ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 Ο ΖΩΝ εἰς τὸν αἰῶνα ἔκτισε τὰ πάντα κοινῇ·
Ο αιώνιος Κυριος εδημιούργησεν όλα ανεξαιρέτως.
2 Κύριος μόνος δικαιωθήσεται. [καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλος πλὴν αὐτοῦ
Ο Κυριος είναι και θα διακηρύσσεται αιωνίως ο μόνος και απόλυτα δίκαιος. Δεν υπάρχει άλλος πλην αυτού.
3 οἰακίζων τὸν κόσμον ἐν σπιθαμῇ χειρὸς αὐτοῦ, καὶ πάντα ὑπακούει τῷ θελήματι αὐτοῦ, αὐτὸς γὰρ βασιλεὺς πάντων ἐν κράτει αὐτοῦ, διαστέλλων ἐν αὐτοῖς ἅγια ἀπὸ βεβήλων].
Αυτός κυβερνά και διευθύνει τα πάντα εις την σπιθαμήν της χειρός του, και τα πάντα υποτάσσονται στο θέλημά του, διότι αυτός με την παντοδυναμίαν του είναι βασιλεύς όλων. Αυτός ξεχωρίζει τα στον κόσμον υπάρχοντα άγια από τα βέβηλα.
4 οὐθενὶ ἐξεποίησεν ἐξαγγεῖλαι τὰ ἔργα αὐτοῦ· καὶ τίς ἐξιχνιάσει τὰ μεγαλεῖα αὐτοῦ;
Εις κανένα δεν έδωσε την ικανότητα και την δύναμιν να αναγγέλλη κατ' αξίαν τα έργα του. Ποίος ημπορεί να εξιχνιάση και κατανοήση τα μεγαλεία του;
5 κράτος μεγαλωσύνης αὐτοῦ τίς ἐξαριθμήσεται; καὶ τίς προσθήσει ἐκδιηγήσασθαι τὰ ἐλέη αὐτοῦ;
Ποιός ημπορεί να μετρήση την δύναμιν της μεγαλωσύνης του; Ποιός ποτέ θα έχη την τόλμην και την δύναμιν να διηγηθή ακριβώς τα ελέη του;
6 οὐκ ἔστιν ἐλαττῶσαι οὐδὲ προσθεῖναι, καὶ οὐκ ἔστιν ἐξιχνιάσαι τὰ θαυμάσια τοῦ Κυρίου·
Κανείς δεν δύναται ούτε να μειώση ούτε να προσθέση στο μεγαλείον του. Και δεν είναι δυνατόν ποτέ, να εξιχνιάση και κατανοήση ακριβώς κανείς τα θαυμάσια του Κυρίου.
7 ὅταν συντελέσῃ ἄνθρωπος, τότε ἄρχεται, καὶ ὅταν παύσηται, τότε ἀπορηθήσεται.
Και όταν ο άνθρωπος νομίση ότι έφθανεν στο τέρμα των ερευνών και αναζητήσεών του, τότε αντιλαμβάνεται ότι ευρίσκεται εις την αρχήν. Και όταν καταπαύση την προσπάθειάν του εις κατανόησιν των μεγαλείων του Θεού, τότε θα ευρεθή εις αμηχανίαν προ του έργου, που ανέλαβε.
8 τί ἄνθωπος καὶ τί ἡ χρῆσις αὐτοῦ; τί τὸ ἀγαθὸν αὐτοῦ καὶ τί τὸ κακὸν αὐτοῦ;
Τι είναι ο άνθρωπος και εις τι αποβλέπουν αι υπηρεσίαι του; Ποίον είναι το καλόν και ευχάριστον αυτού και ποίον είναι το κακόν και δυσάρεστον;
9 ἀριθμὸς ἡμερῶν ἀνθρώπου πολλὰ ἔτη ἑκατόν·
Και αν ακόμη τα έτη της ζωής του ανθρώπου φθάσουν τα εκατόν,
10 ὡς σταγὼν ὕδατος ἀπὸ θαλάσσης καὶ ψῆφος ἄμμου, οὕτως ὀλίγα ἔτη ἐν ἡμέρᾳ αἰῶνος.
είναι ωσάν μία σταγών ύδατος από την θάλασσαν και ωσάν ένας κόκκος άμμου· τόσον ολίγα είναι τα εκατόν έτη εμπρός εις την αιωνιότητα.
11 διὰ τοῦτο ἐμακροθύμησε Κύριος ἐπ᾿ αὐτοῖς καὶ ἐξέχεεν ἐπ᾿ αὐτοὺς τὸ ἔλεος αὐτοῦ.
Δια την μηδαμινότητα του ανθρώπου και την μικρότητα των ημερών της ζωής του, έδειξε και δεικνύει ο Κυριος εμακροθυμίαν προς τους ανθρώπους και αφήνει να εκχυθούν πλούσια τα ελέη του εις αυτούς.
12 εἶδε καὶ ἐπέγνω τὴν καταστροφὴν αὐτῶν ὅτι πονηρά· διὰ τοῦτο ἐπλήθυνε τὸν ἐξιλασμὸν αὐτοῦ.
Είδε και κατενόησε πλήρως, ότι τους αναμένει φοβερά καταστροφή, εάν τους εγκαταλείψη. Δια τούτο έδωσεν εις αυτούς πλούσιον το έλεός του.
13 ἔλεος ἀνθρώπου ἐπὶ τὸν πλησίον αὐτοῦ, ἔλεος δὲ Κυρίου ἐπὶ πᾶσαν σάρκα· ἐλέγχων καὶ παιδεύων καὶ διδάσκων καὶ ἐπιστρέφων ὡς ποιμὴν τὸ ποίμνιον αὐτοῦ.
Το έλεος του ανθρώπου φθάνει μόνον μέχρι του πλησίον του· το έλεος όμως του Κυρίου εκτείνεται επί όλης της ανθρωπότητος. Ο Κυριος ελέγχει, παιδαγωγεί και μορφώνει, διδάσκει και ως καλός ποιμήν επαναφέρει το πλανηθέν ποίμνιόν του εις την μάνδραν.
14 τοὺς ἐκδεχομένους παιδείαν ἐλεᾷ καὶ τοὺς κατασπεύδοντας ἐπὶ τὰ κρίματα αὐτοῦ.
Εκείνους που επιθυμούν και αποδέχονται παιδείαν, τους ελεεί, όπως επίσης και εκείνους, οι οποίοι μετά σπουδής φροντίζουν δια την εφαρμογην των εντολών του.
15 Τέκνον, ἐν ἀγαθοῖς μὴ δῷς μῶμον καὶ ἐν πάσῃ δόσει λύπην λόγων.
Παιδί μου, εις τας ευεργεσίας, που κάμνεις, μη προσθέτης και κατηγορίας εναντίον των ευεργετουμένων. Εις κάθε δωρεάν και ελεημοσύνην σου, μη προσθέτης λυπηρούς λόγους δια τους αποδεχομένους αυτάς.
16 οὐχὶ καύσωνα ἀναπαύσει δρόσος; οὕτως κρείσσων λόγος ἢ δόσις.
Ο δροσερός άνεμος δεν είναι εκείνος, ο οποίος μειώνει και καταπαύει τον καύσωνα; Ετσι και ένας καλός λόγος είναι ανώτερος από μίαν υλικήν βοήθειαν.
17 οὐκ ἰδοὺ λόγος ὑπὲρ δόμα ἀγαθόν; καὶ ἀμφότερα παρὰ ἀνδρὶ κεχαριτωμένῳ.
Δεν είναι πράγματι ο καλός λόγος ανώτερος και από την πολυσιωτέραν δωρεάν; Εις τον άνθρωπον όμως, που έχει χάριν Θεού, είναι συνδυασμένα και τα δυο, το δώρον και ο καλός λόγος.
18 μωρὸς ἀχαρίστως ὀνειδιεῖ, καὶ δόσις βασκάνου ἐκτήκει ὀφθαλμούς.
Ο μωρός δεν δίδει τίποτε και εκτρέπεται εις ύβρεις και κατηγορίας. Το δε δώρον του φθονερού ανθρώπου φλογίζει και λυώνει τα μάτια εκείνου, που το δέχεται.
19 πρὶν ἢ λαλῆσαι μάνθανε, καὶ πρὸ ἀρρωστίας θεραπεύου.
Πριν ομιλήσης, σκέψου και μάθε καλά τι θα είπης· και πριν ασθενήσης πρόσεχε, να μη αρρωστήσης.
20 πρὸ κρίσεως ἐξέταζε σεαυτόν, καὶ ἐν ὥρᾳ ἐπισκοπῆς εὑρήσεις ἐξιλασμόν.
Πριν σε κρίνη ο Κυριος, εξέτασε συ τον εαυτόν σου· και κατά την ώραν της επισκέψεως του Κυρίου, θα εύρης ενώπιόν του έλεος και συγχώρησιν.
21 πρὶν ἀρρωστῆσαί σε ταπεινώθητι καὶ ἐν καιρῷ ἁμαρτημάτων δεῖξον ἐπιστροφήν.
Πριν πέσης άρρωστος, ταπείνωσε τον εαυτόν σου και όταν αμαρτήσης δείξε αμέσως μετάνοιαν και επιστροφήν προς τον Κυριον.
22 μὴ ἐμποδισθῇς τοῦ ἀποδοῦναι εὐχὴν εὐκαίρως, καὶ μὴ μείνῃς ἕως θανάτου δικαιωθῆναι.
Από τίποτε δεν πρέπει να εμποδισθής δια την έγκαιρον εκπλήρωσιν του τάματος, που έχεις κάμει. Μη περιμένης δε να τακτοποιηθής και δικαιωθής ενώπιον του Κυρίου κατά την ώραν του θανάτου σου.
23 πρὶν εὔξασθαι, ἑτοίμασον σεαυτὸν καὶ μὴ γίνου ὡς ἄνθρωπος πειράζων τὸν Κύριον.
Πριν να κάμης το τάμα σου, εξέτασε και ετοίμασε τον εαυτόν σου δια την εκπλήρωσίν του και μη γίνης σαν άνθρωπος, που αρνείται το τάμα του και πειράζει έτσι τον Κυριον.
24 μνήσθητι θυμοῦ ἐν ἡμέραις τελευτῆς καὶ καιρὸν ἐκδικήσεως ἐν ἀποστροφῇ προσώπου.
Να έχης πάντοτε υπ' όψιν σου την οργήν του Κυρίου κατά την ημέραν του θανάτου σου και την ώραν της δικαίας τιμωρίας σου, όταν ο Θεός αποστρέφη από σε το πρόσωπόν του δια τας αμαρτίας σου.
25 μνήσθητι καιρὸν λιμοῦ ἐν καιρῷ πλησμονῆς, πτωχείαν καὶ ἔνδειαν ἐν ἡμέραις πλούτου.
Οταν θα έχης πλούσια τα αγαθά, να ενθυμήσαι και τον καιρόν της πείνας· όπως επίσης και κατά τας ημέρας του πλουτισμού σου, να ενθυμήσαι την προτέραν πτωχείαν και στέρησιν.
26 ἀπὸ πρωΐθεν ἕως ἑσπέρας μεταβάλλει καιρός, καὶ πάντα ἐστὶ ταχινὰ ἔναντι Κυρίου.
Από το πρωϊ έως το βραδύ μεταβάλλεται ο καιρός· έτσι και όλα ταχύτατα παρέρχονται ενώπιον του Κυρίου.
27 ἄνθρωπος σοφὸς ἐν παντὶ εὐλαβηθήσεται καὶ ἐν ἡμέραις ἁμαρτιῶν προσέξει ἀπὸ πλημμελείας.
Ο σοφός άνθρωπος είναι εις όλα προσεκτικός και έτοιμος, και εις ημέρας πειρασμού της αμαρτίας θα προσέξη να αποφύγη την πτώσιν.
28 πᾶς συνετὸς ἔγνω σοφίαν καὶ τῷ εὑρόντι αὐτὴν δώσει ἐξομολόγησιν.
Καθε συνετός άνθρωπος κατέχει την αληθή γνώσιν και σοφίαν. Θα συγχαρή δε ειλικρινώς εκείνον, που θα αναζητήση και θα εύρη την σοφίαν.
29 συνετοὶ ἐν λόγοις καὶ αὐτοὶ ἐσοφίσαντο καὶ ἀνώμβρησαν παροιμίας ἀκριβεῖς.
Ευφυείς άνθρωποι, που προσέχουν τους λόγους των σοφών, θα γίνουν και αυτοί σοφοί και ωσάν ευεργετική βροχή θα πίπτουν τα σοφά γνωμικά των.
30 ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΨΥΧΗΣ.~ Ὀπίσω τῶν ἐπιθυμιῶν σου μὴ πορεύου καὶ ἀπὸ τῶν ὀρέξεών σου κωλύου.
ΑΥΤΟΚΥΡΙΑΡΧΙΑ - Μη παρασύρεσαι και μη ακολουθής τας κακάς επιθυμίας σου. Και από τας αμαρτωλάς ορέξεις σου να εμποδίζης τον εαυτόν σου.
31 ἐὰν χορηγήσῃς τῇ ψυχῇ σου εὐδοκίαν ἐπιθυμίας, ποιήσει σε ἐπίχαρμα τῶν ἐχθρῶν σου.
Εάν χορηγήσης εις την ψυχήν σου την συγκατάθεσίν σου εις εκπλήρωσιν των ατόπων επιθυμιών, θα γίνης περίγελως των εχθρών σου.
32 μὴ εὐφραίνου ἐπὶ πολλῇ τρυφῇ, μηδὲ προσδεθῇς συμβολῇ αὐτῆς.
Μη επιδιώκης την τέρψιν και χαράν σου εις την πολλήν και μεγάλην τρυφήν, ούτε να προσδεθής και υποταχθής εις την καλοζωΐαν, την οποίαν αυτή προσφέρει.
33 μὴ γίνου πτωχὸς συμβολοκοπῶν ἐκ δανεισμοῦ, καὶ οὐδέν σοί ἐστιν ἐν μαρσιπείῳ.
Εάν είσαι πτωχός μη οργανώνης συμπόσια με δανεικά χρήματα, καθ' ον χρόνον τίποτε δεν έχεις μέσα στο βαλάντιόν σου.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα