ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν ἐπὶ δυσμῶν Μωὰβ παρὰ τὸν Ἰορδάνην κατὰ Ἱεριχὼ λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν εκεί στο δυτικόν μέρος της χώρας Μωάβ, πλησίον του Ιορδάνου, απέναντι από την Ιεριχώ και είπεν·
2 σύνταξον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ δώσουσι τοῖς Λευίταις ἀπὸ τῶν κλήρων κατασχέσεως αὐτῶν πόλεις κατοικεῖν καὶ τὰ προάστεια τῶν πόλεων κύκλῳ αὐτῶν δώσουσι τοῖς Λευίταις,
“διάταξέ τους Ισραηλίτας να παραχωρήσουν στους Λευΐτας από την χώραν της κληρονομίας των, πόλεις προς εγκατάστασίν των· θα δώσουν επίσης εις αυτούς και περιοχήν γύρω από αυτάς τας πόλεις.
3 καὶ ἔσονται αὐτοῖς αἱ πόλεις κατοικεῖν, καὶ τὰ ἀφορίσματα αὐτῶν ἔσται τοῖς κτήνεσιν αὐτῶν καὶ πᾶσι τοῖς τετράποσιν αὐτῶν.
Αυταί αι πόλεις θα είναι εις κατοικίαν των Λευϊτών, αι δε καθωρισμέναι περί αυτάς περιοχαί θα είναι δια την βασκήν των ζώων των και δι' όλα τα τετράποδα αυτών.
4 καὶ τὰ συγκυροῦντα τῶν πόλεων, ἃς δώσετε τοῖς Λευίταις, ἀπὸ τείχους τῆς πόλεως καὶ ἔξω δισχιλίους πήχεις κύκλῳ·
Τα όρια των περί τας πόλεις περιοχών, που θα δώσετε στους Λευΐτας, θα εκτείνωνται γύρω από το τείχος κάθε πόλεως κύκλω χίλια περίπου μέτρα.
5 καὶ μετρήσεις ἔξω τῆς πόλεως τὸ κλίτος τὸ πρὸς ἀνατολὰς δισχιλίους πήχεις καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς λίβα δισχιλίους πήχεις καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς θάλασσαν δισχιλίους πήχεις καὶ τὸ κλίτος τὸ πρὸς βορρᾶν δισχιλίους πήχεις, καὶ ἡ πόλις μέσον τούτου ἔσται ὑμῖν καὶ τὰ ὅμορα τῶν πόλεων.
Προς τούτο θα μετρήσης δύο χιλιάδας πήχεις (χίλια περίπου μέτρα) προς το ανατολικόν μέρος της πόλεως, δύο χιλιάδας πήχεις προς το νότιον, δύο χιλιάδας πήχεις προς δυσμάς και δύο χιλιάδας πήχεις προς βορράν. Η περιοχή αυτή, όπως και η πόλις που θα ευρίσκεται στο μέσον αυτής, θα ανήκουν στους Λιευΐτας.
6 καὶ τὰς πόλεις δώσετε τοῖς Λευίταις, τὰς ἓξ πόλεις τῶν φυγαδευτηρίων, ἃς δώσετε φυγεῖν ἐκεῖ τῷ φονεύσαντι, καὶ πρὸς ταύταις τεσσαράκοντα καὶ δύο πόλεις·
Πολεις, τας οποίας θα δώσετε επίσης στους Λευΐτας, θα είναι και αι εξ πόλεις καταφύγια, εις τας οποίας θα παρέχεται άσυλον εις κάθε ακούσιον φονέα, ώστε να καταφεύγη εις αυτάς δι' ασφάλειαν. Και επί πλέον από τας πόλεις αυτάς θα δώσετε άλλας τεσσαράκοντα δύο πόλεις.
7 πάσας τὰς πόλεις δώσετε τοῖς Λευίταις τεσσαράκοντα καὶ ὀκτὼ πόλεις, ταύτας, καὶ τὰ προάστεια αὐτῶν.
Ολαι δηλαδή αι πόλεις, τας οποίας μετά των περιοχών αυτών θα δώσετε στους Λευΐτας, θα είναι τεσσαράκοντά οκτώ.
8 καὶ τὰς πόλεις, ἃς δώσετε ἀπὸ τῆς κατασχέσεως υἱῶν Ἰσραήλ, ἀπὸ τῶν τὰ πολλὰ πολλά. καὶ ἀπὸ τῶν ἐλαττόνων ἐλάττω· ἕκαστος κατὰ τὴν κληρονομίαν αὐτοῦ, ἣν κατακληρονομήσουσι δώσουσιν ἀπὸ τῶν πόλεων τοῖς Λευίταις.
Αι πόλεις, τας οποίας από την χώραν, που κάθε φυλή κληρονομεί, θα δώσετε στους Λευΐτας, θα είναι πολλαί από τας φυλάς που έλαβον πολλάς πόλεις, και θα είναι ολίγαι, από τας φυλάς που έλαβον ολίγας. Καθε φυλή αναλόγως της εκτάσεως, την οποίαν κληρονομεί θα δώση και τον αριθμόν των πόλεων προς τους Λευΐτας”.
9 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Ωμίλησεν ακόμη ο Κυριος προς τον Μωυσήν λέγων·
10 λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ὑμεῖς διαβαίνετε τὸν Ἰορδάνην εἰς γῆν Χαναὰν
“Ομίλησε προς τους Ισραηλίτας και ειπέ προς αυτούς· Σεις διαβαίνετε τώρα τον Ιορδάνην, δια να καταλάβετε την χώραν Χαναάν.
11 καὶ διαστελεῖτε ὑμῖν αὐτοῖς πόλεις· φυγαδευτήρια ἔσται ὑμῖν φυγεῖν ἐκεῖ τὸν φονευτήν, πᾶς ὁ πατάξας ψυχὴν ἀκουσίως.
Οταν εγκατσοσταθήτε εις αυτήν θα ξεχωρίσετε δια τον εαυτόν σας μερικάς πόλεις, αι οποίαι θα είναι καταφύγια, δια να καταφεύγη εις αυτάς και ευρίσκη ασφάλειαν εκείνος, ο οποίος ακουσίως διέπραξε φόνον.
12 καὶ ἔσονται αἱ πόλεις ὑμῖν φυγαδευτήρια ἀπὸ τοῦ ἀγχιστεύοντος τὸ αἷμα, καὶ οὐ μὴ ἀποθάνῃ ὁ φονεύων ἕως ἂν στῇ ἔναντι τῆς συναγωγῆς εἰς κρίσιν.
Αι πόλεις αυταί θα είναι άσυλα, δια να προφυλάξουν τον ακούσιον φονέα από εκδίκησιν συγγενούς του φονευθέντος· εις αυτάς θα διαφεύγη τον θάνατον ο φονεύς και θα μένη ατιμώρητος, έως ότου οδηγηθή ενώπιον του λαού και δικασθή.
13 καὶ αἱ πόλεις ἃς δώσετε, τὰς ἓξ πόλεις, φυγαδευτήρια ἔσονται ὑμῖν·
Αι εξ πόλεις, τας οποίας θα δώσετε ως καταφύγια, θα είναι·
14 τὰς τρεῖς πόλεις δώσετε πέραν τοῦ Ἰορδάνου καὶ τὰς τρεῖς πόλεις δώσετε ἐν γῇ Χαναάν·
Αι τρεις από αυτάς θα ευρίσκωνται πέραν από τον Ιορδάνην και αι τρεις άλλαι δυτικώς από τον Ιορδάνην εις την χώραν Χαναάν.
15 φυγαδεῖον ἔσται τοῖς υἱοῖς Ἰσραήλ, καὶ τῷ προσηλύτῳ καὶ τῷ παροίκῳ τῷ ἐν ὑμῖν ἔσονται αἱ πόλεις αὗται εἰς φυγαδευτήριον, φυγεῖν ἐκεῖ παντὶ πατάξαντι ψυχὴν ἀκουσίως.
Καταφύγια θα είναι αυταί αι πόλεις, όχι μόνον δια τους Ισραηλίτας, αλλά και δια τους ξένους, που ευρίσκονται μαζή σας και δια τους παρεπιδημούντας. Αι πόλεις αυταί θα είναι καταφύγια, δια να καταφεύγη και ασφαλίζεται εις αυτάς από κάθε εκδίκησιν ο ακουσίως φονεύσας άνθρωπον.
16 ἐὰν δὲ ἐν σκεύει σιδήρου πατάξῃ αὐτόν, καὶ τελευτήσῃ, φονευτής ἐστι· θανάτῳ θανατούσθω ὁ φονευτής.
Εάν κανείς εκουσίως κτυπήση θανασίμως κάποιον με σιδερένιο ρόπαλον και αποθάνη εκείνος, ο κτυπήσας είναι φονεύς και θα τιμωρηθή δια θανάτου.
17 ἐὰν δὲ ἐν λίθῳ ἐκ χειρός, ἐν ᾧ ἀποθανεῖται ἐν αὐτῷ, πατάξῃ αὐτόν, καὶ ἀποθάνῃ, φονευτής ἐστι· θανάτῳ θανατούσθω ὁ φονευτής.
Εάν κτυπήση κάποιον με λίθον και συνεπεία του κτυπήματος αποθάνη ο πληγείς, ο πλήξας αυτόν είναι φονεύς. Με θάνατον θα τιμωρηθή και αυτός ο φονεύς.
18 ἐὰν δὲ ἐν σκεύει ξυλίνῳ ἐκ χειρός, ἐξ οὗ ἀποθανεῖται ἐν αὐτῷ, πατάξῃ αὐτόν, καὶ ἀποθάνῃ, φονευτής ἐστι· θανάτῳ θανατούσθω ὁ φονευτής.
Εάν με ξύλινον σκεύος, που κρατεί εις την χείρα του, κτυπήση κάποιον και εκείνος αποθάνη, είναι φονεύς. Με θάνατον θα τυμωρηθή και ο φονεύς αυτός.
19 ὁ ἀγχιστεύων τὸ αἷμα, οὗτος ἀποκτενεῖ τὸν φονεύσαντα· ὅταν συναντήσῃ αὐτῷ, οὗτος ἀποκτενεῖ αὐτόν.
Ο συγγενής του φονευθέντος θα φονεύση τον φονέα· θα τον φονεύση, όπου και όταν τον συναντήση.
20 ἐὰν δὲ δι' ἔχθραν ὤσῃ αὐτὸν καὶ ἐπιρρίψῃ ἐπ' αὐτὸν πᾶν σκεῦος ἐξ ἐνέδρου, καὶ ἀποθάνῃ,
Εάν κανείς από εχθρότητα κινούμενος, σπρώξη κάποιον η ενεδρεύων ρίψη εναντίον του κάποιο αντικείμενον και αποθάνη ο κτυπηθείς,
21 ἢ διὰ μῆνιν ἐπάταξεν αὐτὸν τῇ χειρί, καὶ ἀποθάνῃ, θανάτῳ θανατούσθω ὁ πατάξας, φονευτής ἐστι· θανάτῳ θανατούσθω ὁ φονεύων· ὁ ἀγχιστεύων τὸ αἷμα ἀποκτενεῖ τὸν φονεύσαντα ἐν τῷ συναντῆσαι αὐτῷ.
η δια λόγους οργής κτυπήση αυτόν με το χέρι του και αποθάνη, ο κτυπήσας είναι φονεύς και πρέπει να τιμωρηθή με θάνατον. Ο συγγενής του φονευθέντος θα θανατώση τον φονέα, όταν και όπου τον συναντήση.
22 ἐὰν δὲ ἐξάπινα οὐ δι' ἔχθραν ὤσῃ αὐτὸν ἢ ἐπιρρίψῃ ἐπ' αὐτὸν πᾶν σκεῦος οὐκ ἐξ ἐνέδρου
Εάν όμως εξ απροσεξίας, όχι από εχθρότητα και μίσος, σπρώξη κανείς κάποιον η ρίψη εναντίον του κάποιο αντικείμενον, όχι πονηρώς ενεδρεύων,
23 ἢ παντὶ λίθῳ, ἐν ᾧ ἀποθανεῖται ἐν αὐτῷ, οὐκ εἰδώς, καὶ ἐπιπέσῃ ἐπ' αὐτόν, καὶ ἀποθάνῃ, αὐτὸς δὲ οὐκ ἐχθρὸς αὐτοῦ ἦν, οὐδὲ ζητῶν κακοποιῆσαι αὐτόν,
η λίθον, από το πλήγμα του οποίου θα αποθάνη ο κτυπηθείς, αυτά δε γίνουν ασυναισθήτως και ακουσίως, ο δε φονεύς δεν είχε καμμίαν προς εκείνον εχθρότητα και ούτε είχεν επιδιώξει ποτέ να του κάμη κακόν,
24 καὶ κρινεῖ ἡ συναγωγὴ ἀνὰ μέσον τοῦ πατάξαντος καὶ ἀνὰ μέσον τοῦ ἀγχιστεύοντος τὸ αἷμα, κατὰ τὰ κρίματα ταῦτα,
ο φονεύς αυτός θα κριθή και θα δικασθή υπό του λαού ενώπιον του συγγενούς του φονευθέντος και θα γίνη έρευνα εάν από τας ανωτέρω ελαφρυντικάς συνθήκας έγινεν ο φόνος.
25 καὶ ἐξελεῖται ἡ συναγωγὴ τὸν φονεύσαντα ἀπὸ τοῦ ἀγχιστεύοντος τὸ αἷμα, καὶ ἀποκαταστήσουσιν αὐτὸν ἡ συναγωγὴ εἰς τὴν πόλιν τοῦ φυγαδευτηρίου αὐτοῦ, οὗ κατέφυγε, καὶ κατοικήσει ἐκεῖ ἕως ἂν ἀποθάνῃ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας, ὃν ἔχρισαν αὐτὸν τῷ ἐλαίῳ τῷ ἁγίῳ.
Εάν ναι, ο λαός θα αποσπάση από τα χέρια του συγγενούς του φονευθέντος τον φονέα, θα τον οδηγήσουν εις την πόλιν καταφύγιον, όπου είχε και προηγουμένως καταφύγει, δια να ζήση εκεί μέχρι ότου αποθάνη ο αρχιερεύς, τον οποίον έχρισαν με το άγιον έλαιον.
26 ἐὰν δὲ ἐξόδῳ ἐξέλθῃ ὁ φονεύσας τὰ ὅρια τῆς πόλεως εἰς ἣν κατέφυγεν ἐκεῖ,
Εάν όμως ο φονεύς εξέλθη από τα όρια της πόλεως, εις την οποίαν ως προς άσυλον κατέφυγεν,
27 καὶ εὕρῃ αὐτὸν ὁ ἀγχιστεύων τὸ αἷμα ἔξω τῶν ὁρίων τῆς πόλεως καταφυγῆς αὐτοῦ καὶ φονεύσῃ ὁ ἀγχιστεύων τὸ αἷμα τὸν φονεύσαντα, οὐκ ἔνοχός ἐστιν·
και ο συγγενής του φονευθέντος εύρη αυτόν έξω από τα όρια της πόλεως- καταφύγιον και τον φονεύση, δεν θα είναι ένοχος φόνου.
28 ἐν γὰρ τῇ πόλει τῆς καταφυγῆς κατοικείτω, ἕως ἂν ἀποθάνῃ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας, καὶ μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν ἱερέα τὸν μέγαν ἐπαναστραφήσεται ὁ φονεύσας εἰς τὴν γῆν τῆς κατασχέσεως αὐτοῦ.
Εις την πόλιν καταφύγιον πρέπει να μένη ο φονεύς μέχρι του θανάτου του αρχιερέως. Οταν αποθάνη ο αρχιερεύς, θα επιστρέψη ο φονεύς ελεύθερος εις την πατρίδα του και εις την κληρονομίαν του.
29 καὶ ἔσται ταῦτα ὑμῖν εἰς δικαίωμα κρίματος εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν ἐν πάσαις ταῖς κατοικίαις ὑμῶν.
Αυτά θα είναι και θα ισχύουν δια σας, ως νόμοι αποδόσεως δικαιοσύνης, εις όλους τους απογόνους σας και εις όλας τας περιοχάς, εις τας οποίας θα κατοικήτε.
30 πᾶς πατάξας ψυχήν, διὰ μαρτύρων φονεύσεις τὸν φονεύσαντα, καὶ μάρτυς εἷς οὐ μαρτυρήσει ἐπὶ ψυχὴν ἀποθανεῖν.
Καθένας που εφόνευσεν άνθρωπον, θα τιμωρηθή δια θανάτου επί τη βάσει μαρτύρων. Δεν αρκεί η μαρτυρία ενός μάρτυρος, δια να καταδικασθή κανείς εις θάνατον.
31 καὶ οὐ λήψεσθε λύτρα περὶ ψυχῆς παρὰ τοῦ φονεύσαντος τοῦ ἐνόχου ὄντος ἀναιρεθῆναι· θανάτῳ γὰρ θανατωθήσεται.
Δεν θα δεχθήτε χρήματα από τον φονέα προς εξαγοράν της ζωής του, εφόσον είναι ένοχος θανάτου. Αυτός πρέπει να τιμωρηθή δια θανάτου.
32 οὐ λήψεσθε λύτρα τοῦ φυγεῖν εἰς πόλιν τῶν φυγαδευτηρίων, τοῦ πάλιν κατοικεῖν ἐπὶ τῆς γῆς, ἕως ἂν ἀποθάνῃ ὁ ἱερεὺς ὁ μέγας.
Δεν θα λάβετε επίσης χρήματα, δια να φυγαδεύσετε φονέα εις την πόλι- καταφύγιον η δια να αφήσετε αυτόν να επιστρέψη εις την πατρίδα του, πριν αποθάνη ο αρχιερεύς.
33 καὶ οὐ μὴ φονοκτονήσητε τὴν γῆν, εἰς ἣν ὑμεῖς κατοικεῖτε· τὸ γὰρ αἷμα τοῦτο φονοκτονεῖ τὴν γῆν, καὶ οὐκ ἐξιλασθήσεται ἡ γῆ ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ ἐκχυθέντος ἐπ' αὐτῆς, ἀλλ' ἐπὶ τοῦ αἵματος τοῦ ἐκχέοντος.
Εάν τηρήσετε αυτά θα αποφύγετε τους φόνους εις την χώραν, όπου κατοικείτε. Το αδίκως χυνόμενον αίμα πληθύνει τους φόνους εις την χώραν, εφόσον μένει ατιμώρητος ο φονεύς. Και αυτή δεν ημπορεί να εξιλεωθή από το αδίκως χυνόμενον αίμα, ειμή μόνον με το αίμα του φονέως.
34 καὶ οὐ μιανεῖτε τὴν γῆν, ἐφ' ἧς κατοικεῖτε ἐπ' αὐτῆς, ἐφ' ἧς ἐγὼ κατασκηνῶ ἐν ὑμῖν· ἐγὼ γάρ εἰμι Κύριος κατασκηνῶν ἐν μέσῳ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ.
Δεν θα μολύνετε την χώραν, εις την οποίαν κατοικείτε, και επί της οποίας εν μέσω υμών κατοικώ και εγώ. Εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος κατοικώ μεταξύ των Ισραηλιτών”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα