ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 Ο ΠΟΙΩΝ ἔλεος δανειεῖ τῷ πλησίον, καὶ ὁ ἐπισχύων τῇ χειρὶ αὐτοῦ τηρεῖ ἐντολάς.
Ο ελεήμων δανείζει προθύμως τον πλησίον του και εκείνος, που έρχεται με προθυμία εις βοήθειαν και ενίσχυσιν του πλησίον, τηρεί τας εντολάς του Θεού.
2 δάνεισον τῷ πλησίον ἐν καιρῷ χρείας αὐτοῦ, καὶ πάλιν ἀπόδος τῷ πλησίον εἰς τὸν καιρόν·
Δώσε δάνειον στον πλησίον σου, όταν ευρίσκεται εις καιρόν ανάγκης· συ δε ο χρεωφειλέτης να επιστρέψης την οφειλήν σου στον πλησίον σου κατά τον συμφωνηθέντα καιρόν.
3 στερέωσον λόγον καὶ πιστώθητι μετ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἐν παντὶ καιρῷ εὑρήσεις τὴν χρείαν σου.
Τηρησε τον λόγον σου απέναντι του, δείξε προς αυτόν την αξιοπιστίαν σου και έτσι εις κάθε καιρόν ανάγκης σου θα τον εύρης πρόθυμον να σε βοηθήση.
4 πολλοὶ ὡς εὕρεμα ἐνόμισαν δάνος καὶ παρέσχον πόνον τοῖς βοηθήσασιν αὐτοῖς.
Πολλοί ενόμισαν ως εύρημα το δάνειον που έλαβον, και επροξένησαν ταλαιπωρίας εις εκείνους, οι οποίοι τους εβοήθησαν.
5 ἕως οὗ λάβῃ, καταφιλήσει χεῖρα αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν χρημάτων τοῦ πλησίον ταπεινώσει φωνήν· καὶ ἐν καιρῷ ἀποδόσεως παρελκύσει χρόνον καὶ ἀποδώσει λόγους ἀκηδίας καὶ τὸν καιρὸν αἰτιάσεται.
Ο κακός και αχάριστος χρεωφειλέτης, μέχρις ότου θα λάβη το δάνειον, καταφιλεί την χείρα του δανειστού· και δια τα χρήματα του πλησίον, που ελπίζει να λάβη, χαμηλώνει ικετευτικώς την φωνήν του. Οταν όμως έλθη ο καιρός της αποδόσεως του δανείου, αναβάλλει και παρελκύει τον χρόνον, προβάλλει λόγους στενοχωρίας και τας δυσχερείς, τάχα, περιστάσεις.
6 ἐὰν ἰσχύσῃ, μόλις κομίσεται τὸ ἥμισυ καὶ λογιεῖται αὐτὸ ὡς εὕρεμα· εἰ δὲ μή, ἀπεστέρησεν αὐτὸν τῶν χρημάτων αὐτοῦ, καὶ ἐκτήσατο αὐτὸν ἐχθρὸν δωρεάν· κατάρας καὶ λοιδορίας ἀποδώσει αὐτῷ καὶ ἀντὶ δόξης ἀποδώσει αὐτῷ ἀτιμίαν.
Εάν ο κακός χρεωφειλέτης είναι εις θέσιν να πληρώση, ο δανειστής του, έστω και αν λάβη το ήμισυ του χρέους, θα θεωρήση τούτο ως εύρημα. Εάν όμως δεν έχη να πληρώση, δεν θα επιστρέψη τίποτε εις αυτόν και έτσι θα τον στερήση εξ ολοκλήρου από τα χρήματά του. Και επί πλέον θα τον κάμη εχθρόν του χωρίς λόγον. Θα τον πληρώση όμως με κατάρας και με ύβρεις και άντί της τιμής θα του ανταποδώση την καταφρόνησιν.
7 πολλοὶ οὖν χάριν πονηρίας ἀπέστρεψαν, ἀποστερηθῆναι δωρεὰν εὐλαβήθησαν.
Πολλοί, λόγω της πονηρίας των χρεωφειλετών, αρνούνται να δώσουν δάνειον, επειδή φοβούνται, μήπως χωρίς λόγον χάσουν τα χρήματα των.
8 πλὴν ἐπὶ ταπεινῷ μακροθύμησον καὶ ἐπ᾿ ἐλεημοσύνην μὴ παρελκύσῃς αὐτόν.
Παρ' όλον όμως τούτο συ πρέπει να φανής μακρόθυμος και επιεικής προς τον πτωχόν και εστερημένον, και μη αναβάλης να δώσης προς αυτόν την ελεημοσύνην σου.
9 χάριν ἐντολῆς ἀντιλαβοῦ πένητος καὶ κατὰ τὴν ἔνδειαν αὐτοῦ μὴ ἀποστρέψῃς αὐτὸν κενόν.
Εκ σεβασμού προς την εντολήν του Θεού υποστήριξε τον πτωχόν, και όταν ευρεθή εις περίοδον ανάγκης και στερήσεως, μη τον αφήσης να φύγη χωρίς την βοήθειάν σου.
10 ἀπόλεσον ἀργύριον δι᾿ ἀδελφὸν καὶ φίλον, καὶ μὴ ἰωθήτω ὑπὸ τὸν λίθον εἰς ἀπώλειαν.
Εν ανάγκη ας χάσης τα χρήματά σου δια τον στερούμενον αδελφόν και φίλον, και μη τα αφήσης να σκουριάσουν κρύπτων αυτά κάτω από λίθους.
11 θὲς τὸν θησαυρόν σου κατ᾿ ἐντολὰς Ὑψίστου, καὶ λυσιτελήσει σοι μᾶλλον ἢ τὸ χρυσίον.
Χρησιμοποίησε τα χρήματά σου σύμφωνα με το θέλημα του Υψίστου· και αυτό θα σε ωφελήση περισσότερον από αυτόν τούτον τον χρυσόν.
12 σύγκλεισον ἐλεημοσύνην ἐν τοῖς ταμείοις σου, καὶ αὕτη ἐξελεῖταί σε ἐκ πάσης κακώσεως·
Κλείσε στο ταμειον σου αντί χρημάτων τα καλά έργα της ελεημοσύνης σου· αυτά δε θα σε απαλλάξουν από κάθε ταλαιπωρίαν.
13 ὑπὲρ ἀσπίδα κράτους καὶ ὑπὲρ δόρυ ἀλκῆς κατέναντι ἐχθροῦ πολεμήσει ὑπὲρ σοῦ.
Η ελεημοσύνη σου θα σε υπερασπίση εναντίον παντός εχθρού περισσότερον από ισχυράν ασπίδα και από δυνατόν δόρυ.
14 ἀνὴρ ἀγαθὸς ἐγγυήσεται τὸν πλησίον, καὶ ὁ ἀπολωλεκὼς αἰσχύνην καταλήψει αὐτόν.
Ο αγαθός άνθρωπος θα εγγυηθή προθύμως δια τον πλησίον του· μόνον ο αδιάντροπος θα εγκαταλείψη αυτόν αβοήθητον.
15 Χάριτας ἐγγύου μὴ ἐπιλάθῃ, ἔδωκε γὰρ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ σοῦ.
Συ δε ο ευεργετούμενος μη λησμονήσης την ευεργεσίαν του εγγυητού σου, διότι εκείνος έδωσε προς χάριν σου την ζωήν του.
16 ἀγαθὰ ἐγγύου ἀνατρέψει ἁμαρτωλός, καὶ ἀχάριστος ἐν διανοίᾳ ἐγκαταλείψει ρυσάμενον.
Ο πονηρός και αχάριστος όμως θα ανατρέψη την αγαθοεργίαν του εγγυητού· θα εγκαταλείψη τον ευεργέτην του εκείνος, που έχει κατά νουν διαθέσεις αχαριστίας.
17 ἐγγύη πολλοὺς ἀπώλεσε κατευθύνοντας καὶ ἐσάλευσεν αὐτοὺς ὡς κῦμα θαλάσσης· ἄνδρας δυνατοὺς ἀπῴκισε καὶ ἐπλανήθησαν ἐν ἔθνεσιν ἀλλοτρίοις.
Πολλούς εγγυητάς με πολλά αγαθά τους κατέστρεψεν η εγγύησις, τους εκλόνισεν όπως τα κύματα της θαλάσσης. Εξεδίωξεν από τον τόπον των άνδρας δυνατούς και αυτοί περιεπλανήθησαν μέσα εις ξένα έθνη.
19 ἁμαρτωλὸς ἐμπεσὼν εἰς ἐγγύην καὶ διώκων ἐργολαβίας ἐμπεσεῖται εἰς κρίσεις.
Ο κακός όμως άνθρωπος, ο οποίος με υστεροβουλίαν επιπίπτει εις εγγυήσεις, επιδιώκων με αυτάς παράνομα κέρδη, θα περιπέση εις δίκας και τιμωρίας.
20 ἀντιλαβοῦ τοῦ πλησίον κατὰ δύναμίν σου καὶ πρόσεχε σεαυτῷ μὴ ἐμπέσῃς.~
Υποστήριξε τον πλησίον σου ανάλογα με την οικονομικήν σου αντοχήν, πρόσεξε όμως να μη πέσης και συ ο ίδιος.
21 Ἀρχὴ ζωῆς ὕδωρ καὶ ἄρτος καὶ ἱμάτιον καὶ οἶκος καλύπτων ἀσχημοσύνην.
Πρώτα και απαραίτητα εφόδια δια την ζωήν είναι το νερό και ο άρτος. Εκ παραλλήλου δε η ενδυμασία και το σπίτι δια την κάλυψιν της γυμνότητος του ανθρώπου.
22 κρείσσων βίος πτωχοῦ ὑπὸ σκέπην δοκῶν ἢ ἐδέσματα λαμπρὰ ἐν ἀλλοτρίοις.
Προτιμότερα είναι η ζωή του πτωχού κάτω από ξυλίνην στέγην, παρά τα πολυτελή συμπόσια εις ξένα σπίτια.
23 ἐπὶ μικρῷ καὶ μεγάλῳ εὐδοκίαν ἔχε, καὶ ὀνειδισμὸν παροικίας οὐ μὴ ἀκούσῃς.
Να μένης ευχαριστημένος και με τα πολλά και με τα ολίγα. Ετσι δε δεν θα ακούσης κατηγορίας και ύβρεις, ότι είσαι παράσιτον ζων εις βάρος των άλλων.
24 ζωὴ πονηρὰ ἐξ οἰκίας εἰς οἰκίαν, καὶ οὗ παροικήσεις, οὐκ ἀνοίξει στόμα.
Αθλία ζωή είναι να γυρίζης από σπίτι σε σπίτι, διότι όπου σταθής να ζητήσης βοήθειαν, θα εντροπιασθης και δεν θα έχης το θάρρος να ανοίξης το στόμα σου.
25 ξενιεῖς καὶ ποτιεῖς εἰς ἀχάριστα καὶ πρὸς ἐπὶ τούτοις πικρὰ ἀκούσῃ·
Θα εξαναγκασθής ωσάν υπηρέτης να προσφέρης το φαγητόν και το ποτόν στον οικοδεσπότην, χωρίς και να ακούσης ένα ευχαριστώ από εκείνον. Εξ αντιθέτου θα ακούσης πικρά λόγια.
26 πάρελθε, πάροικε, κόσμησον τράπεζαν, καὶ εἴτι ἐν τῇ χειρί σου, ψώμισόν με.
Θα σου είπη· “έλα εδώ, ξένε, ετοίμασε το τραπέζι του φαγητού μου, και αν έχης κάτι έτοιμον, δος μου το να φάγω”.
27 ἔξελθε, πάροικε, ἀπὸ προσώπου δόξης, ἐπεξένωταί μοι ὁ ἀδελφός, χρεία τῆς οἰκίας.
Επειτα θα σου πη· “φύγε από δω, ξένε, από τα μεγαλεία μου και τα αγαθά μου, διότι εγώ πρόκειται να φιλοξενήσω τον αδελφόν μου και έχω ανάγκην του σπιτιού μου”.
28 βαρέα ταῦτα ἀνθρώπῳ ἔχοντι φρόνησιν, ἐπιτίμησις οἰκίας καὶ ὀνειδισμὸς δανειστοῦ.
Τα λόγια αυτά δι' ένα άνθρωπον ορθοφρονούντα και φιλότιμον είναι πολύ βαρειά· αυτή δηλαδή, η επιτίμησίς του εις οικίαν, όπου εζήτησε φιλοξενίαν, και η κακομεταχείρισίς του, ως εάν πρόκειται περί χρεωφειλέτου.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα