ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 Τ† φοβουμένῳ Κύριον οὐκ ἀπαντήσει κακόν, ἀλλ᾿ ἐν πειρασμῷ καὶ πάλιν ἐξελεῖται.
Εκείνον που φοβείται τον Κυριον, δεν θα τον συναντήσουν κακά. Και εάν περιπέση εις κανένα πειρασμόν, ο Κυριος θα τον γλυτώση από αυτόν.
2 ἀνὴρ σοφὸς οὐ μισήσει νόμον, ὁ δὲ ὑποκρινόμενος ἐν αὐτῷ, ὡς ἐν καταιγίδι πλοῖον.
Ο συνετός άνθρωπος δεν αποστρέφεται τον θείον νόμον. Εκείνος όμως που υποκρίνεται ότι τον σέβεται και δεν τον τηρεί, ομοιάζει με πλοίον εις καταιγίδα.
3 ἄνθρωπος συνετὸς ἐμπιστεύσει νόμῳ, καὶ ὁ νόμος αὐτῷ πιστὸς ὡς ἐρώτημα δήλων.
Ο συνετός άνθρωπος θα δώση πλήρη εμπιστοσύνην στον θείον νόμον. Ο θείος νόμος θα είναι δι' αυτόν αξιόπιστος, αυθεντικός, δήλωσις της αληθείας και απάντησις επί των ερωτήσεων και αποριών του.
4 ἑτοίμασον λόγον καὶ οὕτως ἀκουσθήσῃ, σύνδησον παιδείαν καὶ ἀποκρίθητι.
Ετοίμασε τον λόγον σου και κατόπιν ομίλησε έτσι δε και θα σε ακούσουν με προσοχήν οι άλλοι. Επικαλέσου και σύνδεσε τας γνώσεις και την μόρφωσίν σου, και έπειτα δώσε απάντησιν.
5 τροχὸς ἁμάξης σπλάγχνα μωροῦ, καὶ ὡς ἄξων στρεφόμενος ὁ διαλογισμὸς αὐτοῦ.
Τα αισθήματα και τα νοήματα του μωρού είναι ασταθή και εναλλασσόμενα σαν τον κυλιόμενον τροχόν της αμάξης. Οπως ο περιστρεφόμενος τροχός της αμάξης, έτσι είναι και αι σκέψστου μωρού.
6 ἵππος εἰς ὀχείαν ὡς φίλος μωκός, ὑποκάτω παντὸς ἐπικαθημένου χρεμετίζει.
Ο τους πάντας και τα πάντα περιγελών και εμπαίζων φίλος ομοιάζει με επιβήτορα ίππον ευρισκόμενον εις ερεθισμόν, ο οποίος χρεμετίζει οποιονδήποτε επιβάτην και αν έχη επάνω του.
7 Διατί ἡμέρα ἡμέρας ὑπερέχει, καὶ πᾶν φῶς ἡμέρας ἐνιαυτοῦ ἀφ᾿ ἡλίου;
Διατί η μία ημέρα διαφέρει κατά την διάρκειαν από την άλλην, μολονότι όλον το φως της ημέρας προέρχεται από τον αυτόν ήλιον καθ' όλον το διάστημα του έτους;
8 ἐν γνώσει Κυρίου διεχωρίσθησαν, καὶ ἠλλοίωσε καιροὺς καὶ ἑορτάς·
Δια της σοφίας του Κυρίου εξεχώρισεν η μία ημέρα από την άλλην, ο οποίος Κυριος και εδιαφοροποίησε τας εποχάς και καθώρισε τας εορτάς.
9 ἀπ᾿ αὐτῶν ἀνύψωσε καὶ ἡγίασε καὶ ἐξ αὐτῶν ἔθηκεν εἰς ἀριθμὸν ἡμερῶν.
Μερικάς από τας ημέρας τας ανύψωσε και τας καθιέρωσεν ως εορτασίμους. Τας δε άλλας ώρισεν ως καθημερινάς, διακρινομένας μεταξύ των από μίαν απλήν αρίθμησιν.
10 καὶ ἄνθρωποι πάντες ἀπὸ ἐδάφους, καὶ ἐκ γῆς ἐκτίσθη Ἀδάμ.
Ολοι οι άνθρωποι προέρχονται από το αυτό χώμα, από την γην. Από την γην επίσης επλάσθη και ο πρωτόπλαστος Αδάμ.
11 ἐν πλήθει ἐπιστήμης Κύριος διεχώρισεν αὐτοὺς καὶ ἠλλοίωσε τὰς ὁδοὺς αὐτῶν.
Ο Κυριος, δια της πανσοφίας του, εξεχώρισε τους ανθρώπους και τα έθνη μεταξύ των, και εδιαφοροποίησε τους δρόμους της ζωής των.
12 ἐξ αὐτῶν εὐλόγησε καὶ ἀνύψωσε καὶ ἐξ αὐτῶν ἡγίασε, καὶ πρὸς αὐτὸν ἤγγισεν· ἀπ᾿ αὐτῶν κατηράσατο καὶ ἐταπείνωσε καὶ ἀνέστρεψεν αὐτοὺς ἀπὸ στάσεως αὐτῶν.
Μερικούς από τους ανθρώπους τους ευλόγησε, τους εδόξασε, τους ανέδειξεν εκλεκτούς και διέταξε να πλησιάσουν προς αυτόν, δια να τον υπηρετούν. Αλλους από τους ανθρώπους τους κατηράσθη, τους εταπείνωσε, τους ανέτρεψεν από τας υψηλάς και ισχυράς θέσεις, που κατείχαν.
13 ὡς πηλὸς κεραμέως ἐν χειρὶ αὐτοῦ ~πᾶσαι αἱ ὁδοὶ αὐτοῦ κατὰ τὴν εὐδοκίαν αὐτοῦ~, οὕτως ἄνθρωποι ἐν χειρὶ τοῦ ποιήσαντος αὐτοὺς ἀποδοῦναι αὐτοῖς κατὰ τὴν κρίσιν αὐτοῦ.
Οπως ο πηλός εις τα χέρια του κεραμέως, ο οποίος τον μορφοποιεί σύμφωνα με την ευχαρίστησίν του, έτσι και οι άνθρωποι είναι εις τα χέρια του δημιουργού των, ο οποίος και ανταποδίδει εις αυτούς κατά την δικαίαν κρίσιν του.
14 ἀπέναντι τοῦ κακοῦ τὸ ἀγαθὸν καὶ ἀπέναντι τοῦ θανάτου ἡ ζωή· οὕτως ἀπέναντι εὐσεβοῦς ἁμαρτωλός.
Παραπλεύρως από το κακόν υπάρχει το αγαθόν· παραπλεύρως από τον θάνατον υπάρχει η ζωη. Ετσι και παραπλεύρως από τον ευσεβή υπάρχει ο αμαρτωλός.
15 καὶ οὕτως ἔμβλεψον εἰς πάντα τὰ ἔργα τοῦ Ὑψίστου, δύο δύο, ἓν κατέναντι τοῦ ἑνός.
Ετσι βλέπε προσεκτικώς και παρατήρει όλα τα έργα του Υψίστου. Δυο δύο, το ένα απέναντι του άλλου.
16 Κἀγὼ ἔσχατος ἠγρύπνησα ὡς καλαμώμενος ὀπίσω τρυγητῶν·
Εγώ τελευταίος από τους σοφούς ήλθα. Ηγρύπνησα δια την μελέτην της σοφίας, σαν ένας τσαμπιδολόγος, που έρχεται ύστερα από τους τρυγητάς του αμπελιού.
17 ἐν εὐλογίᾳ Κυρίου ἔφθασα καὶ ὡς τρυγῶν ἐπλήρωσα ληνόν.
Ο Θεός όμως με ηυλόγησε και εγέμισα το πατητήρι μου από σταφύλια, ωσάν κανονικός τρυγητής.
18 κατανοήσατε ὅτι οὐκ ἐμοὶ μόνῳ ἐκοπίασα, ἀλλὰ πᾶσι τοῖς ζητοῦσι παιδείαν.
Προσέξετε και μάθετε, ότι εγώ δεν εκοπίασα δια τον εαυτόν μου μόνον, αλλά και δι' όλους εκείνους, οι οποίοι επιθυμούν και επιζητούν μόρφωσιν και σοφίαν.
19 ἀκούσατέ μου, μεγιστάνες λαοῦ, καὶ οἱ ἡγούμενοι ἐκκλησίας, ἐνωτίσασθε·
Αρχοντες και επίσημοι του λαού, ακούσατέ με· προϊστάμενοι εις συγκεντρώσεις ανθρώπων, δώστε προσοχή εις τα λόγια μου.
20 υἱῷ καὶ γυναικί, ἀδελφῷ καὶ φίλῳ μὴ δῷς ἐξουσίαν ἐπὶ σὲ ἐν ζωῇ σου· καὶ μὴ δῷς ἑτέρῳ τὰ χρήματά σου, ἵνα μὴ μεταμεληθεὶς δέῃ περὶ αὐτῶν.
Μη δώσης το δικαίωμα να σε εξουσιάση, εφ' όσον ζης ούτε το παιδί σου, ούτε η σύζυγός σου, ούτε ο αδελφός σου, ούτε ο φίλος σου. Μη δώσης εις άλλον τα χρήματά σου, δια να μη μεταμεληθής ύστερον και παρακαλής ματαίως δι' αυτά.
21 ἕως ἔτι ζῇς καὶ πνοὴ ἐν σοί, μὴ ἀλλάξῃς σεαυτὸν πάσῃ σαρκί.
Εως ότου ζης και αναπνέεις, μη μεταβιβάζης την ελευθερίαν σου και την περιουσίαν σου εις κανένα άλλον άνθρωπον.
22 κρείσσων γάρ ἐστι τὰ τέκνα δεηθῆναί σου ἢ σὲ ἐμβλέπειν εἰς χεῖρας υἱῶν σου.
Διότι είναι προτιμότερον τα τέκνα σου να έχουν την ανάγκην σου και να σε παρακαλούν, παρά συ να προσβλέπης εις τα χέρια των τέκνων σου, μήπως και σου δώσουν τίποτε.
23 ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου γίνου ὑπεράγων, μὴ δῷς μῶμον ἐν τῇ δόξῃ σου.
Εις όλα τα έργα να είσαι συ ο κύριος· φρόντισε μόνον να μη προσάψης μομφήν εις την υπόληψίν σου.
24 ἐν ἡμέρᾳ συντελείας ἡμερῶν ζωῆς σου καὶ ἐν καιρῷ τελευτῆς διάδος κληρονομίαν.
Οταν όμως τελειώσουν αι ημέραι της ζωής σου και πρόκειται να εκδημήσης από τον κόσμον αυτόν, με διαθήκην τακτοποίησε εις ποίους θα δώσης την κληρονομίαν. ΠΕΡΙ ΔΟΥΛΩΝ.
25 ΠΕΡΙ ΔΟΥΛΩΝ.~ Χορτάσματα καὶ ράβδος καὶ φορτία ὄνῳ, ἄρτος καὶ παιδεία καὶ ἔργον οἰκέτῃ.
Εις τον όνον δώσε τροφάς, ραβδισμούς και φορτίον· στον υπηρέτην σου δώσε άρτον, διαπαιδαγώγησιν με αυστηρότητα και εργασίαν.
26 ἔργασαι ἐν παιδί, καὶ εὑρήσεις ἀνάπαυσιν· ἄνες χεῖρας αὐτῷ, καὶ ζητήσει ἐλευθερίαν.
Δώσε εργασίαν στον υπηρέτην σου και έτσι θα εύρης συ την ησυχίαν σου. Αν όμως δώσης άνεσιν εις τα χέρια του, αυτός θα σου ζητήση πλήρη την ελευθερίαν του.
27 ζυγὸς καὶ ἱμὰς κάμψουσι τράχηλον, καὶ οἰκέτῃ κακούργῳ στρέβλαι καὶ βάσανοι.
Οπως ο ζυγός και τα λουριά κάμπτουν τον τράχηλον των ζώων, έτσι και τον κακόν υπηρέτην εξαναγκάζουν εις υποταγήν τα βασανιστικά όργανα και αι τιμωρίαι.
28 ἔμβαλε αὐτὸν εἰς ἐργασίαν. ἵνα μὴ ἀργῇ, πολλὴν γὰρ κακίαν ἐδίδαξεν ἡ ἀργία.
Βαλε τον εις εργασίαν, δια να μη μένη αργός, διότι η αργία είναι διδάσκαλος εις πολλάς κακίας.
29 εἰς ἔργα κατάστησον, καθὼς πρέπει αὐτῷ, κἂν μὴ πειθαρχῇ, βάρυνον τὰς πέδας αὐτοῦ.
Βαλε τον και υποχρέωσέ τον εις έργα, που ταιριάζουν εις αυτόν. Αν δε δεν πειθαρχήση, δέσε με βαρειές αλυσίδες τα πόδια του.
30 καὶ μὴ περισσεύσῃς ἐν πάσῃ σαρκί, καὶ ἄνευ κρίσεως μὴ ποιήσῃς μηδέν.
Αλλά μη είσαι υπερβολικά απαιτητικός απέναντι ουδενός και χωρίς ορθοφροσύνην να μη πράττης τίποτε.
31 εἰ ἔστι σοι οἰκέτης, ἔστω ὡς σύ, ὅτι ἐν αἵματι ἐκτήσω αὐτόν.
Εάν έχης δούλον, να συμπεριφέρεσαι προς αυτόν, όπως προς τον εαυτόν σου. Διότι με το αίμα σου τον απέκτησες.
32 εἰ ἔστι σοι οἰκέτης, ἄγε αὐτὸν ὡς ἀδελφόν, ὅτι ὡς ἡ ψυχή σου ἐπιδεήσεις αὐτοῦ.
Εάν έχης δούλον, να συμπεριφέρεσαι απέναντί του ως προς αδελφόν, διότι έχεις την ανάγκην του, όπως ανάγκην έχεις και της ζωής σου.
33 ἐὰν κακώσῃς αὐτὸν καὶ ἀπάρας ἀποδρᾷ, ἐν ποίᾳ ὁδῷ ζητήσεις αὐτόν;
Εάν τον κακομεταχειρισθής, σηκωθή δε αυτός και φύγη, εις ποίον δρόμον θα τρέξης να τον αναζητήσης και τον εύρης;
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα