ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ τῇ Νωεμὶν ἀνὴρ γνώριμος τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς· ὁ δὲ ἀνὴρ δυνατὸς ἰσχύϊ ἐκ τῆς συγγενείας Ἐλιμέλεχ, καὶ ὄνομα αὐτῷ Βοόζ.
Εις την Νωεμίν ήτο γνωστός ένας ανήρ, συγγενής του ανδρός της. Αυτός δε ο ανήρ ήτο πλούσιος και επίσημος, κατήγετο από την οικογένειαν του Ελιμέλεχ του ανδρός της, και ωνομάζετο Βοόζ.
2 καὶ εἶπε Ροὺθ ἡ Μωαβῖτις πρὸς Νωεμίν· πορευθῶ δὴ εἰς ἀγρὸν καὶ συνάξω ἐν τοῖς στάχυσι κατόπισθεν οὗ ἐὰν εὕρω χάριν ἐν ὀφθαλμοῖς αὐτοῦ. εἶπε δὲ αὐτῇ· πορεύου, θύγατερ.
Η Ρούθ η Μωαβίτις είπε προς την Νωεμίν· “να μεταβώ λοιπόν εις αγρόν να μαζέψω στάχυα όπισθεν εκείνου, ο οποίος θα μου κάμη αυτήν την χάριν και την καλωσύνην;” Η Νωεμίν είπε προς αυτήν· “πήγαινε, κόρη μου”.
3 καὶ ἐπορεύθη καὶ ἐλθοῦσα συνέλεξεν ἐν τῷ ἀγρῷ κατόπισθεν τῶν θεριζόντων· καὶ περιέπεσε περιπτώματι τῇ μερίδι τοῦ ἀγροῦ Βοὸζ τοῦ ἐκ τῆς συγγενείας Ἐλιμέλεχ.
Η Ρούθ επήγεν, ήλθεν εις κάποιον αγρόν και εμάζευε στάχυα πίσω από τους θεριστάς. Κατά αγαθήν δε σύμπτωσιν συνέβη να έλθη εις αγρόν, ο οποίος ανήκεν στον Βοόζ, τον καταγόμενον από την οικογένειαν του Ελιμέλεχ.
4 καὶ ἰδοὺ Βοὸζ ἦλθεν ἐκ Βηθλεὲμ καὶ εἶπε τοῖς θερίζουσι· Κύριος μεθ᾿ ὑμῶν· καὶ εἶπον αὐτῷ· εὐλογήσαι σε Κύριος.
Και ιδού εις κάποιον ώραν ήλθεν από την Βηθλεέμ ο Βοόζ και είπε προς τους θεριστάς· “ο Κυριος μαζή σας”. Εκείνοι δε του απήντησαν· “είθε να σε ευλογήση ο Κυριος”.
5 καὶ εἶπε Βοὸζ τῷ παιδαρίῳ αὐτοῦ τῷ ἐφεστῶτι ἐπὶ τοὺς θερίζοντας· τίνος ἡ νεᾶνις αὕτη;
Είπε δε ο Βοόζ στον νεαρόν δούλον του, ο οποίος ήτο επιστάτης στους θεριστάς· “τίνος είναι αυτή η νεαρά γυνή;”
6 καὶ ἀπεκρίθη τὸ παιδάριον τὸ ἐφεστὼς ἐπὶ τοὺς θερίζοντας καὶ εἶπεν· ἡ παῖς ἡ Μωαβῖτίς ἐστιν ἡ ἀποστραφεῖσα μετὰ Νωεμὶν ἐξ ἀγροῦ Μωὰβ
Ο νεαρός δούλος, ο επιστάτης των θεριστών, είπε προς αυτόν· “αυτή είναι Μωαβίτις, η οποία επέστρεψε μαζή με την Νωεμίν από τους αγρούς της Μωάβ.
7 καὶ εἶπε· συλλέξω δὴ καὶ συνάξω ἐν τοῖς δράγμασιν ὄπισθεν τῶν θεριζόντων· καὶ ἦλθε καὶ ἔστη ἀπὸ πρωΐθεν καὶ ἕως ἑσπέρας, οὐ κατέπαυσεν ἐν τῷ ἀγρῷ μικρόν.
Με παρεκάλεσε δε και μου είπε· Δος μου την άδειαν να μαζέψω και να συγκεντρώσω μερικά στάχυα μεταξύ των δεματιών πίσω από τους θεριστάς. Ηλθε και από το πρωί έως το βράδυ δεν εσταμάτησεν ούτε επ' ολίγον να μαζεύη στάχυα στο χωράφι”.
8 καὶ εἶπε Βοὸζ πρὸς Ρούθ· οὐκ ἤκουσας, θύγατερ; μὴ πορευθῇς ἐν ἀγρῷ συλλέξαι ἑτέρῳ, καὶ σὺ οὐ πορεύσῃ ἐντεῦθεν· ὧδε κολλήθητι μετὰ τῶν κορασίων μου·
Ο Βοόζ εκάλεσε την Ρούθ και της είπεν· “δεν άκουσες, κόρη μου, τι είπα στον επιστάτην μου; Να μην πας εις άλλον αγρόν, δια να μαζέψης στάχυα και να μη απομακρυνθής από εδώ. Προσκολλήσου εδώ μαζή με τας υπηρετρίας μου.
9 οἱ ὀφθαλμοί σου εἰς τὸν ἀγρόν, οὗ ἐὰν θερίζωσι, καὶ πορεύσῃ κατόπισθεν αὐτῶν· ἰδοὺ ἐνετειλάμην τοῖς παιδαρίοις τοῦ μὴ ἅψαισθαί σου· καὶ ὅτε διψήσεις καὶ πορευθήσῃ εἰς τὰ σκεύη καὶ πίεσαι ὅθεν ἐὰν ὑδρεύωνται τὰ παιδάρια.
Κυτταξε ποιός είναι ο αγρός στον οποίον οι θερισταί μου θερίζουν, και πήγαινε πίσω από αυτούς, δια να μαζεύης στάχυα. Ιδού εγώ έδωσα εντολήν στους υπηρέτας μου, να μη σε πειράξη κανείς. Οταν διψήσης θα πας εις τα δοχεία του ύδατος και θα πιής από εκεί, όπου πίνουν και οι δούλοι μου”.
10 καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτῆς καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· τί ὅτι εὗρον χάριν ἐν ὀφθαλμοῖς σου τοῦ ἐπιγνῶναί με, καὶ ἐγώ εἰμι ξένη;
Επεσεν εκείνη με το πρόσωπον κατά γης, προσεκύνησεν αυτόν μέχρις εδάφους και του είπε· “πως συνέβη, ώστε εγώ μία ξένη γυναίκα να εύρω χάριν ενώπιόν σου και με τόσην ευμένειαν να ενδιαφερθής δι' εμέ;”
11 καὶ ἀπεκρίθη Βοὸζ καὶ εἶπεν αὐτῇ· ἀπαγγελίᾳ ἀπηγγέλη μοι ὅσα πεποίηκας μετὰ τῆς πενθερᾶς σου μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν ἄνδρα σου καὶ πῶς κατέλιπες τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου καὶ τὴν γῆν γενέσεώς σου καὶ ἐπορεύθης πρὸς λαόν, ὃν οὐκ ᾔδεις ἐχθὲς καὶ τρίτης·
Ο Βοόζ της απήντησεν· “επληροφορήθην λεπτομερώς, πόσον καλά εφέρθης απέναντι της πενθεράς σου, όταν απέθανεν ο άνδρας σου, και πως χάριν αυτής εγκατέλειψες τον πατέρα σου και την μητέρα σου, τον τόπον όπου εγεννήθης και επορεύθης προς ένα λαόν, τον οποίον προηγουμένως δεν είχες γνωρίσει.
12 ἀποτίσαι Κύριος τὴν ἐργασίαν σου καὶ γένοιτο ὁ μισθός σου πλήρης παρὰ Κυρίου Θεοῦ Ἰσραήλ, πρὸς ὃν ἦλθες πεποιθέναι ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ.
Εύχομαι να βραβεύση ο Κυριος αυτό το έργον σου, πλούσιος να είναι ο μισθός σου εκ μέρους Κυρίου του Θεού του Ισραήλ, προς τον οποίον ήλθες δια να τεθής με πίστιν κάτω από τας προστατευτικάς του πτέρυγας”.
13 ἡ δὲ εἶπεν· εὕροιμι χάριν ἐν ὀφθαλμοῖς σου, κύριε, ὅτι παρεκάλεσάς με καὶ ὅτι ἐλάλησας ἐπὶ καρδίαν τῆς δούλης σου, καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἔσομαι ὡς μία τῶν παιδισκῶν σου.
Η δε Ρούθ είπεν· “είθε να είμαι πάντοτε υπό την ευμένειάν σου αυτήν, κύριε, διότι με παρηγόρησες και ωμίλησες εις την καρδίαν της δούλης σου. Και ιδού εγώ θα είμαι μία από τας δούλας σου”.
14 καὶ εἶπεν αὐτῇ Βοόζ· ἤδη ὥρα τοῦ φαγεῖν, πρόσελθε ὧδε καὶ φάγεσαι τῶν ἄρτων καὶ βάψεις τὸν ψωμόν σου ἐν τῷ ὄξει. καὶ ἐκάθισε Ροὺθ ἐκ πλαγίων τῶν θεριζόντων, καὶ ἐβούνισεν αὐτῇ Βοὸζ ἄλφιτον, καὶ ἔφαγε καὶ ἐνεπλήσθη καὶ κατέλιπε.
Ο Βοόζ κατόπιν της είπεν· “είναι τώρα ώρα φαγητού. Πλησίασε εδώ να φάγης άρτον και να βουτήξης το κομμάτι του άρτου στο ξύδι”. Η Ρουθ εκάθισε κοντά στους θεριστάς, ο δε Βοόζ εσώρευσεν εις αυτήν άρτον από αποφλοιωμένην κριθήν. Η Ρούθ έφαγεν, εχόρτασε και αφήκε περίσσευμα.
15 καὶ ἀνέστη τοῦ συλλέγειν, καὶ ἐνετείλατο Βοὸζ τοῖς παιδαρίοις αὐτοῦ λέγων· καί γε ἀνὰ μέσον τῶν δραγμάτων συλλεγέτω, καὶ μὴ καταισχύνητε αὐτήν·
Κατόπιν δε ηγέρθη και ήρχισε να συλλέγη στάχυα. Ο Βοόζ έδωσεν εντολήν στους δούλους του και είπεν· “η Ρούθ ας μαζεύη στάχυα ανάμεσα ακόμη και από τα δεμάτια· να μη την διώξετε και την εντροπιάσετε.
16 καὶ βαστάζοντες βαστάσατε αὐτῇ καί γε παραβάλλοντες παραβαλεῖτε αὐτῇ ἐκ τῶν βεβουνισμένων· καὶ φάγεται καὶ συλλέξει, καὶ οὐκ ἐπιτιμήσετε αὐτῇ.
Ακόμη δε από τα δεμάτια, που μεταφέρετε, αφήσατε να πίπτουν στάχυα χάριν αυτής και από τα συσσωρευμένα δεμάτια ρίψατε ακόμη μερικά. Αυτή δε θα έχη το δικαίωμα να τα συλλέξη δια την διατροφήν της, χωρίς κανείς από σας να της κάμη παρατήρησιν”.
17 καὶ συνέλεξεν ἐν τῷ ἀγρῷ ἕως ἑσπέρας· καὶ ἐρράβδισεν ἃ συνέλεξε, καὶ ἐγενήθη ὡς οἰφὶ κριθῶν.
Η Ρούθ συνέλεξεν στον αγρόν στάχυα μέχρι της εσπέρας οπότε και τα ερράβδισε. Το προϊόν από τα συγκεντρωθέντα στάχυα της κριθής ένα οιφί (είκοσι περίπου κιλά).
18 καὶ ᾖρε καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ εἶδεν ἡ πενθερὰ αὐτῆς ἃ συνέλεξε, καὶ ἐξενέγκασα Ροὺθ ἔδωκεν αὐτῇ ἃ κατέλιπεν, ἐξ ὧν ἐνεπλήσθη.
Επήρε τα φορτίον της αυτό και μετέβη εις την πόλιν προς την πενθεράν της, η οποία και είδεν όλον αυτό, που είχε συλλέξει η Ρούθ. Η Ρούθ παρουσίασε και έδωκεν εις την πενθεράν της και το φαγητόν που της επερίσσευσεν αφού αυτή είχε χορτάσει.
19 καὶ εἶπεν αὐτῇ ἡ πενθερὰ αὐτῆς· ποῦ συνέλεξας σήμερον καὶ ποῦ ἐποίησας; εἴη ὁ ἐπιγνούς σε εὐλογημένος. καὶ ἀνήγγειλε Ροὺθ τῇ πενθερᾷ αὐτῆς ποῦ ἐποίησε, καὶ εἶπε· τὸ ὄνομα τοῦ ἀνδρός, μεθ᾿ οὗ ἐποίησα σήμερον, Βοόζ.
Η πενθερά της την ερώτησε· “που εσταχυολόγησες σήμερον, που εμάζευσες αυτήν την κριθήν; Ας είναι ευλογημένος εκείνος, ο οποίος εφρόντισε δια σέ”. Η Ρουθ ανήγγειλεν εις την πενθεράν της, που εσταχυολόγησε και προσέθεσεν· “ο ανήρ, στον αγρόν του οποίου σήμερον ειργάσθην, ονομάζεται Βοόζ”.
20 εἶπε δὲ Νωεμὶν τῇ νύμφῃ αὐτῆς· εὐλογητός ἐστι τῷ Κυρίῳ, ὅτι οὐκ ἐγκατέλιπε τὸ ἔλεος αὐτοῦ μετὰ τῶν ζώντων καὶ μετὰ τῶν τεθνηκότων. καὶ εἶπεν αὐτῇ Νωεμίν· ἐγγίζει ἡμῖν ὁ ἀνήρ, ἐκ τῶν ἀγχιστευόντων ἡμῖν ἐστι.
Η δε Νωεμίν είπε προς την νύμφην της· “είναι άξιος των ευλογιών του Κυρίου ο άνθρωπος αυτός, διότι έδειξε καλωσύνην και ευμένειαν και προς ημάς, που ζώμεν, και προς τους οικείους μας, οι οποίοι έχουν αποθάνει”. Και προσέθεσεν ακόμη η Νωεμίν· “με τον άνθρωπον αυτόν συγγενεύομεν· είναι μάλιστα από τους στενούς συγγενείς μας”.
21 καὶ εἶπε Ροὺθ πρὸς τὴν πενθερὰν αὐτῆς· καί γε ὅτι εἶπε πρός με· μετὰ τῶν κορασίων τῶν ἐμῶν προσκολλήθητι ἕως ἂν τελέσωσιν ὅλον τὸν ἀμητόν, ὃς ὑπάρχει μοι.
Είπεν η Ρουθ προς την πενθεράν της· “μου είπεν ακόμη αυτός ο άνθρωπος· Να πηγαίνης μαζή με τας υπηρετρίας μου, μέχρις ότου τελειώση όλος ο θερισμός, που υπάρχει στους αγρούς μου”.
22 καὶ εἶπε Νωεμὶν πρὸς Ροὺθ τὴν νύμφην αὐτῆς· ἀγαθόν, θύγατερ, ὅτι ἐξῆλθες μετὰ τῶν κορασίων αὐτοῦ, καὶ οὐκ ἀπαντήσονταί σοι ἐν ἀγρῷ ἑτέρῳ.
Η Νωεμίν είπε προς την Ρουθ την νύμφην της· “είναι καλόν, κόρη μου, ότι εξέρχεσαι εις σταχυολογίαν με τας υπηρετρίας του ανθρώπου αυτού, και έτσι δεν υπάρχει φόβος μεταβαίνουσα εις άλλον αγρόν να σε συναντήσουν και σε κακομεταχειρισθούν άλλοι”.
23 καὶ προσεκολλήθη Ροὺθ τοῖς κορασίοις τοῦ Βοὸζ τοῦ συλλέγειν ἕως τοῦ συντελέσαι τὸν θερισμὸν τῶν κριθῶν καὶ τῶν πυρῶν.
Η Ρούθ ενετάχθη εις την ομάδα των κορασίων του Βοόζ, ώστε να συλλέγη στάχυα κριθής και σίτου μέχρι πέρατος του θερισμού.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα