὴν αὐτοῦ, καὶ ἔναντι μεγιστάνων θαυμασθήσεται.
Η ιατρική επιστήμη θα αναδείξη τον ιατρόν· και ενώπιον επισήμων ανθρώπων θα αποκτήση δόξαν.
4 Κύριος ἔκτισεν ἐκ γῆς φάρμακα, καὶ ἀνὴρ φρόνιμος οὐ προσοχθιεῖ αὐτοῖς.
Ο Κυριος ώρισε να φυτρώνουν φαρμακευτικά βότανα από την γην, ο δε φρόνιμος άνθρωπος δεν τα αποστρέφεται.
5 οὐκ ἀπὸ ξύλου ἐγλυκάνθη ὕδωρ εἰς τὸ γνωσθῆναι τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ;
Τα πικρά ύδατα της Μερράς δεν εγλυκάνθησαν δια του Μωϋσέως με ένα ξύλον, δια να φανή έτσι η δύναμις και αυτού του ξύλου;
6 καὶ αὐτὸς ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ·
Ο ίδιος ο Θεός έδωκεν στους ανθρώπους την ιατρικήν επιστήμην, ώστε να δοξάζεται με τα θαυμαστά αυτού έργα.
7 ἐν αὐτοῖς ἐθεράπευσε καὶ ἦρε τὸν πόνον αὐτοῦ,
Δια των ιατρών και των φαρμάκων θεραπεύει ο Θεός και αφαιρεί τας ενοχλήσστου ασθενούς.
8 μυρεψὸς ἐν τούτοις ποιήσει μεῖγμα, καὶ οὐ μὴ συντελέσῃ ἔργα αὐτοῦ, καὶ εἰρήνη παρ᾿ αὐτοῦ ἐστιν ἐπὶ προσώπου τῆς γῆς.~
Ο φαρμακοποιός δια των διαφόρων βοτάνων κατασκευάζει φαρμακευτικήν σύνθεσιν και είναι ατελείωτα τα φαρμακευτικά του παρασκευάσματα, ώστε να έρχεται η θεραπεία και η γαλήνη από το φάρμακόν του εις όλους τους ασθενείς της οικουμένης.
9 Τέκνον, ἐν ἀρρωστήματί σου μὴ παράβλεπε, ἀλλ᾿ εὖξαι Κυρίῳ, καὶ αὐτὸς ἰάσεταί σε.
Τέκνον μου, όταν αρρωστήσης μη αδιαφορήσης δια τον ιατρόν και τα φάρμακα. Συγχρόνως όμως παρακάλεσε και τον Κυριον· και αυτός θα σε θεραπεύση.
10 ἀπόστησον πλημμέλειαν καὶ εὔθυνον χεῖρας, καὶ ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας καθάρισον καρδίαν.
Απαρνήσου και απομάκρυνε από σε κάθε αμαρτίαν· έχε καθαρά τα χέρια σου ενώπιον του Θεού και καθάρισε την καρδίαν σου από κάθε αμαρτίαν.
11 δὸς εὐωδίαν καὶ μνημόσυνον σεμιδάλεως καὶ λίπανον προσφορὰν ὡς μὴ ὑπάρχων.
Πρόσφερε ευώδες θυμίαμα, και αναμνηστικήν παρά τώΘθεώ δια σε αναίμακτον θυσίαν σημιγδαλιού. Πρόσφερε δε πλουσίας τας προσφοράς σου ως εάν δεν πρόκειται να υπάρξης πλέον εις την γην.
12 καὶ ἰατρῷ δὸς τόπον, καὶ γὰρ αὐτὸν ἔκτισε Κύριος, καὶ μὴ ἀποστήτω σου, καὶ γὰρ αὐτοῦ χρεία.
Να προσφύγης δε κατόπιν και στον ιατρόν, διότι ο Θεός τον εδημιούργησε και τον ανέδειξε. Μη τον απομακρύνης από κοντά σου, διότι έχεις την ανάγκην του.
13 ἔστι καιρὸς ὅτε καὶ ἐν χερσὶν αὐτῶν εὐοδία·
Πολλές φορές η θεραπεία της ασθενείας και η κατευόδωσις της υγείας είναι εις τα χέρια των ιατρών,
14 καὶ γὰρ αὐτοὶ Κυρίου δεηθήσονται, ἵνα εὐοδώσῃ αὐτοῖς ἀνάπαυσιν καὶ ἴασιν χάριν ἐμβιώσεως.
διότι και αυτοί με την σειράν των προσεύχονται προς τον Κυριον, να κατευοδώση τας προσπαθείας των και να επιτύχουν ελάφρυνσιν και θεραπείαν της νόσου δια την συνέχειαν της ζωής.
15 ὁ ἁμαρτάνων ἔναντι τοῦ ποιήσαντος αὐτὸν ἐμπέσοι εἰς χεῖρας ἰατροῦ.
Μαθε δε και τούτο, ότι εκείνος ο οποίος αμαρτάνει ενώπιον του Δημιουργού του, θα ασθενήση και θα περιέλθη εις τα χέρια του ιατρού.
16 Τέκνον, ἐπὶ νεκρῷ κατάγαγε δάκρυα καὶ ὡς δεινὰ πάσχων ἔναρξαι θρήνου, κατὰ δὲ τὴν κρίσιν αὐτοῦ περίστειλον τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ μὴ ὑπερίδῃς τὴν ταφὴν αὐτοῦ.
Παιδί μου, χύσε δάκρυα δια τον νεκρόν άνθρωπόν σου· και, ως εάν συ ο ίδιος πάσχης μεγάλα δεινά, άρχισε να τον θρηνής. Συμφωνα δέ με την κρατούσαν συνήθειαν σαβάνωσε το σώμα του και μη αδιαφορήσης δια τον ενταφιασμόν του.
17 πίκρανον κλαυθμὸν καὶ θέρμανον κοπετὸν καὶ ποίησον τὸ πένθος κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτοῦ ἡμέραν μίαν καὶ δύο χάριν διαβολῆς καὶ παρακλήθητι λύπης ἕνεκα·
Κλάψε τον πικρά, θρήνησέ τον με κοπετούς, κράτησε πένθος ανάλογα με την συγγένειαν, που έχεις προς αυτόν, και με την αξίαν του, μίαν τουλάχιστον και δύο ημέρας, ώστε να μη σε κατηγορήσουν οι άλλοι ως αναίσθητον. Επειτα δε παρηγορήσου και θέσε τέρμα εις την λύπην σου.
18 ἀπὸ λύπης γὰρ ἐκβαίνει θάνατος, καὶ λύπη καρδίας κάμψει ἰσχύν.
Τερμάτισε δε την λύπην σου, διότι μερικές φορές από την πολλήν λύπην προέρχεται και θάνατος, η δε λύπη της καρδίας κλονίζει και κάμπτει την ισχύν του ανθρώπου.
19 ἐν ἐπαγωγῇ παραβαίνει καὶ λύπη, καὶ βίος πτωχοῦ κατὰ καρδίας.
Εις τας θλιβεράς περιστάσεις της ζωής έρχεται πάντοτε και η λύπη. Ο δε ταλαιπωρημένος βίος του πτωχού είναι συνεχής θλίψις καρδίας.
20 μὴ δῷς εἰς λύπην τὴν καρδίαν σου, ἀπόστησον αὐτὴν μνησθεὶς τὰ ἔσχατα·
Μη αφήσης όμως να κατακυριεύση την καρδίαν σου η λύπη, διώξε αυτήν από κοντά σου έχων υπ' όψιν σου, ότι και συ θα αποθάνης.
21 μὴ ἐπιλάθῃ, οὐ γάρ ἐστιν ἐπάνοδος, καὶ τοῦτον οὐκ ὠφελήσεις καὶ σεαυτὸν κακώσεις.
Μη λησμονής ότι δεν υπάρχει επιστροφή από τον άδην. Οσον δε και αν κλαύσης, τον νεκρόν αυτόν μεν δεν θα τον ωφελήση τον δε εαυτόν σου θα βλάψης.
22 μνήσθητι τὸ κρίμα αὐτοῦ, ὅτι οὕτω καὶ τὸ σόν· ἐμοὶ ἐχθὲς καὶ σοὶ σήμερον.
Ενθυμήσου ότι όπως ήλθεν εις αυτόν το κρίμα και η ώρα του θανάτου, έτσι θα συμβή και με σέ. Εκείνος σου λέγει· “Εις εμέ χθες ήλβεν ο θάνατος και εις σε θα έλθη σήμερον”.
23 ἐν ἀναπαύσει νεκροῦ κατάπαυσον τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ καὶ παρακλήθητι ἐν αὐτῷ ἐν ἐξόδῳ πνεύματος αὐτοῦ.
Οταν ο νεκρός αναπαυθή, παύσε και συ την λυπηράν ανάμνησίν του και παρηγορήσου δι' αυτόν, επειδή η ψυχή του έχει φύγει.
24 Σοφία γραμματέως ἐν εὐκαιρίᾳ σχολῆς, καὶ ὁ ἐλασσούμενος πράξει αὐτοῦ σοφισθήσεται.
Η σοφία του γραμματισμένου ανθρώπου αποκτάται εις ώραν ηρεμίας. Και εκείνος ο οποίος περιορίζεται εις ολίγα, έργα, ημπορεί να γίνη σοφός.
25 τί σοφισθήσεται ὁ κρατῶν ἀρότρου καὶ καυχώμενος ἐν δόρατι κέντρου, βόας ἐλαύνων καὶ ἀναστρεφόμενος ἐν ἔργοις αὐτῶν, καὶ ἡ διήγησις αὐτοῦ ἐν υἱοῖς ταύρων;
Πως είναι δυνατόν να γίνη σοφός αυτός, που όλην την ημέραν κρατεί το αλέτρι και καυχάται, ότι χειρίζεται καλά την βουκέντραν, όπως ο πολεμιστής το δόρυ του, δια να οδηγή έτσι καλά τα βόϊδια του; Πως είναι δυνατόν να γίνη σοφός αυτός, που διαρκώς ασχολείται με τέτοια έργα και του οποίου σκέψις και φροντίδα και ομιλία είναι τα μοσχάρια;
26 καρδίαν αὐτοῦ δώσει ἐκδοῦναι αὔλακας, καὶ ἡ ἀγρυπνία αὐτοῦ εἰς χορτάσματα δαμάλεων.
Αυτός θα δώση όλην του την καρδιά και την προσοχήν, στο να ανοίγη αυλάκια και θα αγρυπνή, δια να δίδη τροφάς εις τα δαμάλιά του.
27 οὕτως πᾶς τέκτων καὶ ἀρχιτέκτων, ὅστις νύκτωρ ὡς ἡμέρας διάγει· οἱ γλύφοντες γλύμματα σφραγίδων, καὶ ἡ ὑπομονὴ αὐτοῦ ἀλλοιῶσαι ποικιλίαν· καρδίαν αὐτοῦ δώσει εἰς τὸ ὁμοιῶσαι ζωγραφίαν, καὶ ἡ ἀγρυπνία αὐτοῦ τελέσαι ἔργον.
Το ίδιο και κάθε ξυλουργός και αρχιμάστορας, οι οποίοι εργάζονται νύκτα και ημέραν. Επίσης το ίδιο συμβαίνει και με τους σκαλιστάς των σφραγίδων, οι οποίοι με επιμέλειαν και επιμονήν προσπαθούν να επινοήσουν διαφόρους μορφάς σφραγίδων. Εχουν δώσει όλην των την καρδιάν, στο να αναπαραστήσουν διαφόρους μορφάς, και αγρυπνούν, δια να τελειώσουν όσον το δυνατόν καλύτερον το έργον των.
28 οὕτως χαλκεὺς καθήμενος ἐγγὺς ἄκμονος καὶ καταμανθάνων ἔργα σιδήρου· ἀτμὶς πυρὸς πήξει σάρκας αὐτοῦ, καὶ ἐν θέρμῃ καμίνου διαμαχήσεται· φωνὴ σφύρης καινιεῖ τὸ οὖς αὐτοῦ, καὶ κατέναντι ὁμοιώματος σκεύους οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ· καρδίαν αὐτοῦ δώσει εἰς συντέλειαν ἔργων, καὶ ἡ ἀγρυπνία αὐτοῦ κοσμῆσαι ἐπὶ συντελείας.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον σιδηρουργόν ο οποίος κάθεται κοντά στο αμόνι και παρατηρεί και κατεργάζεται τον σίδηρον. Η λάβρα της φωτιάς συρικνώνει τας σάρκας του, και αυτός καθημερινώς μάχεται εναντίον της θερμότητος της καμίνου. Τα κτυπήματα της σφύρας τον ξεκουφαίνουν και τα μάτια του είναι συνεχώς προσηλωμένα στο σκεύος, το οποίον κατεργάζεται. Διδει όλην του την καρδιά και την προσοχήν εις την τελειοποίησιν των έργων του και άγρυπνος είναι η προσοχή και η προσπάθειά του, πως να διακοσμήση αυτό επί το λαμπρότερον.
29 οὕτως κεραμεὺς καθήμενος ἐν ἔργῳ αὐτοῦ καὶ συστρέφων ἐν ποσὶν αὐτοῦ τροχόν, ὃς ἐν μερίμνῃ κεῖται διὰ παντὸς ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ, καὶ ἐναρίθμιος πᾶσα ἡ ἐργασία αὐτοῦ.
Το ίδιο και ο κεραμοποιός, ο οποίος κάθεται κοντά στο έργον του, στρέφει με τα πόδια του τον τροχόν, δίδει συνεχώς όλην του την προσοχήν και την φροντίδα στο έργον του και με υπολογισμόν προχωρεί στον ακριβή αριθμόν των έργων του.
30 ἐν βραχίονι αὐτοῦ τυπώσει πηλὸν καὶ πρὸ ποδῶν κάμψει ἰσχὺν αὐτοῦ· καρδίαν ἐπιδώσει συντελέσαι τὸ χρῖσμα, καὶ ἡ ἀγρυπνία αὐτοῦ καθαρίσαι κάμινον.~
Αφού δέ με τα πόδια του θα ζυμώση και θα απαλύνη τον πηλόν, με τα χέρια του σχηματίζει τον πηλόν εις δοχεία. Διδει όλην του την προσοχήν στο να επιτύχη και προσαρμόση το καλύτερον βερνίκωμα, και με επιμέλειαν κατόπιν θα καθαρίση την κάμινον.
31 Πάντες οὗτοι εἰς χεῖρας αὐτῶν ἐνεπίστευσαν, καὶ ἕκαστος ἐν τῷ ἔργῳ αὐτοῦ σοφίζεται.
Ολοι αυτοί έχουν την εμπιστοσύνην και την αφιέρωσίν των εις τα έργα αυτά των χειρών των. Και ο καθένας από αυτούς γίνεται σοφός και επιτήδειος στο ιδικόν του έργον.
32 ἄνευ αὐτῶν οὐκ οἰκισθήσεται πόλις, καὶ οὐ παροικήσουσιν οὐδὲ περιπατήσουσιν,
Χρήσιμα τα έργα των, διότι χωρίς αυτά δεν είναι δυνατόν ούτε να οικοδομηθή ούτε να κατοικηθή πόλις, ούτε δε και να ταξιδεύσουν οι ταξιδιώται.
33 ἀλλ᾿ εἰς βουλὴν λαοῦ οὐ ζητηθήσονται καὶ ἐν ἐκκλησίᾳ οὐχ ὑπεραλοῦνται· ἐπὶ δίφρον δικαστοῦ οὐ καθιοῦνται καὶ διαθήκην κρίματος οὐ διανοηθήσονται, οὐδὲ μὴ ἐκφάνωσι δικαιοσύνην καὶ κρίμα, καὶ ἐν παραβολαῖς οὐχ εὑρεθήσονται,
Αλλά δεν θα αναζητηθούν αυτοί, δια να εκφράσουν γνώμην εις τας συσκέψεις των λαών, ούτε και εις τας συγκεντρώσεις ανθρώπων θα διακρίνωνται. Δεν θα καθίσουν εις δικαστικήν έδραν, δεν θα σκεφθούν, δια να διατυπώσουν νόμους, δεν θα αποφανθούν σχετικώς με την δικαιοσύνην και το δίκαιον και δεν θα ευρεθούν μεταξύ εκείνων, οι οποίοι λέγουν σοφά διδάγματα.
34 ἀλλὰ κτίσμα αἰῶνος στηρίσουσι, καὶ ἡ δέησις αὐτῶν ἐν ἐργασίᾳ τέχνης.
Αλλά με τας χειρωνακτικάς των εργασίας στηρίζουν τα κτίσματα δια μέσου των αιώνων και όλη η προσοχή των και η επιμέλεια έχει δοθή εις τα έργα του επαγγέλματός των.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα