ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ Βοὸζ ἀνέβη ἐπὶ τὴν πύλην, καὶ ἐκάθισεν ἐκεῖ, καὶ ἰδοὺ ὁ ἀγχιστεὺς παρεπορεύετο, ὃν ἐλάλησε Βοόζ. καὶ εἶπε πρὸς αὐτὸν Βοόζ· ἐκκλίνας κάθισον ὧδε, κρύφιε. καὶ ἐξέκλινε καὶ ἐκάθισε.
Ο Βοόζ πράγματι επήγεν εις την πύλην της Βηθλεέμ και εκάθησεν εκεί. Και ιδού, διήρχετο από εκεί ο συγγενής της Ρούθ, που είχε περισσότερα δικαιώματα γάμου με αυτήν. Τον εκάλεσεν ο Βοόζ και του είπε· “φίλε, γύρισε προς τα εδώ και κάθησε”. Εκείνος κατηυθύνθη προς τον Βοόζ και εκάθησεν εκεί.
2 καὶ ἔλαβε Βοὸζ δέκα ἄνδρας ἀπὸ τῶν πρεσβυτέρων τῆς πόλεως καὶ εἶπε· καθίσατε ὧδε· καὶ ἐκάθισαν.
Αμέσως ο Βοόζ εκάλεσε δέκα από τους γεροντοτέρους της πόλεως και τους είπε· “καθήσατε και σεις εδώ”. Εκείνοι εκάθησαν.
3 καὶ εἶπε Βοὸζ τῷ ἀγχιστεῖ· τὴν μερίδα τοῦ ἀγροῦ, ἥ ἐστι τοῦ ἀδελφοῦ ἡμῶν τοῦ Ἐλιμέλεχ, ἣ δέδοται Νωεμὶν τῇ ἐπιστρεφούσῃ ἐξ ἀγροῦ Μωάβ,
Είπε δε ο Βοόζ στον συγγενή της Ρούθ· “το μερίδιον του αγρού, το οποίον ανήκεν στον συγγενή μας τον Ελιμέλεχ, έχει δοθή και ευρίσκεται εις την κυριότητα της Νωεμίν, η οποία επέστρεψεν από τους αγρούς της Μωάβ. Αυτό δε έχει εκτεθή προς πώλησιν.
4 κἀγὼ εἶπα· ἀποκαλύψω τὸ οὖς σου λέγων· κτῆσαι ἐναντίον τῶν καθημένων καὶ ἐναντίον τῶν πρεσβυτέρων τοῦ λαοῦ μου· εἰ ἀγχιστεύεις, ἀγχίστευε· εἰ δὲ μὴ ἀγχιστεύεις, ἀνάγγειλόν μοι καὶ γνώσομαι· ὅτι οὐκ ἔστι πάρεξ σοῦ τοῦ ἀγχιστεῦσαι, κἀγώ εἰμι μετὰ σέ. ὁ δὲ εἶπεν· ἐγώ εἰμι, ἀγχιστεύσω.
Εσκέφθηκα λοιπόν και είπα· θα ανακοινώσω εις σε αυτό το ζήτημα προτείνων να αγοράσης αυτόν τον αγρόν επί παρουσία των δέκα τούτων μαρτύρων, που κάθονται κοντά μας και ενώπιον των άλλων πρεσβυτέρων του λαού μου. Εάν λοιπόν, ως στενώτερος συγγενής του Ελιμέλεχ, θέλης να το αγοράσης, αγόρασέ το. Ειπέ το δε και εις εμέ, δια να γνωρίζω. Σου προτείνω αυτά διότι έπειτα από σε εγώ είμαι ο στενώτερος συγγενής του Ελιμέλεχ”. Εκείνος απήντησεν· “εγώ είμαι πράγματι ο στενώτερος συγγενής και εγώ θα αγοράσω το τμήμα αυτό του αγρού”.
5 καὶ εἶπε Βοόζ· ἐν ἡμέρᾳ τοῦ κτήσασθαί σε τὸν ἀγρὸν ἐκ χειρὸς Νωεμὶν καὶ παρὰ Ροὺθ τῆς Μωαβίτιδος γυναικὸς τοῦ τεθνηκότος, καὶ αὐτὴν κτήσασθαί σε δεῖ ὥστε ἀναστῆσαι τὸ ὄνομα τοῦ τεθνηκότος ἐπὶ τῆς κληρονομίας αὐτοῦ.
Ο Βοόζ προσέθεσε· “την ημέραν όμως, κατά την οποίαν θα αγοράσης τον αγρόν από την Νωεμίν και από την Ρουθ την Μωαβίτιδα, σύζυγον του αποθανόντος υιού του Ελιμέλεχ, είσαι υποχρεωμένος να λάβης και ως σύζυγον την Ρούθ, ώστε να αναδείξης κληρονόμους του αποθανόντος και να αναζήση το όνομά του εις την κληρονομίαν”.
6 καὶ εἶπεν ὁ ἀγχιστεύς· οὐ δυνήσομαι ἀγχιστεῦσαι ἐμαυτῷ, μή ποτε διαφθείρω τὴν κληρονομίαν μου· ἀγχίστευσον σεαυτῷ τὴν ἀγχιστείαν μου, ὅτι οὐ δυνήσομαι ἀγχιστεῦσαι.
Ο στενός εκείνος συγγενής είπε τότε· “δεν θα ημπορέσω εγώ να αγοράσω δια λογαριασμόν μου τον αγρόν, μήπως τυχόν και φθείρω την ιδικήν μου κληρονομίαν. Αγόρασε συ αυτήν μου την κληρονομίαν, διότι εγώ δεν θέλω και δεν θα ημπορέσω υπό τοιούτους όρους να την εξαγοράσω”.
7 καὶ τοῦτο τὸ δικαίωμα ἔμπροσθεν ἐν τῷ Ἰσραὴλ ἐπὶ τὴν ἀγχιστείαν καὶ ἐπὶ τὸ ἀντάλλαγμα τοῦ στῆσαι πάντα λόγον, καὶ ὑπελύετο ἀνὴρ τὸ ὑπόδημα αὐτοῦ καὶ ἐδίδου τῷ πλησίον αὐτοῦ τῷ ἀγχιστεύοντι τὴν ἀγχιστείαν αὐτοῦ, καὶ τοῦτο ἦν μαρτύριον ἐν Ἰσραήλ.
Ο δε νομικός όρος, η νομική πράξις, μεταξύ των Ισραηλιτών δια την μεταβίβασιν κυριότητος εις περίπτωσιν αγοράς η ανταλλαγής, ώστε να είναι έγκυρος η συμφωνία, ήτο εξής· Εκείνος, που μετεβίβαζε την κυριότητα του κτήματος, έλυε και αφαιρούσε το υπόδημά του και έδιδεν αυτό εις εκείνον, στον οποίον περιήρχοντο πλέον τα δικαιώματα κτήσεως. Αυτό το σύμβολον ήτο επίσημος μαρτυρία της γενομένης πράξεως.
8 καὶ εἶπεν ὁ ἀγχιστεὺς τῷ Βοόζ· κτῆσαι σεαυτῷ τὴν ἀγχιστείαν μου· καὶ ὑπελύσατο τὸ ὑπόδημα αὐτοῦ καὶ ἔδωκεν αὐτῷ.
Ο έχων, λοιπόν, τα πρώτα δικαιώματα της αγοράς είπεν στον Βοόζ· “αγόρασε συ δια λογαριασμόν σου το κτήμα τούτο”. Ελυσε δε αμέσως το υπόδημά του και το παρέδωσεν στον Βοόζ.
9 καὶ εἶπε Βοὸζ τοῖς πρεσβυτέροις καὶ παντὶ τῷ λαῷ· μάρτυρες ὑμεῖς σήμερον, ὅτι κέκτημαι πάντα τὰ τοῦ Ἐλιμέλεχ καὶ πάντα, ὅσα ὑπάρχει τῷ Χελαιὼν καὶ τῷ Μααλὼν ἐκ χειρὸς Νωεμίν·
Είπε τότε ο Βοόζ στους γεροντοτέρους και εις όλους όσοι έτυχε να ευρεθούν εκεί· “όλοι σεις είσθε σήμερα μάρτυρες ότι εγώ αγοράζω από τα χέρια της Νωεμίν όλα όσα ανήκουν στον Ελιμέλεχ, επομένως και όλα όσα ανήκον στους δύο υιούς του τον Χελαιών και Μααλών.
10 καί γε Ροὺθ τὴν Μωαβῖτιν τὴν γυναῖκα Μααλὼν κέκτημαι ἐμαυτῷ εἰς γυναῖκα τοῦ ἀναστῆσαι τὸ ὄνομα τοῦ τεθνηκότος ἐπὶ τῆς κληρονομίας αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἐξολοθρευθήσεται τὸ ὄνομα τοῦ τεθνηκότος ἐκ τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ καὶ ἐκ τῆς φυλῆς λαοῦ αὐτοῦ· μάρτυρες ὑμεῖς σήμερον.
Επί πλέον λαμβάνω ως σύζυγόν μου την Ρούθ, την Μωαβίτιδα, σύζυγον του αποθανόντος Μααλών, δια να αναζήση το όνομα του αποθανόντος επί της κληρονομίας του. Ετσι δε δεν θα χαθή το όνομά του μεταξύ των συγγενών του και της φυλής του λαού του. Σεις είσθε σήμερον μάρτυρες”.
11 καὶ εἴποσαν πᾶς ὁ λαὸς οἱ ἐν τῇ πύλῃ· μάρτυρες. καὶ οἱ πρεσβύτεροι εἴποσαν· δῴη Κύριος τὴν γυναῖκά σου τὴν εἰσπορευομένην εἰς τὸν οἶκόν σου ὡς Ραχὴλ καὶ ὡς Λείαν, αἳ ᾠκοδόμησαν ἀμφότεροι τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραὴλ καὶ ἐποίησαν δύναμιν ἐν Ἐφραθά, καὶ ἔσται ὄνομα ἐν Βηθλεέμ·
Ολος ο λαός που ευρίσκετο εις την πύλην, απήντησαν· “ναι, είμεθα μάρτυρες”. Οι δε πρεσβύτεροι προσέθεσαν· “είθε ο Κυριος να αξιώση την γυναίκα σου, η οποία σήμερον εισέρχεται στον οίκον σου, να ομοιάση με την Ραχήλ και την Λείαν, αι οποίαι με τα γεννηθέντα από αυτάς τέκνα εδημιούργησαν το μεγάλο έθνος του Ισραήλ και απέκτησαν τιμήν και δύναμιν εις την Εφραθά και όνομα εις την Βηθλεέμ.
12 καὶ γένοιτο ὁ οἶκός σου ὡς ὁ οἶκος Φαρές, ὃν ἔτεκε Θάμαρ τῷ Ἰούδᾳ, ἐκ τοῦ σπέρματος οὗ δώσει Κύριός σοι ἐκ τῆς παιδίσκης ταύτης.
Ευχόμεθα επίσης να αναδειχθή η οικογένειά σου ωσάν την οικογένειαν του Φαρές, τον οποίον εγέννησεν η Θαμαρ δια του Ιούδα, να αναδειχθή δια του απογόνου, τον οποίον θα δώση εις σε αυτή η δούλη σου, η Ρούθ”.
13 καὶ ἔλαβε Βοὸζ τὴν Ρούθ, καὶ ἐγενήθη αὐτῷ εἰς γυναῖκα, καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτήν, καὶ ἔδωκεν αὐτῇ Κύριος κύησιν, καὶ ἔτεκεν υἱόν.
Ενυμφεύθη λοιπόν ο Βοόζ την Ρούθ, έλαβεν αυτήν ως σύζυγόν τοθυ και ήλθεν εις συνάφειαν με αυτήν. Ο δε Κυριος την ηυλόγησεν, ώστε να συλλάβη και να γεννήση υιόν.
14 καὶ εἶπαν αἱ γυναῖκες πρὸς Νωεμίν· εὐλογητὸς Κύριος, ὃς οὐ κατέλυσέ σοι σήμερον τὸν ἀγχιστέα, καὶ καλέσαι τὸ ὄνομά σου ἐν Ἰσραήλ,
Αι δε γυναίκες της Βηθλεέμ έλεγαν με συγκίνησιν εις την Νωεμίν· “ας είναι δοξασμένος ο Κυριος, ο οποίος δεν σε αφήκε σήμερον χωρίς στενόν συγγενή σου και έτσι θα συνεχισθή και θα δοξασθή το όνομά σου μεταξύ των Ισραηλιτών.
15 καὶ ἔσται σοι εἰς ἐπιστρέφοντα ψυχὴν καὶ τοῦ διαθρέψαι τὴν πολιάν σου, ὅτι ἡ νύμφη ἡ ἀγαπήσασά σε ἔτεκεν αὐτόν, ἥ ἐστιν ἀγαθή σοι ὑπὲρ ἑπτὰ υἱούς.
Θα ανακουφίση δε την ψυχήν σου, θα είναι τροφή και στήριγμα εις τα γηρατεία σου, διότι η νύμφη σου, η οποία τόσον πολύ σε ηγάπησεν, εγέννησεν αυτόν τον υιόν, και η οποία δια τούτο αξίζει περισσότερον από επτά υιούς”.
16 καὶ ἔλαβε Νωεμὶν τὸ παιδίον καὶ ἔθηκεν εἰς τὸν κόλπον αὐτῆς καὶ ἐγενήθη αὐτῷ εἰς τιθηνόν.
Επήρεν η Νωεμίν το παιδί της Ρούθ, το έθεσεν εις την αγκάλην της και ανέλαβεν αυτή να το αναθρέψη.
17 καὶ ἐκάλεσαν αὐτοῦ αἱ γείτονες ὄνομα λέγουσαι· ἐτέχθη υἱὸς τῇ Νωεμίν· καὶ ἐκάλεσαν τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ὠβήδ· οὗτος πατὴρ Ἰεσσαὶ πατρὸς Δαυίδ.
Αι γειτόνισσαι έδωσαν εις αυτό όνομα λέγουσαι· “εγεννήθη παιδί εις την Νωεμίν”. Ωνόμασαν αυτό Ωβήδ. Αυτός είναι ο πατήρ του Ιεσσαί, πατρός του Δαυΐδ.
18 καὶ αὗται αἱ γενέσεις Φαρές· Φαρὲς ἐγέννησε τὸν Ἐσρώμ,
Αυτοί δε είναι οι απόγονοι του Φαρές· ο Φαρές εγέννησε τον Εσρώμ,
19 Ἐσρὼμ δὲ ἐγέννησε τὸν Ἀράν, καὶ Ἀρὰν ἐγέννησε τὸν Ἀμιναδάβ,
ο Εσρώμ δε εγέννησε τον Αράν, ο Αράν εγέννησε τον Αμιναδάβ,
20 καὶ Ἀμιναδὰβ ἐγέννησε τὸν Ναασσών, καὶ Ναασσὼν ἐγέννησε τὸν Σαλμάν,
Ο Αμιναδάβ εγέννησε τον Ναασών, ο Ναασών εγέννησε τον Σαλμάν
21 καὶ Σαλμὰν ἐγέννησε τὸν Βοόζ, καὶ Βοὸζ ἐγέννησε τὸν Ὠβήδ,
ο Σαλμάν εγέννησε τον Βοόζ, ο Βοόζ εγέννησε τον Ωβήδ,
22 καὶ Ὠβὴδ ἐγέννησε τὸν Ἰεσσαί, καὶ Ἰεσσαὶ ἐγέννησε τὸν Δαυίδ.
ο Ωδήδ εγέννησε τον Ιεσσαί και ο Ιεσσαί εγέννησε τον Δαυΐδ.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα