ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΡΓΑΤΗΣ μέθυσος οὐ πλουτισθήσεται· ὁ ἐξουθενῶν τὰ ὀλίγα κατὰ μικρὸν πεσεῖται.
Μέθυσος εργάτης ποτέ δεν θα πλουτήση. Εκείνος δέ, ο οποίος καταφρονε και δεν προσέχει τα ολίγα, θα περιπέση ολίγον κατ' ολίγον εις πτωχείαν.
2 οἶνος καὶ γυναῖκες ἀποστήσουσι συνετούς, καὶ ὁ κολλώμενος πόρναις τολμηρότερος ἔσται·
Το κρασί και αι γυναίκες απομακρύνουν από τον Θεόν και αυτούς ακόμη τους φρόνιμους ανθρώπους. Εκείνος που προσκολλάται εις τας πόρνας, γίνεται θρασύς και αναιδής.
3 σῆτες καὶ σκώληκες κληρονομήσουσιν αὐτόν, καὶ ψυχὴ τολμηρὰ ἐξαρθήσεται.
Οι μεν θα γίνουν τροφή εις τα σαράκια και τα σκουλήκια, ο δε θρασύς και αναιδής θα χάση την ψυχήν του.
4 Ὁ ταχὺ ἐμπιστεύων κοῦφος καρδίᾳ, καὶ ὁ ἁμαρτάνων εἰς ψυχὴν αὐτοῦ πλημμελήσει.
Εκείνος που δίδει αμέσως εμπιστοσύνην εις όλους και εις όλα είναι ελαφρόμυαλος, και εκείνος που αμαρτάνει, κάμνει κακόν εις την ψυχήν του.
5 ὁ εὐφραινόμενος καρδίᾳ καταγνωσθήσεται,
Εκείνος που προσπαθεί να ευφραίνη την καρδίαν του με ασωτίας, θα κατακριθή.
6 καὶ ὁ μισῶν λαλιὰν ἐλαττονοῦται κακίᾳ.
Εκείνος που μισεί και αποστρέφεται την φλυαρίαν, θα αποφύγη πολλάς πτώσεις.
7 μηδέποτε δευτερώσῃς λόγον, καὶ οὐθέν σοι οὐ μὴ ἐλαττονωθῇ.
Μη περιφέρης εδώ και εκεί λόγον, που έχεις ακούσει, και έτσι δεν θα χάσης τίποτε.
8 ἐν φίλῳ καὶ ἐν ἐχθρῷ μὴ διηγοῦ, καὶ εἰ μή ἔστι σοι ἁμαρτία, μὴ ἀποκάλυπτε·
Ούτε στον φίλον ούτε στον εχθρόν σου να επαναλαμβάνης αδιακρίτως όσα ήκουσες. Μη φανερώνης όσα ήκουσες, έκτος εάν η απόκρυψίς των καταλογισθή εις σε ως αμαρτία.
9 ἀκήκοε γάρ σου καὶ ἐφυλάξατό σε, καὶ ἐν καιρῷ μισήσει σε.
Διότι ο εχθρός σου ήκουσε λόγιά σου, τα εφύλαξε μέσα του και στον κατάλληλον δι' εκείνον χρόνον θα εκδηλώση εναντίον σου το μίσος του.
10 ἀκήκοας λόγον, συναποθανέτω σοι· θάρσει, οὐ μή σε ρήξει.
Ηκουσες κάποιο μυστικόν, ας αποθάνη μαζή σου. Εχε θάρρος και αν το κρατήσης μέσα σου, δεν θα σε κάμη να σκάσης.
11 ἀπὸ προσώπου λόγου ὠδινήσει μωρὸς ὡς ἀπὸ προσώπου βρέφους ἡ τίκτουσα.
Ο μωρός, όταν ακούση έναν λόγον, θέλει να τον εξωτερικεύση ως εάν δσκιμάζη ωδίνας τοκετού, όπως η γυναίκα η οποία πρόκειται να γεννήση βρέφος.
12 βέλος πεπηγὸς ἐν μηρῷ σαρκός, οὕτως λόγος ἐν κοιλίᾳ μωροῦ.
Οπως όταν ένα βέλος έχη καρφωθή στον μηρόν του σώματός μας, φέρει πόνον και θέλομεν να το βγάλωμεν, έτσι και ένα μυστικόν, που ήκουσεν ο μωρός και το έχει μέσα του, του φέρει πόνον και θέλει να το εξωτερικεύση.
13 Ἔλεγξον φίλον, μήποτε οὐκ ἐποίησε, καὶ εἴ τι ἐποίησε, μήποτε προσθῇ.
Καμε παρατήρησιν στον φίλον σου δια σφάλμα, δια το οποίον κατηγορείται και το οποίον ενδέχεται να μη διέπραξε. Και εάν περιέπεσεν εις κάποιο σφάλμα, πάλιν κάμε του υπόδειξιν, δια να μη το επαναλάβη και προσθέση νέον σφάλμα στο παλαιόν.
14 ἔλεγξον τὸν πλησίον, μήποτε οὐκ εἶπε, καὶ εἰ εἴρηκεν, ἵνα μὴ δευτερώσῃ.
Καμε παρατήρησιν στον πλησίον σου δια λόγια, που κατηγορείται ότι τα είπε, διότι ενδεχομένως δεν τα έχει είπει. Και εάν κάτι το εσφαλμένον έχη πει, κάμε του παρατήρησιν, δια να μη το επαναλαβη.
15 ἔλεγξον φίλον, πολλάκις γὰρ γίνεται διαβολή, καὶ μὴ παντὶ λόγῳ πίστευε.
Καμε παρατήρησιν, ζήτησε εξήγησιν από τον φίλον σου δια κατηγορίαν εκσφενδονισθείσαν εναντίον του, διότι πολλές φορές υπάρχουν και συκοψαντίαι, και μη δίδης εμπιστοσύνην εις κάθε λόγον κατηγορίας.
16 ἔστιν ὀλισθαίνων καὶ οὐκ ἀπὸ ψυχῆς, καὶ τίς οὐχ ἡμάρτησεν ἐν τῇ γλώσσῃ αὐτοῦ;
Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι ξεγλυστρούν προς το κακόν, χωρίς να έχουν κακήν πρόθεσιν, αλλά από συναρπαγήν. Και ποιός άνθρωπος ημπορεί να ισχυρισθή, ότι δεν έχει αμαρτήσει με τα λόγια του;
17 ἔλεγξον τὸν πλησίον σου πρὶν ἢ ἀπειλῆσαι, καὶ δὸς τόπον νόμῳ Ὑψίστου. [γινόμενος ἄμηνις.
Ελεγξε τον φίλον σου πριν απειλαί και κίνδυνοι τον περιστοιχίσουν και άφησε να ενεργήση εις την καρδίαν του ο Νομος του Υψίστου. Συ όμως πρέπει να παραμείνης αόργητος.
18 φόβος Κυρίου ἀρχὴ προσλήψεως, σοφία δὲ παρ' αὐτοῦ ἀγάπησιν περιποιεῖ.
Ο φόβος του Κυρίου είναι η αρχή και η αιτία της συνάψεως ειλικρινούς φιλίας. Η δε σοφία, απορρέουσα από τον Θεόν, εμπνέει αγάπην προς τον φίλον.
19 γνῶσις ἐντολῶν Κυρίου παιδεία ζωῆς, οἱ δὲ ποιοῦντες τὰ ἀρεστὰ αὐτῷ ἀθανασίας δένδρον καρποῦνται].
Η γνώσις των εντολών του Κυρίου είναι αληθινή μόρφωσις δια την ζωήν. Οσοι δε πράττουν τα ευάρεστα εις αυτόν, απολαμβάνουν τους καρπούς του δένδρου της αθανασίας.
20 Πᾶσα σοφία φόβος Κυρίου, καὶ ἐν πάσῃ σοφίᾳ ποίησις νόμου· [καὶ γνῶσις τῆς παντοδυναμίας αὐτοῦ.
Καθε πραγματική σοφία χαρακτηρίζεται και διαποτίζεται από την ευλάβειαν προς τον Κυριον. Εις την αληθινήν σοφίαν ακολουθεί και υπάρχει πάντοτε η τήρησις του θείου Νομου και η γνώσις της παντοδυναμίας του Θεού.
21 οἰκέτης λέγων τῷ δεσπότῃ· ὡς ἀρέσκει οὐ ποιήσω, ἐὰν μετὰ ταῦτα ποιήσῃ, παροργίζει τὸν τρέφοντα αὐτόν].
Δούλος, ο οποίος λέγει στον δεσπότην του· “δεν θα κάμω αυτό που αρέσει εις σέ”, έστω και εάν κατόπιν μεταμεληθή και εκτελέση την εντολήν, που έλαβε, εξοργίζει οπωσδήποτε τον τροφοδότην κύριόν του.
22 καὶ οὐκ ἔστι σοφία πονηρίας ἐπιστήμη, καὶ οὐκ ἔστιν ὅπου βουλὴ ἁμαρτωλῶν φρόνησις.
Η σοφία δεν είναι επιστήμη της κακίας. Η δε συνεσις δεν υπάρχει εις τας σκέψεις και τας συμβουλάς των αμαρτωλών.
23 ἔστι πονηρία καὶ αὕτη βδέλυγμα, καὶ ἔστιν ἄφρων ἐλαττούμενος σοφίᾳ.
Υπάρχει γνώσις και πράξις πονηρά· αυτή όμως είναι βδελυρά ενώπιον του Κυρίου. Υπάρχει όμως και άφρων, ανόητος, καθυστερημένος εις νόησιν και γνώσιν.
24 κρείττων ἡττώμενος ἐν συνέσει ἔμφοβος ἢ περισσεύων ἐν φρονήσει καὶ παραβαίνων νόμον.
Προτιμότερος είναι εκείνος, που υπολείπεται εις σοφίαν αλλ' έχει φόβον Θεού, από τον άλλον, ο οποίος είναι πλούσιος εις σοφίαν, παραβαίνει όμως τον νόμον του Κυρίου.
25 ἔστι πανουργία ἀκριβὴς καὶ αὕτη ἄδικος, καὶ ἔστι διαστρέφων χάριν τοῦ ἐκφᾶναι κρίμα.
Υπάρχουν ικανότητες και δραστηριότητες αξιόλογοι, οδηγούν όμως εις την αδικίαν. Υπάρχουν δε και άλλοι, οι οποίοι, δια να υποστηρίξουν και επιτύχουν το ζήτημα των, καταφεύγουν εις την διαστροφήν της αληθείας και την απάτην.
26 ἔστι πονηρευόμενος συγκεκυφὼς μελανίᾳ, καὶ τὰ ἐντὸς αὐτοῦ πλήρης δόλου·
Υπάρχουν πονηροί, που βαδίζουν με σκυμμένο το κεφάλι και σκυθρωπόν το πρόσωπον, δήθεν από λύπην, ενώ το εσωτερικόν των είναι γεμάτον δολιότητας.
27 συγκύφων πρόσωπον καὶ ἑτεροκωφῶν, ὅπου οὐκ ἐπεγνώσθη, προφθάσει σε·
Αυτός προχωρεί με σκυμμένο το κεφάλι, προσποιείται ότι δεν ακούει τίποτε και εάν δεν αντιληφθής εγκαίρως την υποκρισίαν και δολιότητά του, θα τρέξη ενωρίτερα από σέ, δια να καταπατήση το δίκαιόν σου.
28 καὶ ἐὰν ὑπὸ ἐλαττώματος ἰσχύος κωλυθῇ ἁμαρτεῖν, ἐὰν εὕρῃ καιρόν, κακοποιήσει.
Και εάν εξ αιτίας κάποιας αδυναμίας του εμποδισθή να πραγματοποιήση το κακόν, που έχει αποφασίσει, όταν εύρη κατάλληλον καιρόν θα το πραγματοποιήση.
29 ἀπὸ ὁράσεως ἐπιγνωσθήσεται ἀνήρ, καὶ ἀπὸ ἀπαντήσεως προσώπου ἐπιγνωσθήσεται νοήμων.
Από την εξωτερικήν του εμφάνισιν είναι δυνατόν να γίνη γνωστός ο κακός άνθρωπος και από την έκφρασιν του προσώπου του είναι δυνατόν να γίνη γνωστός ο καλός και συνετός άνθρωπος.
30 στολισμὸς ἀνδρὸς καὶ γέλως ὀδόντων καὶ βήματα ἀνθρώπου ἀναγγέλλει τὰ περὶ αὐτοῦ.
Η ενδυμασία του ανθρώπου, το γέλιο των χειλέων του και το βάδισμά του διαλαλούν, τι άνθρωπος είναι αυτός.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα