ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΑΙΝΕΣΙΣ ΣΟΦΙΑΣ.~ Ἡ σοφία αἰνέσει ψυχὴν αὐτῆς καὶ ἐν μέσῳ λαοῦ αὐτῆς καυχήσεται.
ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΣΟΦΙΑΝ. - Η σοφία θα επαινέση τον εαυτόν της και εν μέσω του λαού θα δοξασθή.
2 ἐν ἐκκλησίᾳ Ὑψίστου στόμα αὐτῆς ἀνοίξει καὶ ἔναντι δυνάμεως αὐτοῦ καυχήσεται·
Εις συγκέντρωσιν πιστών εν ονόματι του Κυρίου θα ανοίξη το στόμα της και ενώπιον των θείων δυνάμεων θα εγκωμιασθή.
3 ἐγὼ ἀπὸ στόματος Ὑψίστου ἐξῆλθον, καὶ ὡς ὁμίχλη κατεκάλυψα γῆν·
“Εγώ, θα είπη, έχω βγη από στόμα του Υψίστου Θεού και ωσάν ομίχλη εσκεπασα ολόκληρον την γην.
4 ἐγὼ ἐν ὑψηλοῖς κατεσκήνωσα, καὶ ὁ θρόνος μου ἐν στύλῳ νεφέλης·
Εγώ έχω κατασκηνώσει εις τα ύψη του ουρανού και ο θρόνος μου είναι επάνω εις στύλον νεφέλης.
5 γῦρον οὐρανοῦ ἐκύκλωσα μόνη καὶ ἐν βάθει ἀβύσσων περιεπάτησα·
Τον ουράνιον θόλον εγώ μόνη περιήλθον και εις τα βάθη των θαλασσών μόνη εγώ περιεπάτησα.
6 ἐν κύμασι θαλάσσης καὶ ἐν πάσῃ τῇ γῇ καὶ ἐν παντὶ λαῷ καὶ ἔθνει ἐκτησάμην.
Επάνω εις τα κύματα της θαλάσσης και εις όλην την γην και εις κάθε λαόν και έθνος εγώ εβασίλευσα.
7 μετὰ τούτων πάντων ἀνάπαυσιν ἐζήτησα καὶ ἐν κληρονομίᾳ τίνος αὐλισθήσομαι.
Ανάμεσα εις όλους τούτους τους λαούς και τα έθνη εζήτησα κατοικίαν προς ανάπαυσίν μου. Ανεζήτησα εις ποίου την χώραν θα εγκατασταθώ.
8 τότε ἐνετείλατό μοι ὁ κτίστης ἁπάντων, καὶ ὁ κτίσας με κατέπαυσε τὴν σκηνήν μου καὶ εἶπεν· ἐν Ἰακὼβ κατασκήνωσον καὶ ἐν Ἰσραὴλ κατακληρονομήθητι.
Τοτε μου έδωσε την εντολήν ο Δημιουργός του σύμπαντος. Αυτός ο οποίος εμέ εδημιούργησεν, εστερέωσε την σκηνήν της αναπαύσεώς μου και μου είπε· Θα κατοικήσης στον λαόν Ιακώβ, πάρε ως ιδιοκτησίαν σου την χώραν του Ισραήλ.
9 πρὸ τοῦ αἰῶνος ἀπ᾿ ἀρχῆς ἔκτισέ με, καὶ ἕως αἰῶνος οὐ μὴ ἐκλίπω.
Προ πάντων των αιώνων και προ πάσης αρχής με εδημιούργησε και δεν θα παύσω να υπάρχω αιωνίως.
10 ἐν σκηνῇ ἁγίᾳ ἐνώπιον αὐτοῦ ἐλειτούργησα καὶ οὕτως ἐν Σιὼν ἐστηρίχθην·
Εις την αγίαν Σκηνήν του Μαρτυρίου ενώπιον αυτού εγώ ελειτούργησα και έτσι εστερέωσα μόνιμον την κατοικίαν μου ειςτήν Ιερουσαλήμ.
11 ἐν πόλει ἠγαπημένῃ ὁμοίως με κατέπαυσε, καὶ ἐν Ἱερουσαλὴμ ἡ ἐξουσία μου·
Αυτός ο ίδιος με εγκατέστησε με πάσαν άνεσιν εις την αγαπημένην του πόλιν και έτσι εις την Ιερουσαλήμ υπάρχει ο θρόνος και η εξουσία μου.
12 καὶ ἐρρίζωσα ἐν λαῷ δεδοξασμένῳ, ἐν μερίδι Κυρίου κληρονομίας αὐτοῦ.
Ερριζοβόλησα εις ένα ένδοξον λαόν εις ιδιοκτησίαν του Κυρίου εις την ιδικήν του κληρονομίαν.
13 ὡς κέδρος ἀνυψώθην ἐν τῷ Λιβάνῳ καὶ ὡς κυπάρισσος ἐν ὄρεσιν Ἀερμών·
Ανυψώθην και εμεγαλύνθην, όπως ανυψώνεται μεγαλοπρεπής η κέδρος στον Λιβανον, και όπως η κυπάρισσος εις τα όρη Αερμών.
14 ὡς φοῖνιξ ἀνυψώθην ἐν αἰγιαλοῖς καὶ ὡς φυτὰ ρόδου ἐν Ἱεριχώ, ὡς ἐλαία εὐπρεπὴς ἐν πεδίῳ, καὶ ἀνυψώθην ὡς πλάτανος.
Ανυψώθην μεγαλοπρεπής, όπως ο φοίνιξ εις τας παραλίους περιοχάς, όπως αι τριανταφυλλέαι εις την Ιεριχώ, όπως η ωραιοτάτη ελαία εις τας πεδιάδας. Ανυψώθην μεγαλοπρεπής ωσάν πλάτανος.
15 ὡς κιννάμωμον καὶ ἀσπάλαθος ἀρωμάτων δέδωκα ὀσμὴν καὶ ὡς σμύρνα ἐκλεκτὴ διέδωκα εὐωδίαν, ὡς χαλβάνη καὶ ὄνυξ καὶ στακτὴ καὶ ὡς λιβάνου ἀτμὶς ἐν σκηνῇ.
Οπως η εύοσμος κανέλλα και ο αρωματικός ασπάλαθος έδωσα και δίδω εγώ την ευωδίαν. Και όπως η εκλεκτή σμύρνα, διασκορπίζω το άρωμα· όπως η χαλβάνη και ο όνυξ και η στακτή και το θυμίαμα του λιβανιού εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου.
16 ἐγὼ ὡς τερέμινθος ἐξέτεινα κλάδους μου, καὶ οἱ κλάδοι μου κλάδοι δόξης καὶ χάριτος.
Εγώ ήπλωσα τους κλάδους μου ωσάν την τερέμινθον και αυτοί οι κλάδοι μου είναι κλάδοι δόξης και χάριτος.
17 ἐγὼ ὡς ἄμπελος βλαστήσασα χάριν, καὶ τὰ ἄνθη μου καρπὸς δόξης καὶ πλούτου. [
'Εγω, όπως η θαλλερή άμπελος που βλαστάνει ωραίους και καρποφόρους τους κλάδους της, έχω άνθη, τα οποία καρποφορούν δόξαν και πλούτον.
18 ἐγὼ μήτηρ τῆς ἀγαπήσεως τῆς καλῆς, καὶ φόβου καὶ γνώσεως καὶ τῆς ὁσίας ἐλπίδος, δίδομαι οὖν πᾶσι τοῖς τέκνοις μου, ἀειγενὴς τοῖς λεγομένοις ὑπ' αὐτοῦ].
Εγώ είμαι η μητέρα της πλέον αγνής και αδόλου αγάπης, του θείου φόβου και της υγιούς γνώσεως και της αγίας ελπίδος. Εγώ χαρίζομαι υπό του Θεού εις όλα τα τέκνα μου, πάντοτε υπάρχουσα εις τα λόγια του Θεού.
19 προσέλθετε πρός με οἱ ἐπιθυμοῦντές μου, καὶ ἀπὸ τῶν γεννημάτων μου ἐμπλήσθητε·
Ελάτε, λοιπόν, προς εμέ όλοι σεις οι οποίοι επιθυμείτε να με αποκτήσετε, και χορτάσατε από τους καρπούς μου.
20 τὸ γὰρ μνημόσυνόν μου ὑπὲρ τὸ μέλι γλυκύ, καὶ ἡ κληρονομία μου ὑπὲρ μέλιτος κηρίον.
Και μόνη η σκέψις και ανάμνησίς σας περί εμού είναι γλυκυτέρα από το μέλι και η απόκτησίς μου είναι ανωτέρα από την απόκτησιν κηρήθρας.
21 οἱ ἐσθίοντές με ἔτι πεινάσουσι, καὶ οἱ πίνοντές με ἔτι διψήσουσιν.
Εκείνοι οι οποίοι με τρώγουν, θα έχουν ακόμη όρεξιν και πείναν δι' εμέ· και εκείνοι οι οποίοι θα με πίνουν θα διψούν πάλιν δι' εμέ.
22 ὁ ὑπακούων μου οὐκ αἰσχυνθήσεται, καὶ οἱ ἐργαζόμενοι ἐν ἐμοὶ οὐχ ἁμαρτήσουσι.
Οποιος με προσέχει και υπακούει στους λόγους μου, ποτέ δεν θα εντροπιασθή· και όσοι εργάζονται υπό την έμπνευσίν μου, δεν θα περιπέσουν εις σφάλματα.
23 ταῦτα πάντα βίβλος διαθήκης Θεοῦ Ὑψίστου, νόμον ὃν ἐνετείλατο ἡμῖν Μωυσῆς κληρονομίαν συναγωγαῖς Ἰακώβ. [
Ολα αυτά είναι η Βιβλος της Διαθήκης Θεού του Υψίστου· ο Νομος, τον οποίον διέταξεν εις ημάς ο Μωϋσής, η ιερά κληρονομία στους λαούς του Ισραήλ.
24 μὴ ἐκλύεσθε ἰσχὺν ἐν Κυρίῳ, κολλᾶσθε δὲ πρὸς αὐτόν, ἵνα κραταιώσῃ ὑμᾶς, Κύριος παντοκράτωρ Θεὸς μόνος ἐστί, καὶ οὐκ ἔστιν ἔτι πλὴν αὐτοῦ σωτήρ].
Μη παραλύετε και μη χάνετε την δύναμίν σας ενώπιον του Κυρίου, αλλά προσκολληθήτε εις αυτόν, δια να σας ενισχύση, διότι ο Κυριος είναι ο μόνος παντοκράτωρ Θεός, και κανείς άλλος σωτήρ πλην αυτού δεν υπάρχει.
25 ὁ πιμπλῶν ὡς Φεισὼν σοφίαν καὶ ὡς Τίγρις ἐν ἡμέραις νέων,
Αυτός κάμνει να πλημμυρίζη η σοφία, όπως τα ύδατα του ποταμού Φεισών και όπως τα ύδατα του Τιγρητος κατά την εποχήν των νέων καρπών.
26 ὁ ἀναπληρῶν ὡς Εὐφράτης σύνεσιν καὶ ὡς Ἰορδάνης ἐν ἡμέραις θερισμοῦ,
Αυτός, που υπερεκχειλίζει την γνώσιν και την σοφίαν, όπως ο Ευφράτης τα ύδατά του και όπως ο Ιορδάνης κατά την περίοδον του θερισμού.
27 ὁ ἐκφαίνων ὡς φῶς παιδείαν, ὡς Γηὼν ἐν ἡμέραις τρυγητοῦ.
Αυτός που αποστέλλει ωσάν ολόλαμπρον φως την υγιά μόρφωσιν, όπως ο Γηών τα πλούσια νερά του εις περίοδον τρυγητού.
28 οὐ συνετέλεσεν ὁ πρῶτος γνῶναι αὐτήν, καὶ οὕτως ὁ ἔσχατος οὐκ ἐξιχνίασεν αὐτήν·
Ούτε ο πρώτος άνθρωπος εγνώρισεν εις βάθος και πλάτος την θείαν σοφίαν, ούτε και ο τελευταίος θα εξιχνιάση ποτέ αυτήν.
29 ἀπὸ γὰρ θαλάσσης ἐπληθύνθη διανόημα αὐτῆς καὶ ἡ βουλὴ αὐτῆς ἀπὸ ἀβύσσου μεγάλης.
Αι υψηλαί αλήθειαι της θείας σοφίας είναι περισσότεραι από τα ύδατα της θαλάσσης, και αι αναρίθμητοι σομβουλαί της, ως εάν προσέρχωνται από απέραντον ωκεανόν.
30 κἀγὼ ὡς διῶρυξ ἀπὸ ποταμοῦ καὶ ὡς ὑδραγωγὸς ἐξῆλθον εἰς παράδεισον·
Εγώ, η σοφία, είμαι ωσάν πλουσία διώρυξ ύδατος από κάποιον ποταμόν και σαν υδραγωγός, ο οποίος εξήλθα, δια να ποτίσω τον κήπον.
31 εἶπα· ποτιῶ μου τὸν κῆπον καὶ μεθύσω μου τὴν πρασιάν· καὶ ἰδοὺ ἐγένετό μοι ἡ διῶρυξ εἰς ποταμόν, καὶ ὁ ποταμός μου ἐγένετο εἰς θάλασσαν.
Είπα, θα ποτίσω τον κήπον μου, θα μεθύσω με τα άφθονα ύδατά μου τας πρασιάς· και ιδού ότι η διώρυξ έγινε ποταμός και ο ποταμός έγινε θάλασσα.
32 ἔτι παιδείαν ὡς ὄρθρον φωτιῶ καὶ ἐκφανῶ αὐτὰ ἕως εἰς μακράν·
Απλώνω ακόμη την μόρφωσιν όπως διαχέεται το ορθρινόν φως, και θα φανερώσω τα σοφά αυτής διδάγματα έως στον πλέον μακρυνόν κόσμον.
33 ἔτι διδασκαλίαν ὡς προφητείαν ἐκχεῶ καὶ καταλείψω αὐτὴν εἰς γενεὰς αἰώνων.
Διαχύνω την διδασκαλίαν μου ως σπουδαιότατον κήρυγμα του Θεού, και θα κληροδοτήσω αυτήν εις τας δια μέσου των αιώνων γενεάς των ανθρώπων.
34 ἴδετε ὅτι οὐκ ἐμοὶ μόνῳ ἐκοπίασα, ἀλλὰ πᾶσι τοῖς ἐκζητοῦσιν αὐτήν.
Προσέξατε, εγώ που γράφω αυτά τα σχετικά με την σοφίαν, δεν εκοπίασα μόνον δια τον εαυτόν μου, αλλά και δι' όλους εκείνους, οι οποίοι αναζητούν και θέλουν να εύρουν την σοφίαν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα