ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΕΝΑΙ ἐλπίδες καὶ ψευδεῖς ἀσυνέτῳ ἀνδρί, καὶ ἐνύπνια ἀναπτεροῦσιν ἄφρονας.
Ματαίας και απατηλάς ελπίδας τρέφει ο ασύνετος άνθρωπος. Και τα όνειρα δίδουν πτερά στους μωρούς.
2 ὡς δρασσόμενος σκιᾶς καὶ διώκων ἄνεμον, οὕτως ὁ ἐπέχων ἐνυπνίοις.
Εκείνος που δίδει προσοχήν εις τα όνειρα, ομοιάζει με εκείνον που προσπαθεί να αρπάξη την σκιάν του, και τρέχει δια να συλλάβη τον άνεμον.
3 τοῦτο κατὰ τούτου ὅρασις ἐνυπνίων, κατέναντι προσώπου ὁμοίωμα προσώπου.
Καθρέπτης και όνειρα είναι πράγματα όμοια. Το όνειρον είναι ο,τι η εικών προσώπου εμπρός εις ένα κάτοπτρον.
4 ἀπὸ ἀκαθάρτου τί καθαρισθήσεται; καὶ ἀπὸ ψευδοῦς τί ἀληθεύσει;
Από ένα ακάθαρτον πράγμα η πρόσωπον ημπορεί να προέλθη τίποτε καθαρόν; Και από κάτι, που είναι ψευδές, ημπορεί να προέλθη κάτι το αληθινόν;
5 μαντεῖαι καὶ οἰωνισμοὶ καὶ ἐνύπνια μάταιά ἐστι, καὶ ὡς ὠδινούσης φαντάζεται καρδία.
Αι μαντείαι, αι οιωνοσκοπίαι και τα όνειρα είναι μάταια πράγματα. Ομοιάζουν με εξημμένας ονειροπολήσεις γυναικός, η οποία ευρίσκεται υπό τας ωδίνας του τοκετού.
6 ἐὰν μὴ παρὰ Ὑψίστου ἀποσταλῇ ἐν ἐπισκοπῇ, μὴ δῷς εἰς αὐτὰ τὴν καρδίαν σου·
Εάν το όνειρον δεν έχη αποστολή από τον Υψιστον εις κάποιον ευμενή επίσκεψίν του, μη δώσης εις αυτό την καρδίαν σου,
7 πολλοὺς γὰρ ἐπλάνησε τὰ ἐνύπνια, καὶ ἐξέπεσον ἐλπίζοντες ἐπ᾿ αὐτοῖς.~
διότι τα όνειρα πολλούς επλάνησαν και όσοι εστήριξαν τας ελπίδας των εις αυτά, εξέπεσαν και ηπατήθησαν.
8 Ἄνευ ψεύδους συντελεσθήσεται νόμος, καὶ σοφία στόματι πιστῷ τελείωσις.
Ο νόμος του Θεού δεν θα ψευσθή. Θα εκπληρωθή εις τας διαβεβαιώσστου, είτε προς αμοιβήν είτε προς τιμωρίαν. Η θεία σοφία στο στόμα και την καρδίαν του πιστού είναι πλήρης και ικανοποιητική, και οχι τα ονειρα.
9 ἀνὴρ πεπαιδευμένος ἔγνω πολλά, καὶ ὁ πολύπειρος ἐκδιηγήσεται σύνεσιν.
Ο μορφωμένος άνθρωπος γνωρίζει πολλά, και ο πολύπειρος άνθρωπος θα ομιλή με σύνεσιν.
10 ὃς οὐκ ἐπειράθη ὀλίγα οἶδεν, ὁ δὲ πεπλανημένος πληθυνεῖ πανουργίαν.
Εκείνος που δεν έχει πείραν της ζωής, ολίγα γνωρίζει. Εκείνος όμως που εταξίδευσεν εις πολλά μέρη, έχει πλήθος γνώσεων και ικανοτήτων.
11 πολλὰ ἑώρακα ἐν τῇ ἀποπλανήσει μου, καὶ πλείονα τῶν λόγων μου σύνεσίς μου.
Πολλά είδα και έμαθα, καθώς περιηρχόμην τα διάφορα μέρη του κόσμου· και η σοφία μου είναι πολύ ανωτέρα από τα λόγια μου.
12 πλεονάκις ἕως θανάτου ἐκινδύνευσα καὶ διεσώθην τούτων χάριν.
Πολλές φορές διέτρεξα κίνδυνον θανάτου, εσώθην όμως χάρις εις τας γνώσεις και την πείραν μου.
13 πνεῦμα φοβουμένων Κύριον ζήσεται, ἡ γὰρ ἐλπὶς αὐτῶν ἐπὶ τὸν σώζοντα αὐτούς.
Πολύ θα παραταθή η ζωή των φοβουμένων τον Κυριον, διότι η ελπίς των στηρίζεται στον σωτήρα Θεόν.
14 ὁ φοβούμενος Κύριον οὐδὲν εὐλαβηθήσεται καὶ οὐ μὴ δειλιάσῃ, ὅτι αὐτὸς ἐλπὶς αὐτοῦ.
Εκείνος που φοβείται τον Κυριον, δεν θα φοβηθή τίποτε άλλο και δεν θα δειλιάση προ ουδενός, διότι αυτός ούτος ο Κυριος είναι η ελπίς του.
15 φοβουμένου τὸν Κύριον μακαρία ἡ ψυχή· τίνι ἐπέχει καὶ τίς ἀντιστήριγμα αὐτοῦ;
Ευτυχισμένη είναι η ζωή εκείνου, που φοβείται τον Κυριον. Εις ποίον στηρίζεται; Ποίον έχει στήριγμά του, ει μη μόνον τον Θεόν;
16 οἱ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ἐπὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτόν· ὑπερασπισμὸς δυναστείας καὶ στήριγμα ἰσχύος, σκέπη ἀπὸ καύσωνος καὶ σκέπη ἀπὸ μεσημβρίας, φυλακὴ ἀπὸ προσκόμματος καὶ βοήθεια ἀπὸ πτώσεως,
Οι οφθαλμοί του Κυρίου στρέφονται ευμενείς και προστατευτικοί εις εκείνους, που τον αγαπούν. Αυτός είναι ο ισχυρός προστάτης των, στήριγμα δυνάμεως, σκέπη προστατευτική από τον καύσωνα, σκέπη που προφυλάσσει από τον μεσημβρινόν ήλιον· προφύλαξις από σκοντάμματα, βοήθεια και περιφρούρησις από πτώσεις.
17 ἀνυψῶν ψυχὴν καὶ φωτίζων ὀφθαλμούς, ἴασιν διδούς, ζωὴν καὶ εὐλογίαν.
Αυτός ανυψώνει την ζωήν μας, φωτίζει τους οφθαλμούς, δίδει θεραπείαν, ζωήν και ευλογίαν.
18 Θυσιάζων ἐξ ἀδίκου, προσφορὰ μεμωκημένη, καὶ οὐκ εἰς εὐδοκίαν δωρήματα ἀνόμων.
Εκείνος που προσφέρει θυσίαν από αδίκως αποκτηθέντα πράγματα, κάμνει προσφοράν εμπαικτικήν δια τον Θεόν. Τα δώρα των παρανόμων δεν είναι δεκτά ενώπιον του Θεού.
19 οὐκ εὐδοκεῖ ὁ Ὓψιστος ἐν προσφοραῖς ἀσεβῶν, οὐδὲ ἐν πλήθει θυσιῶν ἐξιλάσκεται ἁμαρτίας.
Δεν ευαρεστείται ο Υψιστος εις τας προσφοράς των ασεβών, ούτε και συγχωρεί τας αμαρτίας των με το πλήθος των θυσιών των.
20 θύων υἱὸν ἔναντι τοῦ πατρὸς αὐτοῦ ὁ προσάγων θυσίαν ἐκ χρημάτων πενήτων.
Εκείνος που προσφέρει θυσίαν από χρήματα πτωχών, είναι σαν να θυσιάζη το παιδί εμπρός στον πατέρα του.
21 ἄρτος ἐπιδεομένων ζωὴ πτωχῶν, ὁ ἀποστερῶν αὐτὴν ἄνθρωπος αἱμάτων.
Ο άρτος είναι η ζωή δια τους πτωχούς και στερουμένους. Εκείνος που θα τους αφαιρέση τον άρτον, άρα και την ζωήν, είναι ωσάν να έχυσεν ανθρώπινον αίμα, είναι φονεύς.
22 φονεύων τὸν πλησίον ὁ ἀφαιρούμενος συμβίωσιν, καὶ ἐκχέων αἷμα ὁ ἀποστερῶν μισθὸν μισθίου.
Φονεύει τον πλησίον του εκείνος, που του αφαιρεί τα μέσα της συντηρήσεώς του. Χυνει αίμα ανθρώπου εκείνος, που δεν καταβάλλει το ημερομίσθιον του εργάτου.
23 εἷς οἰκοδομῶν, καὶ εἷς καθαιρῶν· τί ὠφέλησαν πλεῖον ἢ κόπους;
Οταν ο ένας κτίζη και ο άλλος κρημνίζη, ποία ωφέλεια ημπορεί να προέλθη; Οι κόποι των είναι μάταιοι.
24 εἷς εὐχόμενος καὶ εἷς καταρώμενος· τίνος φωνῆς εἰσακούσεται ὁ δεσπότης;
Το ίδιον συμβαίνει, όταν ο ένας προσεύχεται και ο άλλος καταράται. Τινος εκ των δύο ο δεσπότης Θεός θα ακούση την φωνήν;
25 βαπτιζόμενος ἀπὸ νεκροῦ καὶ πάλιν ἁπτόμενος αὐτοῦ, τί ὠφέλησε τῷ λουτρῷ αὐτοῦ;
Εκείνος ο οποίος, σύμφωνα με τον Νομον, πλύνεται και καθαρίζεται, διότι ήγγισε νεκρόν, αλλά και πάλιν εγγίζει τον νεκρόν, ποίαν ωφέλειαν αποκομίζει από το πλύσιμόν του;
26 οὕτως ἄνθρωπος νηστεύων ἐπὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ καὶ πάλιν πορευόμενος καὶ τὰ αὐτὰ ποιῶν· τῆς προσευχῆς αὐτοῦ τίς εἰσακούσεται; καὶ τί ὠφέλησεν ἐν τῷ ταπεινωθῆναι αὐτόν;
Το ίδιον ακριβώς συμβαίνει και με τον άνθρωπον, ο οποίος νηστεύει δια τας αμαρτίας του, αλλά και πάλιν όμως διαπράττει τας αυτάς αμαρτίας. Ποιός θα ακούση την προσευχήν του και ποιά ωφέλεια προήλθεν από αυτήν την ταλαιπωρίαν του σώματός του δια της νηστείας;
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα