ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΥΡΙΕ, πάτερ καὶ δέσποτα ζωῆς μου, μὴ ἐγκαταλίπῃς με ἐν βουλῇ αὐτῶν, μὴ ἀφῇς με πεσεῖν ἐν αὐτοῖς.
Κυριε, Πατερ και Δέσποτα της ζωής μου, μη επιτρέψης και μου ξεφύγουν ασύνετα λόγια και μη με αφήσης να πέσω θύμα αυτών.
2 τίς ἐπιστήσει ἐπὶ τοῦ διανοήματός μου μάστιγας καὶ ἐπὶ τῆς καρδίας μου παιδείαν σοφίας, ἵνα ἐπὶ τοῖς ἀγνοήμασί μου μὴ φείσωνται καὶ οὐ μὴ παρῇ τὰ ἁμαρτήματα αὐτῶν,
Ποιός θα πάρη μαστίγιον εναντίον των σκέψεών μου και ποιός θα δώση εις την καρδίαν μου διαπαιδαγώγησιν και μόρφωσιν σοφίας, δια να μη δειχθούν αυταί επιεικείς, αλλά να ελέγξουν τα εξ αγνοίας αμαρτήματά μου και να προλάβουν άλλα μεγαλύτερα αμαρτήματα;
3 ὅπως μὴ πληθύνωσιν αἱ ἄγνοιαί μου καὶ αἱ ἁμαρτίαι μου πλεονάσωσι καὶ πεσοῦμαι ἔναντι τῶν ὑπεναντίων καὶ ἐπιχαρεῖταί μοι ὁ ἐχθρός μου;
Και δια να δράσουν ετσι ανασταλτικώς, ώστε να μη αυξηθούν τα εξ αγνοίας αμαρτήματά μου, και αι αμαρτίαι μου να μη πλεονάσουν, δια να μη πέσω ενώπιον των εχθρών μου και χαιρεκακήσουν εκείνοι δια την πτώσιν μου;
4 Κύριε, πάτερ καὶ Θεὲ ζωῆς μου, μετεωρισμὸν ὀφθαλμῶν μὴ δῷς μοι
Κυριε, πάτερ και Θεέ της ζωής μου, μη επιτρέψης να έχω οφθαλμούς υπερηφάνους και περιέργους.
5 καὶ ἐπιθυμίαν ἀπόστρεψον ἀπ᾿ ἐμοῦ·
Απομάκρυνε δε από εμέ κάθε επιθυμίαν κακήν.
6 κοιλίας ὄρεξις καὶ συνουσιασμὸς μὴ καταλαβέτωσάν με, καὶ ψυχῇ ἀναιδεῖ μὴ παραδῷς με.
Ας μη με καταλάβη και ας μη κυριαρχήση επάνω μου η κοιλιοδουλεία και αι σαρκικαί επιθυμίαι του συνουσιασμού· μη με παραδώσης εις την κυριαρχίαν αδιαντρόπου ψυχής.
7 ΠΑΙΔΕΙΑ ΣΤΟΜΑΤΟΣ.~ Παιδείαν στόματος ἀκούσατε, τέκνα, καὶ ὁ φυλάσσων οὐ μὴ ἁλῷ.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΙΣ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ ΜΑΣ - Παιδιά μου, ακούσατε λόγους μορφωτικούς δια την γλώσσαν· εκείνος ο οποίος θα τους τηρήση, δεν θα κυριευθή από άκριτον γλώσσαν.
8 ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτοῦ καταληφθήσεται ἁμαρτωλός, καὶ λοίδορος καὶ ὑπερήφανος σκανδαλισθήσονται ἐν αὐτοῖς.
Από τα λόγια του στόματός του συλλαμβάνεται ο αμαρτωλός, ο δε υβριστής και υπερήφανος πάλιν εξ αιτίας των λόγων του θα σκοντάψη και θα πέση.
9 ὅρκῳ μὴ ἐθίσῃς τὸ στόμα σου καὶ ὀνομασίᾳ τοῦ ἁγίου μὴ συνεθισθῇς·
Μη συνηθίσης το στόμα σου στους όρκους ούτε και να προφέρης το όνομα του αγίου Θεού.
10 ὥσπερ γὰρ οἰκέτης ἐξεταζόμενος ἐνδελεχῶς ἀπὸ μώλωπος οὐκ ἐλαττωθήσεται, οὕτως καὶ ὁ ὀμνύων καὶ ὀνομάζων διαπαντὸς ἀπὸ ἁμαρτίας οὐ μὴ καθαρισθῇ.
Οπως ένας δούλος, ο οποίος βρίσκεται πάντοτε κάτω από το βλέμμα και την εξέτασιν του κυρίου του, δεν θα διαφύγη τους ραβδιαμούς δια τα σφάλματά του, έτσι και εκείνος, ο οποίος ορκίζεται και έχει πάντοτε στο στόμα του το όνομα του Θεού, δεν απαλλάσσεται από την εύθυνην της αμαρτίας αυτής.
11 ἀνὴρ πολύορκος πλησθήσεται ἀνομίας, καὶ οὐκ ἀποστήσεται ἀπὸ τοῦ οἴκου αὐτοῦ μάστιξ· ἐὰν πλημμελήσῃ, ἁμαρτία αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτῷ, κἂν ὑπερίδῃ, ἥμαρτε δισσῶς· καὶ εἰ διακενῆς ὤμοσεν, οὐ δικαιωθήσεται, πλησθήσεται γὰρ ἐπαγωγῶν ὁ οἶκος αὐτοῦ.~
Ανθρωπος, ο οποίος κάμνει πολλούς όρκους, θα γεμίση από παρανομίας και από το σπίτι του δεν θα λείψη ποτέ η μάστιξ των θλίψεων. Εάν περιπέση στο αμάρτημα των πολλών ορκών, επάνω του θα πέση η ενοχή. Εάν δε αδιαφορήση δια τον όρκον, αμαρτάνει δύο φοράς. Εάν δε εν γνώσει ορκισθή ψευδώς, δεν θα εύρη καμμίαν δικαίωσιν και συγχώρησιν. Το δε σπίτι του θα γεμίση από τιμωρίας και συμφοράς.
12 Ἔστι λέξις ἀντιπεριβεβλημένη θανάτῳ, μὴ εὑρεθήτω ἐν κληρονομίᾳ Ἰακώβ· ἀπὸ γὰρ εὐσεβῶν ταῦτα πάντα ἀποστήσεται, καὶ ἐν ἁμαρτίαις οὐκ ἐγκυλισθήσονται.
Υπάρχουν τόσον βαρείαι και βλάσφημοι φράσεις, αι οποίαι επισύρουν ως ποινήν τον θάνατον. Τέτοιες φράσεις επ' ουδενί λόγω δεν πρέπει να υπάρχουν μεταξύ των απογόνων του Ιακώβ. Ολαι αυταί πρέπει να αποφεύγωνται επιμελώς από τους ευσεβείς ανθρώπους, ώστε να μη κυλίωνται αυτοί μέσα στον βόρβορον των φοβερών αυτών αμαρτιών.
13 ἀπαιδευσίαν ἀσυρῆ μὴ συνεθίσῃς τὸ στόμα σου, ἔστι γὰρ ἐν αὐτῇ λόγος ἁμαρτίας.
Μη συνηθίσης το στόμα σου εις αναισχύντους λόγους, διότι μέσα εις αυτούς υπάρχουν πάντοτε φράσεις αμαρτωλαί.
14 μνήσθητι πατρὸς καὶ μητρός σου, ἀνὰ μέσον γὰρ μεγιστάνων συνεδρεύεις· μήποτ᾿ ἐπιλάθῃ ἐνώπιον αὐτῶν καὶ τῷ ἐθισμῷ σου μωρανθῇς καὶ θελήσεις εἰ μὴ ἐγεννήθης καὶ τὴν ἡμέραν τοῦ τοκετοῦ σου καταράσῃ.
Να ενθυμήσαι πάντοτε τον πατέρα σου και την μητέρα σου και τας συμβουλάς, που σου έχουν δώσει, και όταν κάθησαι εν μέσω των αρχόντων. Πρόσεξε μη λησμονήσης ενώπιον αυτών των αρχόντων τους γονείς σου και με την συνήθειαν της αδιακρίτου σου γλώσσης αποβλακωθής. Τοτε ίσως θα είπης, ότι θα ήθελες να μη είχες γεννηθή και ενδεχομένως να καταρασθής την ημέραν της γεννήσεώς σου.
15 ἄνθρωπος συνεθιζόμενος λόγοις ὀνειδισμοῦ ἐν πάσαις ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ οὐ μὴ παιδευθῇ.
Ανθρωπος, ο οποίος έχει συνηθίσει να εκστομίζη υβριστικούς και εμπαικτικούς λόγους όλας τας ημέρας της ζωής του, δεν είναι δυνατόν να μορφωθή και προοδεύση.
16 Δύο εἴδη πληθύνουσιν ἁμαρτίας, καὶ τὸ τρίτον ἐπάξει ὀργήν·
Δυο είδη ανθρώπων πολλαπλασιάζουν συνεχώς τας αμαρτίας των και το τρίτον είδος εφελκύει επάνω του την οργήν του Θεού.
17 ψυχὴ θερμὴ ὡς πῦρ καιόμενον, οὐ μὴ σβεσθῇ ἕως ἂν καταποθῇ· ἄνθρωπος πόρνος ἐν σώματι σαρκὸς αὐτοῦ, οὐ μὴ παύσηται ἕως ἂν ἐκκαύσῃ πῦρ· ἀνθρώπω πόρνῳ πᾶς ἄρτος ἡδύς, οὐ μὴ κοπάσῃ ἕως ἂν τελευτήσῃ.
Ψυχή θερμαινομένη από το πάθος γίνεται ως καιομένη φωτιά και η φωτιά αυτή δεν θα σβήση, έως ότου κατακαή εξ ολοκλήρου η ψυχή. Ανθρωπος ο οποίος αμαρτάνει επάνω εις αυτό τούτο το σώμα του, δεν θα σταματήση διαπράττων την αμαρτίαν, έως ότου το πυρ της απωλείας τον κατακαύση. Δια τον πορνεύοντα άνθρωπον κάθε σαρξ είναι γλυκεία προς απόλαυσιν. Δεν θα σταματήση την αμαρτίαν του μέχρι και του θανάτου του.
18 ἄνθρωπος παραβαίνων ἀπὸ τῆς κλίνης αὐτοῦ, λέγων ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ· τίς με ὁρᾷ; σκότος κύκλῳ μου, καὶ οἱ τοῖχοί με καλύπτουσι, καὶ οὐθείς με ὁρᾷ· τί εὐλαβοῦμαι; τῶν ἁμαρτιῶν μου οὐ μὴ μνησθήσεται ὁ Ὓψιστος.
Ανθρωπος, ο οποίος μολύνει την συζυγικήν του κλίνην, λέγει εσωτερικώς· “ποιός με βλέπει αμαρτάνοντα; Σκοτάδι υπάρχει ολόγυρά μου και οι τοίχοι με σκεπάζουν· κανείς λοιπόν δεν με βλέπει· τι φοβούμαι; Ο Υψιστος δεν θα ενθυμηθή τας αμαρτίας μου”.
19 καὶ ὀφθαλμοὶ ἀνθρώπων ὁ φόβος αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἔγνω ὅτι ὀφθαλμοὶ Κυρίου μυριοπλασίως ἡλίου φωτεινότεροι, ἐπιβλέποντες πάσας ὁδοὺς ἀνθρώπων καὶ κατανοοῦντες εἰς ἀπόκρυφα μέρη.
Το μόνον που αυτός φοβείται είναι οι οφθαλμοί των ανθρώπων. Δεν έμαθεν όμως ότι οι οφθαλμοί του Κυρίου είναι απειροπλασίως φωτεινότεροι από τον ήλιον, επιβλέπουν εις όλους τους δρόμους της ζωής των ανθρώπων και έχουν γνώσιν όλων των αμαρτιών, τας οποίας και εις τα πλέον απόκρυφα μέρη διαπράττουν οι άνθρωποι.
20 πρὶν ἢ κτισθῆναι τὰ πάντα, ἔγνωσται αὐτῷ, οὕτως καὶ μετὰ τὸ συντελεσθῆναι.
Πριν δημιουργηθούν τα σύμπαντα ήσαν όλα γνωστά στον Θεόν. Ετσι και μετά την δημιουργίαν των αυτός τα πάντα επιβλέπει και γνωρίζει.
21 οὗτος ἐν πλατείαις πόλεως ἐκδικηθήσεται, καὶ οὗ οὐχ ὑπενόησεν πιασθήσεται.~
Αυτός ο πόρνος εις τας κοσμοβριθείς πλατείας της πόλεως θα τιμωρηθή και εκεί, όπου δεν υπωπτεύετο τον κίνδυνον, θα συλληφθή επ' αυτοφώρω.
22 Οὕτως καὶ γυνὴ καταλιποῦσα τὸν ἄνδρα καὶ παριστῶσα κληρονόμον ἐξ ἀλλοτρίου·
Ετσι θα τιμωρηθή και η γυναίκα, η οποία έχει εγκαταλείψει τον άνδρα της και έφερεν στον κόσμον παιδί από ξένον άνδρα.
23 πρῶτον μὲν γὰρ ἐν νόμῳ Ὑψίστου ἠπείθησε, καὶ δεύτερον εἰς ἄνδρα ἑαυτῆς ἐπλημμέλησε, καὶ τὸ τρίτον ἐν πορνείᾳ ἐμοιχεύθη, ἐξ ἀλλοτρίου ἀνδρὸς τέκνα παρέστησεν.
Αυτή πρώτον μεν παρήκουσε τον νόμον του Υψίστου, δεύτερον ημάρτησεν απέναντι του συζύγου της και τρίτον διέπραξε μοιχείαν και απέκτησε τέκνα από άλλον άνδρα.
24 αὕτη εἰς ἐκκλησίαν ἐξαχθήσεται, καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα αὐτῆς ἐπισκοπὴ ἔσται.
Αυτή βιαίως θα οδηγηθή έξω από την οικίαν της και θα παρουσιασθή ενώπιον του λαού, δια να δικασθή· αλλά και τα τέκνα της θα συναντήσουν δοκιμασίας εις την ζωήν των.
25 οὐ διαδώσουσι τὰ τέκνα αὐτῆς εἰς ρίζαν, καὶ οἱ κλάδοι αὐτῆς οὐ δώσουσι καρπόν.
Τα τέκνα αυτής δεν θα απλώσουν τας ρίζας των και δεν θα ριζοβολήσουν. Και οι κλάδοι της δεν θα αποφέρουν καρπόν, δεν θα αφήσουν απογόνους.
26 καταλείψει εἰς κατάραν τὸ μνημόσυνον αὐτῆς, καὶ τὸ ὄνειδος αὐτῆς οὐκ ἐξαλειφθήσεται.
Θα αφήση κατηραμένην ανάμνησιν και η καταισχύνη της ποτέ δεν θα εξαλειφθή.
27 καὶ ἐπιγνώσονται οἱ καταλειφθέντες ὅτι οὐθὲν κρεῖττον φόβου Κυρίου καὶ οὐθὲν γλυκύτερον τοῦ προσέχειν ἐντολαῖς Κυρίου.
Ετσι δε θα διδαχθούν από τα πράγματα και θα μάθουν οι υπόλοιποι άνθρωποι, ότι δεν υπάρχει τίποτε καλύτερον από τον σεβασμόν και την ευλάβειαν προς τον Κυριον· και τίποτε γλυκύτερον, από το να προσέχη και να τηρή κανείς τας εντολάς του Κυρίου.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα