ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΑΓΡΥΠΝΙΑ πλούτου ἐκτήκει σάρκας, καὶ ἡ μέριμνα αὐτοῦ ἀφιστᾷ ὕπνον.
Η αϋπνία, την οποίαν προκαλεί η ανησυχία και ο φόβος δια τον πλούτον, λυώνει το ανθρώπινον σώμα και η αγωνιώδης μέριμνα δι' αυτόν αφαιρεί τον ύπνον.
2 μέριμνα ἀγρυπνίας ἀπαιτήσει νυσταγμόν, καὶ ἀρρώστημα βαρὺ ἐκνήψει ὕπνος.
Η άγρυπνος μέριμνα δια τον πλούτον εκδιώκει τον ύπνον και προκαλεί ανικανοποίητον νυσταγμόν, όπως και ένα βαρύ σωματικόν και ψυχικόν νόσημα αποδιώκει τον ύπνον.
3 ἐκοπίασε πλούσιος ἐν συναγωγῇ χρημάτων καὶ ἐν τῇ ἀναπαύσει ἐμπίπλαται τῶν τρυφημάτων αὐτοῦ.
Ο πλούσιος κοπιάζει, δια να συγκεντρώνη χρήματα, στον καιρόν όμως της αναπαύσεώς του είναι γεμάτος από εκλεκτάς και ευγεύστους τροφάς.
4 ἐκοπίασε πτωχὸς ἐν ἐλαττώσει βίου καὶ ἐν τῇ ἀναπαύσει ἐπιδεὴς γίνεται.
Κοπιάζει και ο πτωχός, ο οποίος ελάχιστα έχει τα μέσα της συντηρήσεώς του, και όταν θελήση να αναπαυθή στερείται από όλα.
5 ὁ ἀγαπῶν χρυσίον οὐ δικαιωθήσεται, καὶ ὁ διώκων διαφθορὰν αὐτὸς πλησθήσεται.
Εκείνός που αγαπά τα χρήματα, δεν θα κατορθώση να ζήση και να φερθή με δικαιοσύνην. Και εκείνος που επιδιώκει το παράνομον κέρδος, επιδιώκει διαφθοράν και θα γεμίση από κακά.
6 πολλοὶ ἐδόθησαν εἰς πτῶμα χάριν χρυσίου, καὶ ἐγενήθη ἀπώλεια αὐτῶν κατὰ πρόσωπον αὐτῶν.
Πολλοί χάριν του χρυσίου έγιναν πτώμα και ερείπια, και η καταστροφή των παρουσιάσθη αιφνιδία ενώπιόν των.
7 ξύλον προσκόμματός ἐστι τοῖς ἐνθουσιάζουσιν αὐτῷ, καὶ πᾶς ἄφρων ἁλώσεται ἐν αὐτῷ.
Ο χρυσός είναι ξύλον, επάνω στο οποίον σκοντάπτουν αυτοί που ενθουσιάζονται προς χάριν του. Καθε ασύνετος άνθρωπος θα συλληφθή εις τα δίκτυα των κακών, που προκαλεί ο άδικος και αχόρταστος πλούτος.
8 μακάριος πλούσιος, ὃς εὑρέθη ἄμωμος καὶ ὃς ὀπίσω χρυσίου οὐκ ἐπορεύθη·
Ευτυχής είναι ο πλούσιος, ο οποίος κατώρθωσε να μείνη καθαρός και ακατηγόρητος και ο οποίος δεν ετρεξε με απληστίαν οπίσω από τον χρυσόν.
9 τίς ἐστι; καὶ μακαριοῦμεν αὐτόν, ἐποίησε γὰρ θαυμάσια ἐν λαῷ αὐτοῦ.
Ποιός είναι αυτός ο ακατηγόρητος πλούσιος; Θα τον καλοτυχήσωσεν και θα τον συγχαρώμεν, διότι έπραξεν έργα θαυμαστά στον λαόν του.
10 τίς ἐδοκιμάσθη ἐν αὐτῷ καὶ ἐτελειώθη; καὶ ἔσται αὐτῷ εἰς καύχησιν. τίς ἐδύνατο παραβῆναι καὶ οὐ παρέβη, καὶ ποιῆσαι κακὰ καὶ οὐκ ἐποίησε;
Ποιός υπέστη την δοκιμασίαν και τους πειρασμούς του πλούτου και ευρέθη τέλειος; Τούτο θα είναι δι' αυτόν εις καύχησιν και έπαινον. Ποιός εν τη επιθυμία του πλούτου ημπορούσε να παραβή το θέλημα του Θεού και δεν το παρέβη; Ημπορούσε να διαπράξη αδικίας και δεν τας διέπραξε;
11 στερεωθήσεται τὰ ἀγαθὰ αὐτοῦ, καὶ τὰς ἐλεημοσύνας αὐτοῦ ἐκδιηγήσεται ἐκκλησία.
Τα αγαθά του ανθρώπου αυτού, ο οποίος δεν επλούτησε με αδικίας, θα μείνουν μόνιμα υπό την κατοχήν του· τας δε ευεργεσίας και αγαθοεργίας του θα διηγούνται πλήθη ανθρώπων.
12 Ἐπὶ τραπέζης μεγάλης ἐκάθισας, μὴ ἀνοίξῃς ἐπ᾿ αὐτῆς φάρυγγά σου καὶ μὴ εἴπῃς· πολλά γε τὰ ἐπ᾿ αὐτῆς.
Οταν παρακαθήσης εις επίσημον πλουσίαν τράπεζαν, μη ανοίγης αχόρταστα το στόμα σου δια τα φαγητά της και μη είπης από μέσα σου, πολλά βέβαια φαγητά υπάρχουν επάνω εις αυτήν.
13 μνήσθητι ὅτι κακὸν ὀφθαλμὸς πονηρός· πονηρότερον ὀφθαλμοῦ τί ἔκτισται; διὰ τοῦτο ἀπὸ παντὸς προσώπου δακρύει.
Μη λησμονής ότι ο λαίμαργος οφθαλμός είναι κάτι κακόν. Τι άλλο πονηρότερον από τον αχόρταστον οφθαλμόν υπάρχει; Δια τούτο και κλαίει το μάτι παντός ανθρώπου, όταν στερήται από εκείνα, που επιθυμεί.
14 οὗ ἐὰν ἐπιβλέψῃ, μὴ ἐκτείνῃς χεῖρα καὶ μὴ συνθλίβου αὐτῷ ἐν τρυβλίῳ.
Οπου και όταν σε βλέπη το μάτι του νοικοκύρη, μη απλώσης με λαιμαργίαν το χέρι σου και μη ρίπτεσαι στο κοινόν πιάτο μαζή με τον νοικοκύρην, δια να αρπάξης φαγητά.
15 νόει τὰ τοῦ πλησίον ἐκ σεαυτοῦ καὶ ἐπὶ παντὶ πράγματι διανοοῦ.
Κρίνε τας επιθυμίας του πλησίον σου από τας ιδικάς σου και εις κάθε τι, που θα κάμης, σκέψου πρώτον καλά.
16 φάγε ὡς ἄνθρωπος τὰ παρακείμενά σοι καὶ μὴ διαμασῶ, μὴ μισηθῇς.
Φαγε ωσάν καλοαναθρεμμένος άνθρωπος τα παρατιθέμενα εις σε φαγητά, και μη μασάς τας τροφάς κατά τρόπον αγροίκον και θορυβώδη, δια να μη σε αποστραφούν.
17 παῦσαι πρῶτος χάριν παιδείας καὶ μὴ ἀπληστεύου, μήποτε προσκόψῃς·
Η καλή ανατροφή σου ας σε κάμη, να σταματήσης πρώτος το φάγητόν σου και να μη φανής αχόρταστος, δια να μη κτυπήσης άσχημα στους άλλους.
18 καὶ εἰ ἀνὰ μέσον πλειόνων ἐκάθισας, πρότερος αὐτῶν μὴ ἐκτείνῃς τὴν χεῖρά σου.~
Εάν δε παρακαθήσης εις τράπεζαν μεταξύ πολλών άλλων συνδαιτυμόνων, μη απλώνης συ πρώτος από εκείνους το χέρι σου.
19 Ὡς ἱκανὸν ἀνθρώπῳ πεπαιδευμένῳ τὸ ὀλίγον, καὶ ἐπὶ τῆς κοίτης αὐτοῦ οὐκ ἀσθμαίνει.
Δια τον άνθρωπον τον κοινωνικώς μορφωμένον είναι αρκετόν και το ολίγον φαγητόν. Ετσι δε και στον ύπνον του δεν θα ασθμαίνη, όπως θα ασθμαίνη ο βαρυφορτωμένος από φαγητά.
20 ὕπνος ὑγιείας ἐπὶ ἐντέρῳ μετρίῳ, ἀνέστη πρωΐ, καὶ ἡ ψυχὴ αὐτοῦ μετ᾿ αὐτοῦ. πόνος ἀγρυπνίας καὶ χολέρας καὶ στρόφος μετὰ ἀνδρὸς ἀπλήστου.
Υγιής και ευχάριστος ύπνος υπάρχει στον άνθρωπον, που το έντερόν του δεν είναι πολύ γεμάτο. Οταν δε το πρωϊ αυτός εξυπνά, έχει καθαρόν και ελεύθερον τον νουν. Ο πολυφαγάς όμως άνθρωπος υποφέρει από πόνους και αγρυπνίας. Εχει εμετούς και κόψιμο εις την κοιλίαν.
21 καὶ εἰ ἐβιάσθης ἐν ἐδέσμασιν, ἀνάστα μεσοπωρῶν καὶ ἀναπαύσῃ.
Εάν όμως επιέσθης τυχόν να φάγης πολλά φαγητά, σταμάτα εις τας οπώρας· μη τρώγης φρούτα και ετσι θα δοκιμάσης ανάπαυσιν.
22 ἄκουσόν μου, τέκνον, καὶ μὴ ἐξουδενώσῃς με, καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτων εὑρήσεις τοὺς λόγους μου· ἐν πᾶσι τοῖς ἔργοις σου γίνου ἐντρεχής, καὶ πᾶν ἀρρώστημα οὐ μή σοι ἀπαντήσῃ.
Ακουσέ με, παιδί μου, και μη καταφρονής τα λόγια μου. Εις το τέλος θα τα εύρης ορθά. Εις όλας τας ενεργείας σου να είσαι προσεκτικός και δραστήριος, και τότε καμμία νόσος δεν θα σε καταλάβη.
23 λαμπρὸν ἐπ᾿ ἄρτοις εὐλογήσει χείλη, καὶ μαρτυρία τῆς καλλονῆς αὐτοῦ πιστή.
Δοξα δια τον άνθρωπον και έπαινος εκ μέρους των άλλων είναι η προσφορά τροφών προς τους πτωχούς. Αυτή είναι η πλέον αξιόπιστος μαρτυρία της καλωσύνης του.
24 πονηρῷ ἐπ᾿ ἄρτῳ διαγογγύσει πόλις, καὶ ἡ μαρτυρία τῆς πονηρίας αὐτοῦ ἀκριβής.
Εναντίον όμως του τσιγγούνη, του σφιχτοχέρη στο να προσφέρη άρτους προς τους πεινώντας, θα αγανακτήση ολόκληρος η πόλις και η καταμαρτυρία αυτή εναντίον της φιλαργυρίας του θα είναι ακριβής και αξιόπιστος.
25 Ἐν οἴνῳ μὴ ἀνδρίζου, πολλοὺς γὰρ ἀπώλεσεν ὁ οἶνος.
Μη κάνης το παλληκάρι εις την οινοποσίαν, διότι η μέθη έχει καταστρέψει πολλούς.
26 κάμινος δοκιμάζει στόμωμα ἐν βαφῇ, οὕτως οἶνος καρδίας ἐν μάχῃ ὑπερηφάνων.
Το καμίνι δοκιμάζει την αντοχήν του χάλυβος, αφού αυτός πυρακτωμένος βυθισθή στο νερό. Ετσι και το κρασί βάλλει εις δοκιμασίαν τας καρδίας των εγωϊστών, όταν μάλιστα αυτοί έλθουν εις φιλονεικίας.
27 ἔπισον ζωῆς οἶνος ἀνθρώπῳ, ἐὰν πίνῃς αὐτὸν μέτρῳ αὐτοῦ. τίς ζωὴ ἐλασσουμένῳ οἴνῳ; καὶ αὐτὸς ἔκτισται εἰς εὐφροσύνην ἀνθρώποις.
Υποβοηθεί την υγείαν και ζωήν του ανθρώπου ο οίνος, όταν πίνεται με μέτρον. Ποιά δε είναι η ζωή εκείνου, ο οποίος στερείται από το κρασί; Ο οίνος έχει γίνει δια να ευφραίνη τους ανθρώπους.
28 ἀγαλλίαμα καρδίας καὶ εὐφροσύνη ψυχῆς οἶνος πινόμενος ἐν καιρῷ αὐτάρκης.
Αγαλλίασις καρδίας και χαρά της ζωής είναι ο οίνος, που πίνεται, όταν και όσον πρέπει.
29 πικρία ψυχῆς οἶνος πινόμενος πολὺς ἐν ἐρεθισμῷ καὶ ἀντιπτώματι.
Πικρία όμως και ταραχή της ψυχής είναι ο οίνος, όταν πίνεται εις μεγάλην ποσότητα, δημιουργεί εξερεθισμούς και αντεγκλήσεις μεταξύ των ανθρώπων.
30 πληθύνει μέθη θυμὸν ἄφρονος εἰς πρόσκομμα, ἐλαττῶν ἰσχὺν καὶ προσποιῶν τραύματα.
Η μέθη μεγαλώνει τον θυμόν του ασυνέτου ανθρώπου, ώστε να έρχεται εις συγκρούσεις με τους άλλους, μειώνει την σωματικήν του δύναμιν και προξενεί τραύματα.
31 ἐν συμποσίῳ οἴνου μὴ ἐλέγξῃς τὸν πλησίον καὶ μὴ ἐξουδενώσῃς αὐτὸν ἐν εὐφροσύνῃ αὐτοῦ· λόγον ὀνειδισμοῦ μὴ εἴπῃς αὐτῷ, καὶ μὴ αὐτὸν θλίψῃς ἐν ἀπαιτήσει.
Εις σομπόσιον, όπου πολύς προσφέρεται και καταναλίσκεται ο οίνος, μη ελέγξης τον παρακαθήμενόν σου· μη τον θίξης και μη τον προσβάλης, όταν ευρίσκεται εις ευθυμίαν. Λογον υβριστικόν μη του είπης και μη τον στενοχωρήσης με ακαίρους απαιτήσεις σου.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα