ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·
2 πρόσταξον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐξαποστειλάτωσαν ἐκ τῆς παρεμβολῆς πάντα λεπρὸν καὶ πάντα γονορρυῆ καὶ πάντα ἀκάθαρτον ἐπὶ ψυχῇ·
“διάταξέ τους Ισραηλίτας να απομακρύνουν έξω από την κατασκήνωσίν των κάθε λεπρόν, κάθε γονορρυή και καθένα, ο οποίος εμιάνθη διότι ήγγισε νεκρόν.
3 ἀπὸ ἀρσενικοῦ ἕως θηλυκοῦ ἐξαποστείλατε ἔξω τῆς παρεμβολῆς, καὶ οὐ μὴ μιανοῦσι τὰς παρεμβολὰς αὐτῶν, ἐν οἷς ἐγὼ καταγίνομαι ἐν αὐτοῖς.
Καθε ακάθαρτον, είτε άρρην είτε θήλυς είναι, απομακρύνατε έξω από το στρατόπεδον, δια να μη μολύνουν τους τόπους τούτους των κατασκηνώσεων, στους οποίους εγώ παρίσταμαι”.
4 καὶ ἐποίησαν οὕτως οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ καὶ ἐξαπέστειλαν αὐτοὺς ἔξω τῆς παρεμβολῆς· καθὰ ἐλάλησε Κύριος Μωυσῇ, οὕτως ἐποίησαν οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ.
Οι Ισραηλίται έκαμαν, όπως διέταξεν ο Θεός, και απεμάκρυναν τους ακαθάρτους έξω από το στρατόπεδον. Οπως έδωσεν εντολήν ο Κυριος στον Μωϋσήν, έτσι έκαμαν οι Ισραηλίται.
5 καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Ωμιλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν λέγων·
6 λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λέγων· ἀνὴρ ἢ γυνή, ὅς τις ἂν ποιήσῃ ἀπὸ πασῶν τῶν ἁμαρτιῶν τῶν ἀνθρωπίνων, καὶ παριδὼν παρίδῃ καὶ πλημμελήσῃ ἡ ψυχὴ ἐκείνη,
“ειπέ προς τους Ισραηλίτας τα εξής· Εάν ανήρ η γυνή διαπράξουν κάποιο εκ των ανθρωπίνων αμαρτημάτων και ζημιώσουν τον πλησίον των και δια λόγους αγνοίας η αμελείας καταπατήσουν ούτω τον θείον νόμον και αμαρτήσουν, είναι υπεύθυνοι ενώπιον του Θεού.
7 ἐξαγορεύσει τὴν ἁμαρτίαν, ἣν ἐποίησε, καὶ ἀποδώσει τὴν πλημμέλειαν τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἐπίπεμπτον αὐτοῦ προσθήσει ἐπ' αὐτό, καὶ ἀποδώσει, τίνι ἐπλημμέλησεν αὐτῷ.
Ο αμαρτήσας θα ομολογήση προς εξιλέωσίν του την αμαρτίαν, την οποίαν έκαμε, θα πληρώση στον αδικηθέντα την ζημίαν εξ ολοκλήρου και θα δώση επί πλέον και το εν πέμπτον της αξίας.
8 ἐὰν δὲ μὴ ᾖ τῷ ἀνθρώπῳ ὁ ἀγχιστεύων, ὥστε ἀποδοῦναι αὐτῷ τὸ πλημμέλημα πρὸς αὐτόν, τὸ πλημμέλημα τὸ ἀποδιδόμενον Κυρίῳ τῷ ἱερεῖ ἔσται, πλὴν τοῦ κριοῦ τοῦ ἱλασμοῦ, δι' οὗ ἐξιλάσεται ἐν αὐτῷ περὶ αὐτοῦ.
Εάν όμως δεν υπάρχη ούτε ο ζημιωθείς ούτε άλλος τις συγγενής του, στον οποίον να καταβληθή η αποζημίωσις, τότε αυτή θα δοθή στον Κυριον και θα ανήκη στον ιερέα, στον οποίον επίσης θα ανήκη και ο εξιλαστήριος κριός, δια του οποίου θα εξιλεωθή από την αμαρτίαν του ο διαπράξας την αδικίαν.
9 καὶ πᾶσα ἀπαρχὴ κατὰ πάντα τὰ ἁγιαζόμενα ἐν υἱοῖς Ἰσραήλ, ὅσα ἐὰν προσφέρωσι Κυρίῳ, τῷ ἱερεῖ αὐτῷ ἔσται.
Ολα τα πρωτόλεια, οι πρώτοι ώριμοι καρποί, που θα προσφέρουν οι Ισραηλίται στον Κυριον, θα ανήκουν στον ιερέα.
10 καὶ ἑκάστου τὰ ἡγιασμένα αὐτοῦ ἔσται· καὶ ἀνήρ, ὃς ἂν δῷ τῷ ἱερεῖ, αὐτῷ ἔσται.
Και ο,τι άλλο οιοσδήποτε από τους Ισραηλίτας προσφέρει στον ναόν, θα ανήκη στον ιερέα. Και γενικώς στον ιερέα θα ανήκη ο,τι θα δώση κανείς εις αυτόν δι' οιανδήποτε αιτίαν”.
11 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν λέγων·
12 λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ἀνδρὸς ἀνδρός, ἐὰν παραβῇ ἡ γυνὴ αὐτοῦ, καὶ ὑπεριδοῦσα παρίδῃ αὐτὸν
“λάλησον και ειπέ στους Ισραηλίτας· εάν μία ύπανδρος γυνή καταφρονήση τον άνδρα της, καταπατήση την συζυγικήν πίστιν
13 καὶ κοιμηθῇ τις μετ' αὐτῆς κοίτην σπέρματος, καὶ λάθῃ ἐξ ὀφθαλμῶν τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς καὶ κρύψῃ, αὐτὴ δὲ ᾖ μεμιασμένη καὶ μάρτυς μὴ ἦν μετ' αὐτῆς, καὶ αὐτὴ μὴ ᾖ συνειλημμένη,
και κοιμηθή με άλλον εις διάπραξιν αμαρτίας και διαφύγη την αντίληψιν του ανδρός της, κρύψη δε η ιδία το αμάρτημά της, είναι αυτή οπωσδήποτε μολυσμένη, έστω και αν δεν συνελήφθη επ' αυτοφώρω.
14 καὶ ἐπέλθῃ αὐτῷ πνεῦμα ζηλώσεως καὶ ζηλώσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, αὐτὴ δὲ μεμίανται, ἢ ἐπέλθῃ αὐτῷ πνεῦμα ζηλώσεως καὶ ζηλώσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, αὐτὴ δὲ μὴ ᾖ μεμιασμένη,
Εάν ο σύζυγός της την υποψιασθή και την ζηλοτυπήση όχι αδίκως, διότι αυτή έχει ήδη μολυνθή, εάν ακόμη κάποιος σύζυγος εις περίπτωσιν κατά την οποίαν η σύζυγός του δεν έχει μολυνθή, υποψιασθή αυτήν αδίκως και την ζηλοτυπήση, εις τας περιπτώσεις αυτάς
15 καὶ ἄξει ὁ ἄνθρωπος τὴν γυναῖκα αὐτοῦ πρὸς τὸν ἱερέα καὶ προσοίσει τὸ δῶρον περὶ αὐτῆς, τὸ δέκατον τοῦ οἰφὶ ἄλευρον κρίθινον, οὐκ ἐπιχεεῖ ἐπ' αὐτὸ ἔλαιον, οὐδὲ ἐπιθήσει ἐπ' αὐτὸ λίβανον· ἔστι γὰρ θυσία ζηλοτυπίας, θυσία μνημοσύνου, ἀναμιμνήσκουσα ἁμαρτίαν.
ο σύζυγος αυτός θα οδηγήση την σύζυγόν του εις τον ιερέα, θα προσφέρη το δώρον του δι' αυτήν, θα προσφέρη εν δέκατον του οιφί (δύο περίπου χιλιόγραμμα) αλεύρι κρίθινον, χωρίς να χύση επάνω εις αυτό έλαιον και χωρίς να θέση επάνω εις αυτό λιβάνι, διότι πρόκειται περί θυσίας ζηλοτυπίας, θυσίας η οποία υπενθυμίζει αμαρτίαν καταπατήσεως συζυγικής πίστεως.
16 καὶ προσάξει αὐτὴν ὁ ἱερεὺς καὶ στήσει αὐτὴν ἔναντι Κυρίου,
Ο ιερεύς θα οδηγήση και θα στήση αυτήν ορθίαν ενώπιον της Σκηνής του Κυρίου,
17 καὶ λήψεται ὁ ἱερεὺς ὕδωρ καθαρὸν ζῶν ἐν ἀγγείῳ ὀστρακίνῳ καὶ τῆς γῆς τῆς οὔσης ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου, καὶ λαβὼν ὁ ἱερεὺς ἐμβαλεῖ εἰς τὸ ὕδωρ.
θα λάβη ύδωρ καθαρόν από πηγήν μέσα εις πήλινον δοχείον, θα πάρη χώμα από το έδαφος, όπου ευρίσκεται η Σκηνή του Μαρτυρίου, το οποίον θα ρίψη μέσα στο δοχείον του ύδατος.
18 καὶ στήσει ὁ ἱερεὺς τὴν γυναῖκα ἔναντι Κυρίου καὶ ἀποκαλύψει τὴν κεφαλὴν τῆς γυναικὸς καὶ δώσει ἐπὶ τὰς χεῖρας αὐτῆς τὴν θυσίαν τοῦ μνημοσύνου, τὴν θυσίαν τῆς ζηλοτυπίας, ἐν δὲ τῇ χειρὶ τοῦ ἱερέως ἔσται τὸ ὕδωρ τοῦ ἐλεγμοῦ τοῦ ἐπικαταρωμένου τούτου.
Ο ιερεύς θα τοποθετήση την γυναίκα ενώπιον της Σκηνής του Κυρίου, θα ξεσκεπάση την κεφαλήν της και θα δώση εις τα χέρια της την θυσίαν, που υπενθυμίζει την αμαρτίαν της, την θυσίαν της ζηλοτυπίας. Ο δε ιερεύς θα κρατή εις τα χέρια του το νερό, δια της κατάρας του οποίου θα εξακριβωθή η αθωότης η ενοχή της γυναικός.
19 καὶ ὁρκιεῖ αὐτὴν ὁ ἱερεύς, καὶ ἐρεῖ τῇ γυναικί· εἰ μὴ κεκοίμηταί τις μετὰ σοῦ, εἰ μὴ παραβέβηκας μιανθῆναι ὑπὸ τὸν ἄνδρα τὸν σεαυτῆς, ἀθῴα ἴσθι ἀπὸ τοῦ ὕδατος τοῦ ἐλεγμοῦ τοῦ ἐπικαταρωμένου τούτου·
Θα ορκίση αυτήν ο ιερεύς και θα της είπη· Εάν δεν εκοιμήθη κανείς ανήρ μετά σου, εάν δεν κατεπάτησες την συζυγικήν πίστιν του ανδρός σου, ώστε να μολυνθής, θα είσαι ανέπαφος από, το κατηραμένον αυτό ύδωρ του ελεγμού.
20 εἰ δὲ σὺ παραβέβηκας ὕπανδρος οὖσα, ἢ μεμίανσαι καὶ ἔδωκέ τις τὴν κοίτην αὐτοῦ ἐν σοί, πλὴν τοῦ ἀνδρός σου·
Εάν όμως συ εξ εαυτής παρέβης την συζυγικήν πίστιν, καίτοι είσαι ύπανδρος, η οπωσδήποτε υπεχώρησες και εμολύνθης από άλλον άνδρα, που δεν είναι ιδικός σου, θα σε υποβάλω στον όρκον του ελεγμού.
21 καὶ ὁρκιεῖ ὁ ἱερεὺς τὴν γυναῖκα ἐν τοῖς ὅρκοις τῆς ἀρᾶς ταύτης, καὶ ἐρεῖ ὁ ἱερεὺς τῇ γυναικί· δῴη σε Κύριος ἐν ἀρᾷ καὶ ἐνόρκιον ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ σου, ἐν τῷ δοῦναι Κύριον τὸν μηρόν σου διαπεπτωκότα, καὶ τὴν κοιλίαν σου πεπρησμένην,
Θα ορκίση ο ιερεύς την γυναίκα αυτήν με τους όρκους της κατάρας και θα της είπη· Ο Κυριος να σε καταρασθή, να σε καταστήση αποκρουστικόν παράδειγμα κατηραμένου ανθρώπου εν μέσω του λαού σου, να σαπίση και πέση ο μηρός σου, να πρησθή η κοιλία σου,
22 καὶ εἰσελεύσεται τὸ ὕδωρ τὸ ἐπικαταρώμενον τοῦτο εἰς τὴν κοιλίαν σου πρῆσαι γαστέρα καὶ διαπεσεῖν μηρόν σου. καὶ ἐρεῖ ἡ γυνή· γένοιτο, γένοιτο.
να εισέλθη το ύδωρ τούτο της κατάρας εις την κοιλίαν σου, ώστε αυτή να πρησθή και να πέση σάπιος ο μηρός σου”. Η γυνή θα απαντήση· “Γένοιτο, γένοιτο”.
23 καὶ γράψει ὁ ἱερεὺς τὰς ἀρὰς ταύτας εἰς βιβλίον, καὶ ἐξαλείψει εἰς τὸ ὕδωρ τοῦ ἐλεγμοῦ τοῦ ἐπικαταρωμένου.
Ο ιερεύς θα γράψη εις ένα χαρτί τας κατάρας αυτάς, τας οποίας θα σβήση βυθίζων το χαρτί στο κατηραμένον ύδωρ.
24 καὶ ποτιεῖ τὴν γυναῖκα τὸ ὕδωρ τοῦ ἐλεγμοῦ τοῦ ἐπικαταρωμένου, καὶ εἰσελεύσεται εἰς αὐτὴν τὸ ὕδωρ τὸ ἐπικαταρώμενον τοῦ ἐλεγμοῦ.
Θα ποτίση την γυναίκα με το κατηραμένον ύδωρ του ελεγμού και θα εισέλθη εις αυτήν το ύδωρ τούτο.
25 καὶ λήψεται ὁ ἱερεὺς ἐκ χειρὸς τῆς γυναικὸς τὴν θυσίαν τῆς ζηλοτυπίας καὶ ἐπιθήσει τὴν θυσίαν ἔναντι Κυρίου καὶ προσοίσει αὐτὴν πρὸς τὸ θυσιαστήριον,
Θα λάβη έπειτα ο ιερεύς από το χέρι της γυναικός αυτής την θυσίαν της ζηλοτυπίας, θα παρουσιάση αυτήν ενώπιον του Κυρίου και θα την προσφέρη στο θυσιαστήριον.
26 καὶ δράξεται ὁ ἱερεὺς ἀπὸ τῆς θυσίας τὸ μνημόσυνον αὐτῆς καὶ ἀνοίσει αὐτὸ ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον καὶ μετὰ ταῦτα ποτιεῖ τὴν γυναῖκα τὸ ὕδωρ.
Θα πάρη μίαν χούφταν από την θυσίαν την υπενθυμίζουσαν την αμαρτίαν της, θα προσφέρη το περιεχόμενον της χούφτας στο θυσιαστήριον και μετά ταύτα θα ποτίση την γυναίκα με το κατηραμένον ύδωρ του ελεγμού.
27 καὶ ἔσται, ἐὰν ᾖ μεμιασμένη καὶ λήθῃ λάθη τὸν ἄνδρα αὐτῆς, καὶ εἰσελεύσεται εἰς αὐτὴν τὸ ὕδωρ τοῦ ἐλεγμοῦ τὸ ἐπικαταρώμενον, καὶ πρησθήσεται τὴν κοιλίαν, καὶ διαπεσεῖται ὁ μηρὸς αὐτῆς, καὶ ἔσται ἡ γυνὴ εἰς ἀρὰν τῷ λαῷ αὐτῆς.
Τοτε θα συμβη εν εκ των δύο. Εάν η γυνή είναι όντως μολυσμένη και έχη διαφύγει την προσοχήν του ανδρός της, θα εισέλθη το κατηραμένον ύδωρ του ελεγμού εις αυτήν, θα πρησθή η κοιλία τας, θα σαπίση και θα πέση ο μηρός της, και αυτή θα είναι κατηραμένη εν μέσω του λαού.
28 ἐὰν δὲ μὴ μιανθῇ ἡ γυνὴ καὶ καθαρὰ ᾖ, καὶ ἀθῴα ἔσται καὶ ἐκσπερματιεῖ σπέρμα.
Εάν όμως δεν έχη μολυνθή και είναι καθαρά και αθώα, δεν θα πάθη τίποτε και θα αποκτήση τέκνα.
29 οὗτος ὁ νόμος τῆς ζηλοτυπίας, ᾧ ἂν παραβῇ ἡ γυνὴ ὕπανδρος οὖσα καὶ μιανθῇ·
Αυτός είναι ο νόμος της ζηλοτυπίας δια την περίπτωσιν, κατά την οποίαν η ύπανδρος γυνή θα καταπατήση την συζυγικήν πίστιν και θα μολυνθή,
30 ἢ ἄνθρωπος, ᾧ ἐὰν ἐπέλθῃ ἐπ' αὐτὸν πνεῦμα ζηλώσεως καὶ ζηλώσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ στήσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ ἔναντι Κυρίου, καὶ ποιήσῃ αὐτῇ ὁ ἱερεὺς πάντα τὸν νόμον τοῦτον·
η, εάν ο σύζυγός της καταληφθή υπό αδικαιολογήτου ζηλοτυπίας και υποψιασθή αναιτίως την γυναίκα του, αυτός θα την παρουσιάση ενώπιον του Κυρίου και ο ιερεύς θα κάμη όλα όσα ο νόμος της ζηλοτυπίας ορίζει.
31 καὶ ἀθῷος ἔσται ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ ἁμαρτίας, καὶ ἡ γυνὴ ἐκείνη λήψεται τὴν ἁμαρτίαν αὐτῆς.
Εάν η γυνή αποδειχθή ένοχος θα λάβη την ποινήν της αμαρτίας της, ο δε σύζυγός της θα είναι απηλλαγμένος από κάθε ευθύνην”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα