ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΤΕΚΝΟΝ, εἰ προσέρχῃ δουλεύειν Κυρίῳ Θεῷ, ἑτοίμασον τὴν ψυχήν σου εἰς πειρασμόν·
Παιδί μου, εάν προσέρχεσαι να υπηρετήσης τον Κυριον, ετοίμασε τον εαυτόν σου δια διαφόρους δοκιμασίας.
2 εὔθυνον τὴν καρδίαν σου καὶ καρτέρησον καὶ μὴ σπεύσῃς ἐν καιρῷ ἐπαγωγῆς·
Να έχης ευθείαν και ειλικρινή την καρδίαν σου. Οπλισε τον εαυτόν σου με υπομονήν και θάρρος και να μη παρασυρθής μακράν από τον Κυριον εις περίοδον δυσκολιών.
3 κολλήθητι αὐτῷ καὶ μὴ ἀποστῇς, ἵνα αὐξηθῇς ἐπ᾿ ἐσχάτων σου.
Μένε προσκολλημένος στον Θεόν, μη απομακρυνθής από αυτόν, δια να δοξασθής και μεγαλυνθής κατόπιν.
4 πᾶν ὃ ἐὰν ἐπαχθῇ σοι, δέξαι καὶ ἐν ἀλλάγμασι ταπεινώσεώς σου μακροθύμησον·
Καθε πειρασμόν και δύσκολον περίστασιν, που θα εκσπάση επάνω σου, δέξου τα με υπομονήν. Εις δε τας μεταπτώσεις και εναλλαγάς των θλίψεών σου δείξε μακροθυμίαν·
5 ὅτι ἐν πυρὶ δοκιμάζεται χρυσὸς καὶ ἄνθρωποι δεκτοὶ ἐν καμίνῳ ταπεινώσεως.
διότι, όπως με την φωτιάν καθαρίζεται και γίνεται λαμπρότερος ο χρυσός, έτσι και οι άνθρωποι γίνονται δεκτοί ενώπιον του Κυρίου δια μέσου της καμίνου των θλίψεων.
6 πίστευσον αὐτῷ, καὶ ἀντιλήψεταί σου· εὔθυνον τὰς ὁδούς σου καὶ ἔλπισον ἐπ᾿ αὐτόν.
Εμπιστεύσου τον εαυτόν σου στον Κυριον και αυτός θα σε προστατεύση. Φρόντισε να είναι ειλικρινείς και ευθείαι αι οδοί και οι τρόποι της ζωής σου και στήριξε εις Εκείνον τας ελπίδας σου.
7 οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον ἀναμείνατε τὸ ἔλεος αὐτοῦ καὶ μὴ ἐκκλίνητε, ἵνα μὴ πέσητε.
Οσοι φοβείσθε τον Κυριον, αναμείνατε την εκβασιν, που Εκείνος θα δώση, και μη παρεκκλίνετε από τον δρόμον του Κυρίου, δια να μη πέσετε και συντριβήτε.
8 οἱ φοβούμενοι Κύριον πιστεύσατε αὐτῷ, καὶ οὐ μὴ πταίσῃ ὁ μισθὸς ὑμῶν.
Ολοι όσοι φοβούνται τον Κυριον ας εμπιστευθούν τον εαυτόν των εις Εκείνον και η αμοιβή της υπομονής των δεν θα χαθή.
9 οἱ φοβούμενοι Κύριον ἐλπίσατε εἰς ἀγαθὰ καὶ εἰς εὐφροσύνην αἰῶνος καὶ ἐλέους.
Σεις, που φοβείσθε τον Κυριον, να έχετε την ελπίδα, ότι θα απολαύσετε το έλεός του, τα αγαθά και την αιωνίαν χαράν.
10 ἐμβλέψατε εἰς ἀρχαίας γενεὰς καὶ ἴδετε· τίς ἐνεπίστευσε Κυρίῳ καὶ κατῃσχύνθη; ἢ τίς ἐνέμεινε τῷ φόβῳ αὐτοῦ καὶ ἐγκατελείφθη; ἢ τίς ἐπεκαλέσατο αὐτόν, καὶ ὑπερεῖδεν αὐτόν;
Παρατηρήσατε εις τας αρχαίας γενεάς των ανθρώπων και ιδέτε, ποιός από εκείνους, που ενεπιστεύθησαν τον εαυτόν των στον Κυριον, εντροπιάστηκε; Η ποιός έμεινεν ακλόνητος στον σεβασμόν προς αυτόν και εγκατελείφθη από Εκείνον; Η ποιός παρεκάλεσε τον Κυριον και ο Κυριος του έδειξεν αδιαφορίαν και εγκατάλειψιν;
11 διότι οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων ὁ Κύριος καὶ ἀφίησιν ἁμαρτίας καὶ σώζει ἐν καιρῷ θλίψεως.
Διότι ο Κυριος είναι οικτίρμων και ελεήμων, συγχωρεί τας αμαρτίας και σώζει τους ανθρώπους εις περίοδον θλίψεων και πειρασμών.
12 οὐαὶ καρδίαις δειλαῖς καὶ χερσὶ παρειμέναις καὶ ἁμαρτωλῷ ἐπιβαίνοντι ἐπὶ δύο τρίβους.
Αλλοίμονον εις τας δειλάς καρδίας, εις τα παραλελυμένα χέρια και στον αμαρτωλόν, ο οποίος προσπαθεί να βαδίζη δύο δρόμους, ένα του Θεού και ένα του πονηρού.
13 οὐαὶ καρδίᾳ παρειμένῃ, ὅτι οὐ πιστεύει· διὰ τοῦτο οὐ σκεπασθήσεται.
Αλλοίμονον εις την άτονον και παραλελυμένην καρδίαν, διότι δεν πιστεύει στον Θεόν. Εξ αιτίας δε της απιστίας της δεν θα τεθή υπό την σκέπην και προστασίαν του Κυρίου.
14 οὐαὶ ὑμῖν τοῖς ἀπολωλεκόσι τὴν ὑπομονήν· καὶ τί ποιήσετε ὅταν ἐπισκέπτηται ὁ Κύριος;
Αλλοίμονον εις σας, που έχετε χάσει την υπομονήν! Τι θα κάμετε, όταν σας επισκεφθή ο Κυριος με δοκιμασίας και θλίψεις;
15 οἱ φοβούμενοι Κύριον οὐκ ἀπειθήσουσι ρημάτων αὐτοῦ, καὶ οἱ ἀγαπῶντες αὐτὸν συντηρήσουσι τὰς ὁδοὺς αὐτοῦ.
Εκείνοι, που σέβονται τον Κυριον, δεν θα δείξουν ανυπακοήν στους λόγους του. Οι δε αγαπώντες αυτόν θα τηρήσουν πιστώς τας εντολάς του.
16 οἱ φοβούμενοι κύριον ζητήσουσιν εὐδοκίαν αὐτοῦ, καὶ οἱ ἀγαπῶντες αὐτὸν ἐμπλησθήσονται τοῦ νόμου.
Οσοι φοβούνται τον Κυριον θα ζητήσουν και θα εύρουν την καλωσύνην και τας δωρεάς του. Εκείνοι δέ, που τον αγαπούν, θα χορτάσουν με το παραπάνω από την μελέτην και εφαρμογήν του Νομου του.
17 οἱ φοβούμενοι Κύριον ἑτοιμάσουσι καρδίας αὐτῶν καὶ ἐνώπιον αὐτοῦ ταπεινώσουσι τὰς ψυχὰς αὐτῶν.
Οι φοβούμενοι τον Κυριον ας έχουν ετοίμους τας καρδίας των να υποστούν πειρασμούς. Και ενώπιον του Κυρίου ας υποτάξουν και ταπεινώσουν τους εαυτούς των λέγοντες·
18 ἐμπεσούμεθα εἰς χεῖρας Κυρίου καὶ οὐκ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων· ὡς γὰρ ἡ μεγαλωσύνη αὐτοῦ, οὕτως καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
“Θα παραδοθώμεν εις τα χέρια του Κυρίου μάλλον και οχι εις τα χέρια των ανθρώπων. Διότι όσον μεγάλη και απροσμέτρητος είναι η μεγαλοπρέπειά του, έτσι μέγα και απροσμέτρητον είναι το έλεός του”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα