ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΜΟΥ τοῦ πατρὸς ἀκούσατε, τέκνα, καὶ οὕτως ποιήσατε, ἵνα σωθῆτε·
Παιδιά μου, ακούσατε εμέ τον πατέρα σας και πράξατε εκείνο, το οποίον εγώ σας λέγω, δια να εύρετε σωτηρίαν και χαράν.
2 ὁ γὰρ Κύριος ἐδόξασε πατέρα ἐπὶ τέκνοις καὶ κρίσιν μητρὸς ἐστερέωσεν ἐφ᾿ υἱοῖς.
Διότι ο Κυριος εδόξασε και κατέστησε σεβαστόν τον πατέρα εις τα τέκνα του, εστερέωσε δε και ενίσχυσε το κύρος και τα δικαιώματα της μητρός απέναντι των παιδιών της.
3 ὁ τιμῶν πατέρα ἐξιλάσεται ἁμαρτίας,
Εκείνος που τιμά τον πατέρα του υπακούων έτσι στον Θεόν εξιλεώνει τας αμαρτίας του.
4 καὶ ὡς ὁ ἀποθησαυρίζων, ὁ δοξάζων μητέρα αὐτοῦ.
Εκείνος δέ που τιμά και σέβεται την μητέρα του, ομοιάζει με ο άνθρωπον, ο οποίος αποταμιεύει θησαυρούς.
5 ὁ τιμῶν πατέρα εὐφρανθήσεται ὑπὸ τέκνων, καὶ ἐν ἡμέρᾳ προσευχῆς αὐτοῦ εἰσακουσθήσεται.
Εκείνος που τιμά και σέβεται τον πατέρα του, θα ευφρανθή και ο ίδιος εκ μέρους των τέκνων του. Και εις ημέραν, κατά την οποίαν θα προσευχηθή, θα γίνη ακουστή η προσευχή του.
6 ὁ δοξάζων πατέρα μακροημερεύσει, καὶ ὁ εἰσακούων Κυρίου ἀναπαύσει μητέρα αὐτοῦ·
Αυτός, που τιμά και σέβεται τον πατέρα, θα μακροημερεύση επί της γης. Και εκείνος, ο οποίος υπακούει στον Κυριον, θα επαναπαύη και θα ευφραίνη την μητέρα του.
7 καὶ ὡς δεσπόταις δουλεύσει ἐν τοῖς γεννήσασιν αὐτόν.
Ο στοργικός υιός θα υπηρετή τους γονείς του, ως εάν αυτοί είναι οι κύριοι και αυθένται του.
8 ἐν ἔργῳ καὶ λόγῳ τίμα τὸν πατέρα σου, ἵνα ἐπέλθῃ σοι εὐλογία παρ᾿ αὐτοῦ·
Με τα έργα και με τα λόγια σου να τιμάς τον πατέρα σου, δια να έλθη εις σε η ευλογία του,
9 εὐλογία γὰρ πατρὸς στηρίζει οἴκους τέκνων, κατάρα δὲ μητρὸς ἐκριζοῖ θεμέλια.
Διότι η ευλογία του πατρός στηρίζει τους οίκους των παιδιών του. Εξ αντιθέτου δε η κατάρα της μητρός καταστρέφει τα σπίτια των υιών εκ θεμελίων.
10 μὴ δοξάζου ἐν ἀτιμίᾳ πατρός σου, οὐ γάρ ἐστί σοι δόξα πατρὸς ἀτιμία·
Μη επιδιώκης να δοξασθής με την δυσφήμησιν του πατρός σου. Διότι δεν είναι δυνατόν η ανυποληψία του πατρός σου να είναι ιδική σου δόξα.
11 ἡ γὰρ δόξα ἀνθρώπου ἐκ τιμῆς πατρὸς αὐτοῦ, καὶ ὄνειδος τέκνοις μήτηρ ἐν ἀδοξίᾳ.
Διότι η δόξα του παιδιού πηγάζει από την υπόληψιν και το καλόν όνομα του πατρός. Εξ αντιθέτου είναι καταισχύνη δια τα τέκνα η ανυποληψία της μητρός των.
12 τέκνον, ἀντιλαβοῦ ἐν γήρᾳ πατρός σου, καὶ μὴ λυπήσῃς αὐτὸν ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ·
Παιδί μου, γίνε στήριγμα του πατρός σου εις τα γεράματά του και μη τον λυπήσης καθόλου κατά το διάστημα της ζωής του.
13 κἂν ἀπολείπῃ σύνεσιν, συγγνώμην ἔχε καὶ μὴ ἀτιμάσῃς αὐτὸν ἐν πάσῃ ἰσχύϊ σου.
Και εάν ακόμη η διάνοιά του και η φρόνησις εξασθενήσουν, συ να είσαι μεγαλόκαρδος και επιεικής απέναντί του. Μη τον εξευτελίσης και μη τον δυσφήμησης, όταν συ θα ευρίσκεσαι εις την ακμήν των δυνάμεών σου.
14 ἐλεημοσύνη γὰρ πατρὸς οὐκ ἐπιλησθήσεται, καὶ ἀντὶ ἁμαρτιῶν προσανοικοδομηθήσεταί σοι.
Η σπλαγχνική σου συμπεριφορά πους τον πατέρα σου δεν θα λησμονηθή από τον Θεόν. Και αντί να σε τιμωρήση ο Θεός δια τας άλλας αμαρτίας σου, θα αποκαταστήση ευτυχισμένον και σταθερόν τον οίκον σου.
15 ἐν ἡμέρᾳ θλίψεώς σου ἀναμνησθήσεταί σου· ὡς εὐδία ἐπὶ παγετῷ, οὕτως ἀναλυθήσονταί σου αἱ ἁμαρτίαι.
Εις περίοδον δοκιμασιών και πειρασμών ο Κυριος θα σε ενθυμηθή. Και όπως ο ηλιόλουστος καιρός διαλύει τον πάγον, κατά παρόμοιον τρόπον θα διαλυθούν και θα εξαφανισθούν αι αμαρτίαι σου.
16 ὡς βλάσφημος ὁ ἐγκαταλιπὼν πατέρα, καὶ κεκατηραμένος ὑπὸ Κυρίου ὁ παροργίζων μητέρα αὐτοῦ.
Το παιδί, που εγκαταλείπει αβοήθητον τον πατέρα του, είναι όμοιον με τον άνθρωπον εκείνον, που βλασφημεί τον Θεόν. Κατηραμένος δε είναι από τον Κυριον εκείνος, ο οποίος με την απρεπή συμπεριφοράν του εξοργίζει την μητέρα του.
17 τέκνον, ἐν πραυ±τητι τὰ ἔργα σου διέξαγε, καὶ ὑπὸ ἀνθρώπου δεκτοῦ ἀγαπηθήσῃ.
Τέκνον μου, πράττε πάντοτε τα έργα σου με πραότητα και ετσι θα εκτιμηθής και θα αγαπηθής από κάθε καλόν άνθρωπον.
18 ὅσῳ μέγας εἶ, τοσούτῳ ταπεινοῦ σεαυτόν, καὶ ἔναντι Κυρίου εὑρήσεις χάριν·
Οσον μέγας και ένδοξος είσαι, τόσον περισσότερον να ταπεινώνης τον εαυτόν σου και έτσι θα εύρης χάριν ενώπιον του Κυρίου.
20 ὅτι μεγάλη ἡ δυναστεία τοῦ Κυρίου καὶ ὑπὸ τῶν ταπεινῶν δοξάζεται.
Διότι μεγάλη είναι η εξουσία και η μεγαλοπρέπεια του Κυρίου, και δοξάζεται πάντοτε από τους ταπεινούς ανθρώπους.
21 χαλεπώτερά σου μὴ ζήτει καὶ ἰσχυρότερά σου μὴ ἐξέταζε·
Μη επιζητής δυσκατόρθωτα πράγματα, και ανώτερα από τας δυνάμεις σου μη τα εξετάζης καθόλου.
22 ἃ προσετάγη σοι, ταῦτα διανοοῦ, οὐ γάρ ἐστί σοι χρεία τῶν κρυπτῶν.
Εκείνα, δια τα οποία έχεις λάβει εντολήν και δύνασαι να τα εκτέλέσης, αυτά να σκέπτεσαι πάντοτε. Διότι δεν υπάρχει καμμία ανάγκη να ερευνάς τας κρυπτάς βουλάς του Θεού.
23 ἐν τοῖς περισσοῖς τῶν ἔργων σου μὴ περιεργάζου· πλείονα γὰρ συνέσεως ἀνθρώπων ὑπεδείχθη σοι·
Μη περιεργάζεσαι υπέρτερα έργα από εκείνα, που σου έχουν ανατεθή· διότι τα όσα έχεις διδαχθή και γνωρίζεις, υπερβαίνουν την διάνοιαν των ανθρώπων.
24 πολλοὺς γὰρ ἐπλάνησεν ἡ ὑπόληψις αὐτῶν, καὶ ὑπόνοια πονηρὰ ὠλίσθησε διανοίας αὐτῶν. [
Πολλοί άνθρωποι έχουν παραπλανηθή από την έπαρσίν των και ένοχος διάθεσις παρέσυρε τας διανοίας των εις ολισθήματα.
25 κόρας μὴ ἔχων ἀπορήσεις φωτός, γνώσεως δὲ ἄμοιρος ὢν μὴ ἐπαγγέλλου].
Εάν δεν έχης υγιείς τας κόρας των οφθαλμών σου, θα χάσης μόνον το φως. Εάν όμως μείνης άγευστος της υγιούς γνώσεως και σοφίας, μη επιχειρής τίποτε, διότι τα πάντα είναι χαμένα δια σέ.
26 καρδία σκληρὰ κακωθήσεται ἐπ᾿ ἐσχάτων, καὶ ὁ ἀγαπῶν κίνδυνον ἐν αὐτῷ ἐμπεσεῖται.
Ο σκληρός και θρασύς κατά την καρδίαν, στο τέλος, θα καταστροφή. Εκείνος δε ο οποίος αγαπά να εκτίθεται εις παράτολμους κινδύνους, θα περιπέση εις κινδύνους και δεν θα ημπορέση να γλυτώση.
27 καρδία σκληρὰ βαρυνθήσεται πόνοις, καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς προσθήσει ἁμαρτίαν ἐφ᾿ ἁμαρτίαις.
Ανθρωπος εσκληρυμμένος και εγωπαθής θα καταβαρυνθή με πολλάς ταλαιπωρίας. Και ο αμαρτωλός αυτός θα προσθέτη συνεχώς την μίαν αμαρτίαν επάνω εις τας άλλας αμαρτίας του.
28 ἐπαγωγὴ ὑπερηφάνου οὐκ ἔστιν ἴασις, φυτὸν γὰρ πονηρίας ἐρρίζωκεν ἐν αὐτῷ.
Η θλίψις και η ταλαιπωρία του υπερηφάνου είναι αθεράπευτος· διότι ένα φυτόν κακότητος έχει ριζώσει μέσα του.
29 καρδία συνετοῦ διανοηθήσεται παραβολήν, καὶ οὖς ἀκροατοῦ ἐπιθυμία σοφοῦ.
Εξ αντιθέτου η καρδία του συνετού θα σκέπτεται πάντοτε σοφά γνωμικά. Και ενας άνθρωπος σοφός επιθυμεί να έχη πάντοτε προσεκτικόν το αυτί του εις αυτά, που ακούει.
30 πῦρ φλογιζόμενον ἀποσβέσει ὕδωρ, καὶ ἐλεημοσύνη ἐξιλάσεται ἁμαρτίας.
Το νερό σβήνει τας φλόγας του πυρός. Ετσι και η ελεημοσύνη εξιλεώνει τας αμαρτίας.
31 ὁ ἀνταποδιδοὺς χάριτας μέμνηται εἰς τὰ μετὰ ταῦτα, καὶ ἐν καιρῷ πτώσεως εὑρήσει στήριγμα.
Εκείνος ο οποίος ανταποδίδει ευγνωμοσύνην και χάριν δια τας ευεργεσίας, που έλαβε, θα μνημονεύεται και στο μέλλον. Εις δε καιρόν δυστυχίας και θλίψεως θα εύρη βοήθειαν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα