ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΤΕΚΝΟΝ, ἥμαρτες, μὴ προσθῇς μηκέτι καὶ περὶ τῶν προτέρων σου δεήθητι.
Παιδί μου, εάν παρασυρθής εις την αμαρτίαν, μη προσθέτης και νέας εις αυτήν αμαρτίας. Περί δε των προηγουμένων σου αμαρτιών παρακάλεσε τον Θεόν, να σε συγχωρήση.
2 ὡς ἀπὸ προσώπου ὄφεως φεῦγε ἀπὸ ἁμαρτίας, ἐὰν γὰρ προσέλθῃς, δήξεταί σε· ὀδόντες λέοντος οἱ ὀδόντες αὐτῆς ἀναιροῦντες ψυχὰς ἀνθρώπων.
Οπως αποφεύγστο φίδι, έτσι να αποφύγης και την αμαρτίαν, διότι εάν πλησιάσης προς αυτήν, θα σε δαγκώση κατά τρόπον επικίνδυνον. Δοντια λέοντος είναι τα δόντια της αμαρτίας, φονεύοντα τας ψυχάς των ανθρώπων.
3 ὡς ρομφαία δίστομος πᾶσα ἀνομία, τῇ πληγῇ αὐτῆς οὐκ ἔστιν ἴασις.
Καθε παρανομία είναι ένα δίκοπο μαχαίρι, από την πληγήν του οποίου δεν υπάρχει θεραπεία.
4 καταπληγμὸς καὶ ὕβρις ἐρημώσουσι πλοῦτον· οὕτως οἶκος ὑπερηφάνου ἐρημωθήσεται.
Βιοπραγίαι και αλαζονείαι καταστρέφουν τον πλούτον· έτσι και ο οίκος των υπερηφάνων θα ερημωθή.
5 δέησις πτωχοῦ ἐκ στόματος ἕως ὠτίων αὐτοῦ, καὶ τὸ κρίμα αὐτοῦ κατὰ σπουδὴν ἔρχεται.
Η δέησις, που βγαίνει από το στόμα του πτωχού, φθάνει έως τα αυτιά του Θεού, και η δικαιοσύνη αυτού δεν θα βραδύνη να επέλθη.
6 μισῶν ἐλεγμὸν ἐν ἴχνει ἁμαρτωλοῦ, καὶ ὁ φοβούμενος Κύριον ἐπιστρέψει ἐν καρδίᾳ.
Εκείνος, που μισεί τους δικαίους ελέγχους, βαδίζει εις τα ίχνη των αμαρτωλών. Εκείνος όμως, που φοβείται τον Κυριον, θα επιστρέψη προς αυτόν με όλην του την καρδίαν.
7 γνωστὸς μακρόθεν ὁ δυνατὸς ἐν γλώσσῃ, ὁ δὲ νοήμων οἶδεν ἐν τῷ ὀλισθαίνειν αὐτόν.
Από μακράν αναγνωρίζεται ο ασυγκράτητος κατά την γλώσσαν, δε συνετός άνθρωπος γνωρίζει αυτόν και τα ολισθήματά του και τον αποφεύγει.
8 ὁ οἰκοδομῶν τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἐν χρήμασιν ἀλλοτρίοις, ὡς ὁ συνάγων αὐτοῦ τοὺς λίθους εἰς χειμῶνα.
Εκείνος, που οικοδομεί το σπίτι του με ξένα άδικα χρήματα, ομοιάζει με τον άνθρωπον, που συγκεντρώνει λίθους- αντί ξύλων- δια τον χειμώνα!
9 στυππεῖον συνηγμένον συναγωγὴ ἀνόμων, καὶ ἡ συντέλεια αὐτῶν φλὸξ πυρός.
Η συγκέντρωσις των ασεβών είναι σαν ενας σωρός στουπί, και το τέλος των θα είναι να καούν εις φλόγα πυρός.
10 ὁδὸς ἁμαρτωλῶν ὡμαλισμένη ἐκ λίθων, καὶ ἐπ᾿ ἐσχάτῳ αὐτῆς βόθρος ᾅδου.
Ο δρόμος των αμαρτωλών είναι ομαλός, καθαρισμένος από λίθους. Το τέλος όμως του δρόμου είναι το βάραθρον του άδου.
11 Ὁ φυλάσσων νόμον κατακρατεῖ τοῦ ἐννοήματος αὐτοῦ, καὶ συντέλεια τοῦ φόβου Κυρίου σοφία.
Εκείνος που τηρεί τον νόμον του Θεού, κατανοεί βαθύτερον τα υψηλά αυτού νοήματα. Αποτέλεσμα δε της ευλαβείας προς τον Κυριον είναι το δώρον της αληθινής σοφίας.
12 οὐ παιδευθήσεται ὃς οὐκ ἔστι πανοῦργος· ἔστι πανουργία πληθύνουσα πικρίαν.
Δεν θα εκπαιδευθή. και δεν θα μορφωθή εκείνος, ο οποίος δεν έχει τας αναλόγους ικανότητας. Υπάρχει όμως και ικανότης, η οποία πολλαπλασιάζει τας θλίψεις και τας πικρίας.
13 γνῶσις σοφοῦ ὡς κατακλυσμὸς πληθυνθήσεται καὶ ἡ βουλὴ αὐτοῦ ὡς πηγὴ ζωῆς.
Η γνώσις του σοφού πληθύνεται ωσάν κατακλυσμός πολλών υδάτων, και η συμβουλή του γίνεται πηγή ζωής δι' εκείνους, που την δέχονται.
14 ἔγκατα μωροῦ ὡς ἀγγεῖον συντετριμμένον καὶ πᾶσαν γνῶσιν οὐ κρατήσει.
Το εσωτερικόν του μωρού είναι σαν ένα πήλινον σπασμένον αγγείον, και δεν είναι δυνατόν να συγκρατήση αυτός καμμίαν γνώσιν.
15 λόγον σοφὸν ἐὰν ἀκούσῃ ἐπιστήμων, αἰνέσει αὐτὸν καὶ ἐπ᾿ αὐτὸν προσθήσει· ἤκουσεν ὁ σπαταλῶν καὶ ἀπήρεσεν αὐτῷ, καὶ ἀπέστρεψεν αὐτὸν ὀπίσω τοῦ νώτου αὐτοῦ.
Ο πραγματικά συνετός, εάν ακούση κανένα σοφόν λόγον, θα τον επαινέση και επάνω εις αυτόν θα προσθέση και ο ίδιος κάποιον άλλον. Ο άσωτος όμως και μωρός εάν ακούση σοφόν λόγον, δεν ευχαριστείται εις αυτόν, αλλά τον καταφρονεί και τον πετά όπισθέν του.
16 ἐξήγησις μωροῦ ὡς ἐν ὁδῷ φορτίον, ἐπὶ δὲ χείλους συνετοῦ εὑρεθήσεται χάρις.
Η εξήγησις, την οποίαν ένας μωρός θα θελήση να δώση εις τα μεγάλα θέματα, είναι σαν ένα ενοχλητικόν φορτίον στον οδοιπόρον. Εις τα χείλη όμως του σοφού ανθρώπου υπάρχει πάντοτε χάρις.
17 στόμα φρονίμου ζητηθήσεται ἐν ἐκκλησίᾳ, καὶ τοὺς λόγους αὐτοῦ διανοηθήσονται ἐν καρδίᾳ.
Το στόμα του σοφού θα αναζητηθή εις συγκέντρωσιν ανθρώπων, και τους λόγους του θα τους σκεφθούν, θα τους βάλουν και θα τους μελετήσουν μέσα εις την καρδιάν των.
18 ὡς οἶκος ἠφανισμένος οὕτως μωρῷ σοφία, καὶ γνῶσις ἀσυνέτου ἀδιεξέταστοι λόγοι.
Ωσάν ερειπωμένο σπίτι είναι δια τον μωρόν η σοφία. Αι δε γνώσστου ασυνέτου και τα λόγια του είναι ασυνάρτητα.
19 πέδαι ἐν ποσὶν ἀνοήτοις παιδεία καὶ ὡς χειροπέδαι ἐπὶ χειρὸς δεξιᾶς.
Η μόρφωσις είναι ωσάν πεδούκλι εις τα πόδια των ανοήτων και ωσάν χειροπέδες στο δεξιόν των χέρι.
20 μωρὸς ἐν γέλωτι ἀνυψοῖ φωνὴν αὐτοῦ, ἀνὴρ δὲ πανοῦργος μόλις ἡσυχῇ μειδιάσει.
Ο μωρός ξέσπά εις θορυβώδεις γέλωτας, ο φρόνιμος άνθρωπος μόλις και ησύχως θα μειδιάση.
21 ὡς κόσμος χρυσοῦ φρονίμῳ παιδεία καὶ ὡς χλιδὼν ἐπὶ βραχίονι δεξιῷ.
Η μόρφωσις είναι δια τον συνετόν ωσάν ένα χρυσούν κόσμημα και ωσάν πολύτιμον βραχιόλι εις την δεξιάν του χείρα.
22 ποὺς μωροῦ ταχὺς εἰς οἰκίαν, ἄνθρωπος δὲ πολύπειρος αἰσχυνθήσεται ἀπὸ προσώπου.
Το πόδι του ασυνέτου είναι ταχύ στο να επισκέπτεται οικίας, ο μορφωμένος όμως και πολύπειρος άνθρωπος αισθάνεται συστολήν εις τας επισκέψστου.
23 ἄφρων ἀπὸ θύρας παρακύπτει εἰς οἰκίαν, ἀνὴρ δὲ πεπαιδευμένος ἔξω στήσεται.
Ο μωρός σκύβει εις τας θύρας των ξένων οικιών και παρακολουθεί, όσα γίνονται εις αυτάς· ο συνετός όμως και ο μορφωμένος στέκεται έξω μακράν.
24 ἀπαιδευσία ἀνθρώπου ἀκροᾶσθαι παρὰ θύραν, ὁ δὲ φρόνιμος βαρυνθήσεται ἀτιμίᾳ.
Είναι απρέπεια και έλλειψις μορφώσεως δια τον άνθρωπον να κρυφακούη από την θύραν ξένου σπιτιού. Ο συνετός άνθρωπος το θεωρεί αυτό βαρύ και εξευτελιστικόν πράγμα, δι' αυτό και το αποφεύγει.
25 χείλη ἀλλοτρίων ἐν τούτοις βαρυνθήσεται, λόγοι δὲ φρονίμων ἐν ζυγῷ σταθήσονται.
Τα χείλη των μωρών και φλυάρων ανθρώπων επαναλαμβάνουν τα λόγια των ξένων, οι λόγοι όμως των φρονίμων ζυγίζονται από αυτούς με ακρίβειαν και κατόπιν λέγονται.
26 ἐν στόματι μωρῶν ἡ καρδία αὐτῶν, καρδία δὲ σοφῶν στόμα αὐτῶν.
Η καρδία των μωρών είναι στο στόμα των και συνεχώς εξωτερικεύεται, ενώ το στόμα των σοφών είναι η καρδία των.
27 ἐν τῷ καταρᾶσθαι ἀσεβῆ τὸν σατανᾶν αὐτὸς καταρᾶται τὴν ἑαυτοῦ ψυχήν.
Οταν ο ασεβής καταράται τον σατανάν, είναι το ίδιον ως εάν καταράται τον εαυτόν του.
28 μολύνει τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ὁ ψιθυρίζων καὶ ἐν παροικήσει μισηθήσεται.
Εκείνος που ψιθυρίζει επικρίσεις και κατακρίσεις εις βάρος του άλλου, μολύνει την ψυχήν του. Αυτός θα μισηθή από το περιβάλλον, μέσα στο οποίον ζη.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα