ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΝ τρισὶν ὡραΐσθην καὶ ἀνέστην ὡραία ἔναντι Κυρίου καὶ ἀνθρώπων· ὁμόνοια ἀδελφῶν, καὶ φιλία τῶν πλησίον, καὶ γυνὴ καὶ ἀνὴρ ἑαυτοῖς συμπεριφερόμενοι.
Τρία πράγματά με στολίζουν κατά τρόπον ωραίον, και ωραία παρουσιάζομαι ενώπιον Θεού και ανθρώπων. Πρώτον· ομόνοια μεταξύ των αδελφών. Δεύτερον· φιλία μεταξύ των φίλων και των γειτόνων. Τρίτον· καλή συμπεριφορά των συζύγων μεταξύ των.
2 τρία δὲ εἴδη ἐμίσησεν ἡ ψυχή μου καὶ προσώχθισα σφόδρα τῇ ζωῇ αὐτῶν· πτωχὸν ὑπερήφανον, καὶ πλούσιον ψεύστην, γέροντα μοιχὸν ἐλαττούμενον συνέσει.~
Τρεις τάξεις ανθρώπων εμίσησεν η ψυχή μου και εδυσφόρησα πάρα πολύ δια την ύπαρξίν των. Πτωχόν υπερήφανον, πλούσιον ψεύστην, και γέροντα μοιχόν, ο οποίος συνεχώς χάνει την ορθοφροσύνην του.
3 Ἐν νεότητι οὐ συναγήοχας, καὶ πῶς ἂν εὕροις ἐν τῷ γήρᾳ σου;
Εφ' όσον κατά την νεότητά σου δεν απεθησαύρισες σοφίαν και σύνεσιν, πως θα την έχης κατά τα γηρατεία σου;
4 ὡς ὡραῖον πολιαῖς κρίσις καὶ πρεσβυτέροις ἐπιγνῶναι βουλήν.
Ποσον ωραίον είναι δια κεφαλάς, που έχουν κάτασπρα μαλλιά, η ορθοφροσύνη, και δια τους πρεσβυτέρους κατά την ηλικίαν να γνωρίζουν και να δίδουν καλάς συμβουλάς!
5 ὡς ὡραία γερόντων σοφία καὶ δεδοξασμένοις διανόημα καὶ βουλή.
Ποσον ωραία και ταιριαστή είναι η σοφία δια τους γέροντας, εις δε τους μεγάλους και δοξασμένους επί της γης η ορθή σκέψις και συμβουλή!
6 στέφανος γερόντων πολυπειρία, καὶ τὸ καύχημα αὐτῶν φόβος Κυρίου.~
Ωραίος ταιριαστός στέφανος εις την κεφαλήν των γερόντων είναι η πλουσία υγιής πείρα καύχημά των δε η ευλάβεια προς τον Κυριον.
7 Ἐννέα ὑπονοήματα ἐμακάρισα ἐν καρδίᾳ καὶ τὸ δέκατον ἐρῶ ἐπὶ γλώσσης· ἄνθρωπος εὐφραινόμενος ἐπὶ τέκνοις, ζῶν καὶ βλέπων ἐπὶ πτώσει ἐχθρῶν·
Εννέα τάξεις εμακάρισα με όλην μου την καρδίαν. Και την δεκάτην τάξιν θα την διακηρύξω με τους λόγους μου. Πρώτον, άνθρωπον ο οποίος ευφραίνεται δια τα καλά του παιδιά. Δεύτερον, εκείνον που ζη και βλέπει την καταστροφήν των εχθρών του.
8 μακάριος ὁ συνοικῶν γυναικὶ συνετῇ, καὶ ὃς ἐν γλώσσῃ οὐκ ὠλίσθησε, καὶ ὃς οὐκ ἐδούλευσεν ἀναξίῳ αὐτοῦ·
Τρίτον, ευτυχή εκείνον, ο οποίος συνοικεί με συνετήν και σώφρονα σύζυγον. Τέταρτον, εκείνον ο οποίος δεν εξολισθαίνει εις αμαρτήματα γλώσσης. Πέμπτον, εκείνον που δεν υπηρέτησεν ως προϊστάμενον κατώτερόν του.
9 μακάριος ὃς εὗρε φρόνησιν, καὶ ὁ διηγούμενος εἰς ὦτα ἀκουόντων·
Μακάριος εκείνος, ο οποίος εύρε και απέκτησε σύνεσιν, εκείνος ο οποίος διδάσκει εις ανθρώπους, οι οποίοι τον ακούουν με προθυμίαν.
10 ὡς μέγας ὁ εὑρὼν σοφίαν· ἀλλ᾿ οὐκ ἔστιν ὑπὲρ τὸν φοβούμενον τὸν Κύριον·
Ποσον μέγας είναι εκείνος, ο οποίος ευρήκε και απέκτησε σοφίαν! Αυτός όμως παρ' όλην την σοφίαν του δεν είναι ανώτερος από εκείνον, ο οποίος φοβείται τον Κοριον.
11 φόβος Κυρίου ὑπὲρ πᾶν ὑπερέβαλεν, ὁ κρατῶν αὐτοῦ τίνι ὁμοιωθήσεται; [
Ο φόβος του Κυρίου είναι ανώτερος από κάθε τι· και προς ποίον θα παρομοιάσωμεν εκείνον, που έχει και κρατεί μέσα του αυτόν τον φόβον;
12 φόβος Κυρίου ἀρχὴ ἀγαπήσεως αὐτοῦ, πίστις δὲ ἀρχὴ κολλήσεως αὐτοῦ].
Ο φόβος του Κυρίου είναι η αρχή και η προϋπόθεσις της αγάπης μας προς αυτόν, η δε πίστις μας είναι η αρχή της προσκολλήσεώς μας εις αυτόν.
13 Πᾶσαν πληγὴν καὶ μὴ πληγὴν καρδίας, καὶ πᾶσαν πονηρίαν καὶ μὴ πονηρίαν γυναικός·
Καθε άλλην πληγήν την υπομένει κανείς, οχι όμως και την πληγήν της καρδίας. Καθε άλλην πονηρίαν την υπομένει, οχι όμως και την πονηρίαν της γυναικός.
14 πᾶσαν ἐπαγωγὴν καὶ μὴ ἐπαγωγὴν μισούντων, καὶ πᾶσαν ἐκδίκησιν καὶ μὴ ἐκδίκησιν ἐχθρῶν.
Καθε συμφοράν την υπομένω, πλην συμφοράς προερχομένης από εκείνους, που με μισούν, όπως και κάθε εκδίκησιν και μη εκδίκησιν, προερχομένην από εχθρούς.
15 οὐκ ἔστι κεφαλὴ ὑπὲρ κεφαλὴν ὄφεως, καὶ οὐκ ἔστι θυμὸς ὑπὲρ θυμὸν ἐχθροῦ.
Δεν υπάρχει περισσότερον κακή και επικίνδυνος κεφαλή από την δηλητηριώδη κεφαλήν του όφεως· και δεν υπάρχει χειρότερος θυμός από τον θυμόν του εχθρού.
16 συνοικῆσαι λέοντι καὶ δράκοντι εὐδοκήσω ἢ ἐνοικῆσαι μετὰ γυναικὸς πονηρᾶς.
Προτιμώ να συνοικήσω με λέοντα και δράκοντα, παρά να συγκατοικώ με κακήν γυναίκα.
17 πονηρία γυναικὸς ἀλλοιοῖ τὴν ὅρασιν αὐτῆς καὶ σκοτοῖ τὸ πρόσωπον αὐτῆς ὡς ἄρκος.
Η κακία της γυναικός αλλοιώνει την εμφάνισίν της γενικώς· κάμνει σκοτεινόν το πρόσωπόν της, ωσάν το πρόσωπον της άρκτου.
18 ἀνὰ μέσον τοῦ πλησίον αὐτοῦ ἀναπεσεῖται ὁ ἀνὴρ αὐτῆς, καὶ ἀκούσας ἀνεστέναξε πικρά.
Ο σύζυγός της θα καθίση εν ανέσει ανάμεσα στους φίλους του, όταν όμως ακουση δι' αυτήν θα αναστενάξη με μεγάλην πικρίαν.
19 μικρὰ πᾶσα κακία πρὸς κακίαν γυναικός, κλῆρος ἁμαρτωλοῦ ἐπιπέσοι αὐτῇ.
Καθε άλλη κακία είναι μικρά εμπρός εις την κακίαν της γυναικός. Ως κακόν μερίδιον ας πέση επάνω της κλήρος και κατάντημα αμαρτωλού.
20 ἀνάβασις ἀμμώδης ἐν ποσὶ πρεσβυτέρου, οὕτως γυνὴ γλωσσώδης ἀνδρὶ ἡσύχῳ.
Ο,τι είναι η αμμουδερή ανωφέρεια δια τα πόδια του γέροντος, έτσι είναι και η γλωσσώδης γυνή δια τον φιλήσυχον άνδρα της.
21 μὴ προσπέσῃς ἐπὶ κάλλος γυναικὸς καὶ γυναῖκα μὴ ἐπιποθήσῃς.
Μη παρασυρθής από το κάλλος της γυναικός. Καμμίαν γυναίκα ας μη επιθυμήσης μετά πόθου.
22 ὀργὴ καὶ ἀναίδεια καὶ αἰσχύνη μεγάλη γυνὴ ἐὰν ἐπιχορηγῇ τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς.
Είναι κάτι το εξοργιστικόν, το αναιδές, το εξευτελιστικόν, η γυνή να επιχορηγή και διατρέφη τον άνδρα της.
23 καρδία ταπεινὴ καὶ πρόσωπον σκυθρωπὸν καὶ πληγὴ καρδίας γυνὴ πονηρά· χεῖρες παρειμέναι καὶ γόνατα παραλελυμένα ἥτις οὐ μακαριεῖ τὸν ἄνδρα αὐτῆς.
Γυνή με χυδαίαν ψυχήν, με σκυθρωπόν το πρόσωπον και με πικραμμένην καρδίαν, είναι κακή σύζυγος. Χείρες συζύγου αδρανείς και γόνατα παραλελυμένα δεν είναι δυνατόν να κάμουν ευτυχισμένον τον σύζυγόν της.
24 ἀπὸ γυναικὸς ἀρχὴ ἁμαρτίας, καὶ δι᾿ αὐτὴν ἀποθνήσκομεν πάντες.
Από την γυναίκα, από την Εύαν, ήλθεν η αρχή της αμαρτίας, και εξ αιτίας αυτής αποθνήσκομεν όλοι.
25 μὴ δῷς ὕδατι διέξοδον μηδὲ γυναικὶ πονηρᾷ ἐξουσίαν.
Μη δίδης ελευθέραν ροήν στο ύδωρ, ούτε εξουσίαν εις κακήν γυναίκα.
26 εἰ μὴ πορεύεται κατὰ χεῖρά σου, ἀπὸ τῶν σαρκῶν σου ἀπότεμε αὐτήν.
Εάν η γυναίκα σου δεν σε ακολουθή και δεν σε υπακούη, απόκοψέ την από το σπίτι σου με διαζύγιον.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα