ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΡΙΤΗΣ σοφὸς παιδεύσει τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ ἡγεμονία συνετοῦ τεταγμένη ἔσται.
Σοφός άρχων παιδαγωγεί και μορφώνει τον λαόν του· η εξουσία δε και η κυβέρνησις του συνετού άρχοντος είναι ορθώς τακτοποιημένη.
2 κατὰ τὸν κριτὴν τοῦ λαοῦ αὐτοῦ οὕτως καὶ οἱ λειτουργοὶ αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὸν ἡγούμενον τῆς πόλεως πάντες οἱ κατοικοῦντες αὐτήν.
Οποίος τις είναι ο άρχων ενός λαού, τέτοιοι θα είναι και οι υπ' αυτόν αξιωματούχοι. Και οποίος είναι ο άρχων μιας πόλεως, τέτοιοι θα είναι και οι κάτοικοι αυτής.
3 βασιλεὺς ἀπαίδευτος ἀπολεῖ τὸν λαὸν αὐτοῦ, καὶ πόλις οἰκισθήσεται ἐν συνέσει δυναστῶν.
Αμόρφωτος και ασύνετος βασιλεύς οδηγεί τον λαόν του εις την καταστροφήν· εξ αντιθέτου αποκτά πολλούς κατοίκους μία πόλις και ευημερεί χάρις εις την σύνεσιν των καλών αρχόντων.
4 ἐν χειρὶ Κυρίου ἐξουσία τῆς γῆς, καὶ τὸν χρήσιμον ἐγερεῖ εἰς καιρὸν ἐπ᾿ αὐτῆς.
Από το χέρι του Κυρίου χορηγείται κάθε εξουσία επάνω εις την γην, τον δε χρήσιμον και καλόν άρχοντα επ' αυτής θα αναδείξη ο Κυριος στον κατάλληλον καιρόν.
5 ἐν χειρὶ Κυρίου εὐοδία ἀνδρός, καὶ προσώπῳ γραμματέως ἐπιθήσει δόξαν αὐτοῦ.
Εις το χέρι του παντοδυνάμου Κυρίου είναι η κατευόδωσις παντός ανθρώπου εις τα έργα του. Και στο πρόσωπον του δικαίου νομοθέτου θα αποθέση ο Θεός την δόξαν του.
6 Ἐπὶ παντὶ ἀδικήματι μὴ μηνιάσῃς τῷ πλησίον καὶ μὴ πρᾶσσε μηδὲν ἐν ἔργοις ὕβρεως.
Οιανδήποτε αδικίαν και αν σου κάμη ο πλησίον, μη μνησικακήσης εναντίον του και μη κάμης τίποτε επάνω εις την ορμήν του πάθους.
7 μισητὴ ἔναντι Κυρίου καὶ ἀνθρώπων ὑπερηφανία, καὶ ἐξ ἀμφοτέρων πλημμελήσει ἄδικα.
Η υπερηφάνεια είναι μισητή ενώπιον Θεού και ανθρώπων και ενώπιον αμφοτέρων ο υπερήφανος θα διαπράξη πολλάς αδικίας.
8 βασιλεία ἀπὸ ἔθνους εἰς ἔθνος μετάγεται διὰ ἀδικίας καὶ ὕβρεις καὶ χρήματα.
Η βασιλεία περιέρχεται από το ένα έθνος στο άλλο εξ αιτίας των αδικιών, της υπερηφανείας και του αδίκου πλουτισμού.
9 τί ὑπερηφανεύεται γῆ καὶ σποδός; ὅτι ἐν ζωῇ ἔρριψα τὰ ἐνδόσθια αὐτοῦ.
Διατί υπερηφανεύεται ο άνθρωπος, που είναι χώμα και στάκτη; Διότι του υπερηφάνου ανθρώπου, καθ' ον χρόνον ακόμη εζούσε, εγώ έρριψα τα εντόσθιά του κάτω.
10 μακρὸν ἀρρώστημα σκώπτει ἰατρός· καὶ βασιλεὺς σήμερον, καὶ αὔριον τελευτήσει.
Μακράν ασθένειαν, η οποία δεν φέρει τον θάνατον αλλά ούτε και θεραπεύεται, την εμπαίζει και ο ιατρός. Και ο ασθενών βασιλεύς σήμερον υπάρχει, αύριον δε αποθνήσκει.
11 ἐν γὰρ τῷ ἀποθανεῖν ἄνθρωπον κληρονομήσει ἑρπετὰ καὶ θηρία καὶ σκώληκας.
Οταν δε αποθάνη ο άνθρωπος, θα τον κληρονομήσουν και θα τον παραλάβουν τα ερπετά και τα θηρία και τα σκουλήκια.
12 ἀρχὴ ὑπερηφανίας ἀνθρώπου ἀφισταμένου ἀπὸ Κυρίου, καὶ ἀπὸ τοῦ ποιήσαντος αὐτὸν ἀπέστη ἡ καρδία αὐτοῦ.
Η αρχή και πρώτη αιτία της απομακρύνσεως του ανθρώπου από τον Κυριον είναι η υπερηφάνεια. Η καρδία του υπερηφάνου έχει απομακρυνθή από τον δημιουργόν του.
13 ὅτι ἀρχὴ ὑπερηφανίας ἁμαρτία, καὶ ὁ κρατῶν αὐτῆς ἐξομβρήσει βδέλυγμα· διὰ τοῦτο παρεδόξασε Κύριος τὰς ἐπαγωγὰς καὶ κατέστρεψεν εἰς τέλος αὐτούς.
Επειδή δε αρχή και πηγή κάθε αμαρτίας είναι ο εγωϊσμός, εκείνος ο οποίος κρατεί τον εγωϊσμόν του και κυριαρχείται από αυτόν, θα ξεχύση ωσάν βροχήν από μέσα του βδελυρότητας. Δια τούτο ο Κυριος θα του αποστείλη τρομεράς τιμωρίας και θα τον καταστρέψη εξ ολοκλήρου.
14 θρόνους ἀρχόντων καθεῖλεν ὁ Κύριος καὶ ἐκάθισε πρᾳεῖς ἀντ᾿ αὐτῶν.
Ο Κυριος εκρήμνισε θρόνους αρχόντων και αντί εκείνων εγκατέστησε πράους ανθρώπους ως άρχοντας.
15 ρίζας ἐθνῶν ἐξέτιλεν ὁ Κύριος καὶ ἐφύτευσε ταπεινοὺς ἀντ᾿ αὐτῶν.
Ριζας αλαζονικών εθνών εξερρίζωσεν ο Κυριος και εφύτευσεν αντί εκείνων ταπεινούς ανθρώπους.
16 χώρας ἐθνῶν κατέστρεψεν ὁ Κύριος καὶ ἀπώλεσεν αὐτὰς ἕως θεμελίων γῆς.
Χωρας υπερηφάνων εθνών τας κατέστρεψεν ο Κυριος. Τας εξωλόθρευσεν έως τα θεμέλιά των.
17 ἐξήρανεν ἐξ αὐτῶν καὶ ἀπώλεσεν αὐτοὺς καὶ κατέπαυσεν ἀπὸ γῆς τὸ μνημόσυνον αὐτῶν.
Εξήρανε την ζωήν των, εξωλόθρευσε τους κατοίκους των και έσβησε την ανάμνησίν των από την γην.
18 οὐκ ἔκτισται ἀνθρώποις ὑπερηφανία, οὐδὲ ὀργὴ θυμοῦ γεννήμασι γυναικῶν.
Ο εγωϊσμός δεν είναι προωρισμένος και ταιριαστός δια τον άνθρωπον, ούτε ο θυμός και η οργή δια τα τέκνα των γυναικών.
19 Σπέρμα ἔντιμον ποῖον; σπέρμα ἀνθρώπου. σπέρμα ἔντιμον ποῖον; οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον. σπέρμα ἄτιμον ποῖον; σπέρμα ἀνθρώπου. σπέρμα ἄτιμον ποῖον; οἱ παραβαίνοντες ἐντολάς.
Ποίον γένος είναι έντιμον και ένδοξον ενώπιον του Θεού; Το γένος των ανθρώπων. Ποίον γένος ανθρώπων και ποίοι άνθρωποι είναι έντιμοι και δοξασμένοι πλησίον του Θεού; Εκείνοι μόνον, που φοβούνται τον Κυριον. Ποίον γένος μεταξύ των ζώντων δημιουργημάτων είναι δυνατόν να καταντήση καταφρονημένον και άδοξον; Το γένος των ανθρώπων. Ποίοι από το γένος αυτό περιπίπτουν εις αδοξίαν και καταφρόνησιν; Εκείνοι που παραβαίνουν τας εντολάς του Θεού.
20 ἐν μέσῳ ἀδελφῶν ὁ ἡγούμενος αὐτῶν ἔντιμος, καὶ οἱ φοβούμενοι Κύριον ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ.
Αρχων απολαμβάνει δικαίαν τιμήν και δόξαν εν μέσω μόνον ανθρώπων, που θεωρούν ο ένας τον άλλον αδελφόν των. Αυτός δε ας έχη πάντοτε προ οφθαλμών και ας τιμά εκείνους, που ευλαβούνται τον Κυριον.
22 πλούσιος καὶ ἔνδοξος καὶ πτωχός, τὸ καύχημα αὐτῶν φόβος Κυρίου.
Και δια τον πλούσιον και δια τον ένδοξον και δια τον πτωχόν το καύχημα πρέπει να είναι ο σεβασμός προς τον Θεόν.
23 οὐ δίκαιον ἀτιμάσαι πτωχὸν συνετόν, καὶ οὐ καθήκει δοξάσαι ἄνδρα ἁμαρτωλόν.
Δεν είναι δίκαιον να θεωρήται ανάξιος τιμής ο συνετός, διότι είναι πτωχός. Ούτε δε να τιμάται και να δοξάζεται ο αμαρτωλός άνθρωπος επειδή είναι πλούσιος.
24 μεγιστὰν καὶ κριτὴς καὶ δυνάστης δοξασθήσεται, καὶ οὐκ ἔστιν αὐτῶν τις μείζων τοῦ φοβουμένου τὸν Κύριον.
Οι μεγιστάνες και οι κριταί και οι άρχοντες δοξάζονται, αλλά κανείς από αυτούς δεν είναι ανώτερος από εκείνον, που φοβείται τον Κυριον.
25 οἰκέτῃ σοφῷ ἐλεύθεροι λειτουργήσουσι, καὶ ἀνὴρ ἐπιστήμων οὐ γογγύσει.
Ανθρωποι ελεύθεροι θα γίνουν υπηρέται εις δούλον σοφόν. Ο δε συνετός και μορφωμένος άνθρωπος δεν θα γογγύση δι' αυτό.
26 Μὴ σοφίζου ποιῆσαι τὸ ἔργον σου καὶ μὴ δοξάζου ἐν καιρῷ στενοχωρίας σου.
Μη αλαζονεύεσαι, ότι θα κάμης έργα μεγάλα ανώτερα από τας δυνάμεις σου. Και εις καιρόν δυσκολιών και στενοχωριών μη επιδεικνύεσαι αποκρύπτων την πραγματικήν σου κατάστασιν.
27 κρείσσων ἐργαζόμενος καὶ περισσεύων ἐν πᾶσιν ἢ περιπατῶν δοξαζόμενος καὶ ἀπορῶν ἄρτων.
Καλύτερος είναι εκείνος, που εργάζεται και ετσι ανταποκρίνεται εις όλας αυτού τας βιοτικάς ανάγκας, παρά εκείνος που περιπατεί καυχησιολογών καθ' ον χρόνον στερείται και από αυτό το ψωμί του.
28 τέκνον, ἐν πραυ±τητι δόξασον τὴν ψυχήν σου καὶ δὸς αὐτῇ τιμὴν κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῆς.
Παιδί μου, να τιμάς τον εαυτόν σου με την πραότητά σου και να αποδίδης στον εαυτόν σου την τιμήν και την θέσιν, που σου αξίζει.
29 τὸν ἁμαρτάνοντα εἰς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τίς δικαιώσει; καὶ τίς δοξάσει τὸν ἀτιμάζοντα τὴν ζωὴν αὐτοῦ;
Εκείνον που διαπράττει αμαρτήματα εναντίον της ψυχής του, ποιός θα ευρεθή να τον δικαιώση; Και ποιός θα δοξάση εκείνον, ο οποίος κατεξευτελίζει τον εαυτόν του με την απρεπή διαγωγήν του;
30 πτωχὸς δοξάζεται δι᾿ ἐπιστήμην αὐτοῦ, καὶ πλούσιος δοξάζεται διὰ τὸν πλοῦτον αὐτοῦ.
Ο πτωχός αποκτά δόξαν με την γνώσιν και μέ την σοφίαν του. Ο πλούσιος αποκτά δόξαν με τον πλούτον του. Προτιμότερος όμως είναι ο πρώτος.
31 ὁ δεδοξασμένος ἐν πτωχείᾳ, καὶ ἐν πλούτῳ ποσαχῶς; καὶ ὁ ἄδοξος ἐν πλούτῳ, καὶ ἐν πτωχείᾳ ποσαχῶς;
Εάν ο πτωχός είναι σοφός και δοξάζεται, πόσον περισσότερον θα δοξασθή όταν αποκτήση και πλούτον; Εάν ο πλούσιος δεν έχεη την δόξαν της σοφίας, πόσον άδοξος θα είναι, όταν καταντήση πτωχός;
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα