ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγων·
Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών λέγων·
2 αὕτη ἡ διαστολὴ τοῦ νόμου, ὅσα συνέταξε Κύριος λέγων· λάλησον τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ λαβέτωσαν πρὸς σὲ δάμαλιν πυρρὰν ἄμωμον, ἥτις οὐκ ἔχει ἐν αὐτῇ μῶμον, καὶ ᾗ οὐκ ἐπεβλήθη ἐπ' αὐτὴν ζυγός.
“ιδού, η τελετουργική διάταξις του νόμου, την οποίαν ο Κυριος έδωσε δια τους Ισραηλίτας· ειπέ στους Ισραηλίτας να πάρουν και να φέρουν εις σε μίαν ερυθρωπήν δάμαλιν, άμωμον, χωρίς κανένα σωματικόν ελάττωμα, και επάνω εις την οποίαν δεν ετέθη ζυγός.
3 καὶ δώσεις αὐτὴν πρὸς Ἐλεάζαρ τὸν ἱερέα, καὶ ἐξάξουσιν αὐτὴν ἔξω τῆς παρεμβολῆς εἰς τόπον καθαρὸν καὶ σφάξουσιν αὐτὴν ἐνώπιον αὐτοῦ.
Θα δώσης αυτήν προς τον Ελεάζαρ τον ιερέα μερικοί δε άνδρες θα οδηγήσουν αυτήν έξω από το στρατόπεδον, εις καθαρόν τόπον και θα την σφάξουν ενώπιον αυτού.
4 καὶ λήψεται Ἐλεάζαρ ἀπὸ τοῦ αἵματος αὐτῆς καὶ ρανεῖ ἀπέναντι τοῦ προσώπου τῆς σκηνῆς τοῦ μαρτυρίου ἀπὸ τοῦ αἵματος αὐτῆς ἑπτάκις.
Ο Ελεάζαρ θα πάρη από το αίμα αυτής, θα ραντίση προς το έμπροσθεν μέρος της Σκηνής του Μαρτυρίου επτά φορές.
5 καὶ κατακαύσουσιν αὐτὴν ἐναντίον αὐτοῦ, καὶ τὸ δέρμα καὶ τὰ κρέα αὐτῆς καὶ τὸ αἷμα αὐτῆς σὺν τῇ κόπρῳ αὐτῆς κατακαυθήσεται.
Κατόπιν δε θα καύσουν εξ ολοκλήρου αυτήν ενώπιόν του· θα καούν το δέρμα της, το κρέας, το αίμα και αυτή ακόμη η κόπρος της.
6 καὶ λήψεται ὁ ἱερεὺς ξύλον κέδρινον καὶ ὕσσωπον καὶ κόκκινον καὶ ἐμβαλοῦσιν εἰς μέσον τοῦ κατακαύματος τῆς δαμάλεως.
Θα λάβη ο ιερεύς ένα ξύλον κέδρινον, ένα κλωναράκι υσσώπου, μίαν κλωστήν κοκκίνην και θα ρίψη αυτά μέσα στο πυρ της καιομένης δαμάλεως.
7 καὶ πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς καὶ λούσεται τὸ σῶμα αὐτοῦ ὕδατι καὶ μετὰ ταῦτα εἰσελεύσεται εἰς τὴν παρεμβολήν, καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ὁ ἱερεὺς ἕως ἑσπέρας.
Θα πλύνη κατόπιν τα ιμάτιά του ο ιερεύς, θα λούση το σώμα του με νερό και θα εισέλθη εις την κατασκήνωσιν. Αλλά και εκεί θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν.
8 καὶ ὁ κατακαίων αὐτὴν πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ λούσεται τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας.
Και ο Ισραηλίτης επίσης, ο οποίος ανέλαβε και έκαυσε την δάμαλιν, θα πλύνη τα ενδύματά του, θα λούση το σώμα του, και θα είναι πάλιν ακάθαρτος έως την εσπέραν.
9 καὶ συνάξει ἄνθρωπος καθαρὸς τὴν σποδὸν τῆς δαμάλεως καὶ ἀποθήσει ἔξω τῆς παρεμβολῆς εἰς τόπον καθαρόν, καὶ ἔσται τῇ συναγωγῇ υἱῶν Ἰσραὴλ εἰς διατήρησιν, ὕδωρ ραντισμοῦ, ἅγνισμά ἐστι.
Ενας δε άλλος άνθρωπος, καθαρός, θα μαζεύση την στάκτην της καείσης δαμάλεως και θα τοποθετήση αυτήν εις τόπον καθαρόν, έξω από το στρατόπεδον. Θα φυλάσσεται εκεί από τον ισραηλιτικόν λαόν, να του χρησιμεύη δια το ύδωρ του ραντισμού, θα είναι προς εξαγνισμόν, θα είναι άγνισμα.
10 καὶ ὁ συνάγων τὴν σποδιὰν τῆς δαμάλεως πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας. καὶ ἔσται τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ καὶ τοῖς προσηλύτοις προσκειμένοις νόμιμον αἰώνιον.
Ο άνθρωπος, που θα μαζεύση την στάκτην της δαμάλεως, θα πλύνη και αυτός τα ενδύματά του και θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν. Αυτό θα είναι διάταξις παντοτεινή τόσον δια τους Ισραηλίτας όσον και δια τους ξένους, οι οποίοι μένουν μεταξύ αυτών.
11 Ὁ ἁπτόμενος τοῦ τεθνηκότος πάσης ψυχῆς ἀνθρώπου ἀκάθαρτος ἔσται ἑπτὰ ἡμέρας·
Εκείνος που θα εγγίση το σώμα νεκρού ανθρώπου, θα είναι ακάθαρτος επί επτά ημέρας.
12 οὗτος ἁγνισθήσεται τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ καὶ τῇ ἡμέρα τῇ ἑβδόμῃ καὶ καθαρὸς ἔσται· ἐὰν δὲ μὴ ἀφαγνισθῇ τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ καὶ τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ, οὐ καθαρὸς ἔσται.
Αυτός θα καθαρισθή (δια ραντισμού) την τρίτην και την εβδόμην ημέραν, και θα είναι κατόπιν καθαρός. Εάν όμως δεν καθαρισθή την τρίτην και την εβδόμην ημέραν, δεν θα είναι καθαρός.
13 πᾶς ὁ ἁπτόμενος τοῦ τεθνηκότος ἀπὸ ψυχῆς ἀνθρώπου, ἐὰν ἀποθάνῃ, καὶ μὴ ἀφαγνισθῇ, τὴν σκηνὴν Κυρίου ἐμίανεν· ἐκτριβήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐξ Ἰσραήλ, ὅτι ὕδωρ ραντισμοῦ οὐ περιερραντίσθη ἐπ' αὐτόν, ἀκάθαρτός ἐστιν, ἔτι ἡ ἀκαθαρσία αὐτοῦ ἐν αὐτῷ ἐστι.
Εκείνος ο οποίος θα εγγίση το νεκρόν σώμα οιουδήποτε ανθρώπου και δεν καθαρισθή, όπως ελέχθη ανωτέρω, εμόλυνε την Σκηνήν του Μαρτυρίου. Αυτός ο άνθρωπος θα ξερριζωθή ανάμεσα από τον ισραηλιτικόν λαόν, διότι δεν ερραντίσθη με το ύδωρ του εξαγνισμού, και είναι ακάθαρτος· ο μολυσμός μένει και θα μένη εις αυτόν.
14 Καὶ οὗτος ὁ νόμος· ἄνθρωπος ἐὰν ἀποθάνῃ ἐν οἰκίᾳ, πᾶς ὁ εἰσπορευόμενος εἰς τὴν οἰκίαν καὶ ὅσα ἐστὶν ἐν τῇ οἰκίᾳ, ἀκάθαρτα ἔσται ἑπτὰ ἡμέρας.
Αυτός είναι ο νόμος του καθαρισμού ειδικώτερον· εάν ένας άνθρωπος αποθάνη εις την οικίαν. Καθένας που εισέρχεται εις αυτήν και όσα υπάρχουν εις αυτήν, θα είναι ακάθαρτα επί επτά ημέρας.
15 καὶ πᾶν σκεῦος ἀνεῳγμένον, ὅσα οὐχὶ δεσμὸν καταδέδεται ἐπ' αὐτῷ, ἀκάθαρτά ἐστι.
Καθε δοχείον ανοικτόν και όλα τα δοχεία, τα οποία δεν είναι σκεπασμένα με το κάλυμμά των, θα θεωρούνται ακάθαρτα.
16 καὶ πᾶς, ὃς ἐὰν ἅψηται ἐπὶ προσώπου τοῦ πεδίου τραυματίου ἢ νεκροῦ ἢ ὀστέου ἀνθρωπίνου ἢ μνήματος, ἑπτὰ ἡμέρας ἀκάθαρτος ἔσται.
Εκείνος ο οποίος θα εγγίση στο έδαφος πεδιάδος νεκρόν φονευθέντα η φυσικώς αποθανόντα η άνθρωπινον οστούν, η μνήμα, θα είναι ακάθαρτος επί επτά ημέρας.
17 καὶ λήψονται τῷ ἀκαθάρτῳ ἀπὸ τῆς σποδιᾶς τῆς κατακεκαυμένης τοῦ ἁγνισμοῦ καὶ ἐκχεοῦσιν ἐπ' αὐτὴν ὕδωρ ζῶν εἰς σκεῦος·
Δια κάθε τέτοιον ακάθαρτον θα πάρουν από την προς εξαγνισμόν στάκτην της καείσης δαμάλεως θα την θέσουν εις δοχείον, που περιέχει πηγαίον ύδωρ.
18 καὶ λήψεται ὕσσωπον καὶ βάψει εἰς τὸ ὕδωρ ἀνὴρ καθαρός, καὶ περιρρανεῖ ἐπὶ τὸν οἶκον καὶ ἐπὶ τὰ σκεύη καὶ ἐπὶ τὰς ψυχάς, ὅσαι ἂν ὦσιν ἐκεῖ, καὶ ἐπὶ τὸν ἡμμένον τοῦ ὀστέου τοῦ ἀνθρωπίνου ἢ τοῦ τραυματίου ἢ τοῦ τεθνηκότος ἢ τοῦ μνήματος·
και, άνθρωπος καθαρός θα πάρη ύσσωπον, θα βυθίση αυτόν στο ύδωρ και θα ραντίση το σπίτι και τα σκεύη και όλους τους ανθρώπους, που υπάρχουν εκεί, θα ραντίση και εκείνον που ήγγισεν ανθρώπινον οστούν η φονευμένον η φυσιολογικώς αποθανόντα η μνήμα.
19 καὶ περιρρανεῖ ὁ καθαρὸς ἐπὶ τὸν ἀκάθαρτον ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ τρίτῃ καὶ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ, καὶ ἀφαγνισθήσεται τῇ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ καὶ πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ καὶ λούσεται ὕδατι καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας.
Ενας καθαρός άνθρωπος θα ραντίση τον ακάθαρτον τούτον την τρίτην ημέραν και την εβδόμην η μέραν, και κατά την εβδόμην ημέραν θα εξαγνισθή αυτός από τον μολυσμόν. Θα πλύνη τα ενδύματά του, θα λουσθή με νερό και θα είναι ακάθαρτος έως το βράδυ.
20 καὶ ἄνθρωπος, ὃς ἐὰν μιανθῇ καὶ μὴ ἀφαγνισθῇ, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἐκ μέσου τῆς συναγωγῆς, ὅτι τὰ ἅγια Κυρίου ἐμίανεν, ὅτι ὕδωρ ραντισμοῦ οὐ περιερραντίσθη ἐπ' αὐτόν, ἀκάθαρτός ἐστι.
Ο άνθρωπος όμως, ο οποίος θα μολυνθή και δεν θα θελήση να εξαγνισθή κατά τα ανωτέρω, θα εξολοθρευθή ανάμεσα από τον ισραηλιτικόν λαόν, διότι εμόλυνε τα Αγια του Θεού, δεν ερραντίσθη με το ύδωρ του εξαγνισμού και είναι ακάθαρτος.
21 καὶ ἔσται ὑμῖν νόμιμον αἰώνιον· καὶ ὁ περιρραίνων ὕδωρ ραντισμοῦ πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ ὁ ἁπτόμενος τοῦ ὕδατος τοῦ ραντισμοῦ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας·
Αυτό θα είναι παντοτεινός νόμος δια σας. Και εκείνος ο οποίος θα ραντίση τον ακάθαρτον με το ύδωρ του εξαγνισμού, θα πλύνη τα ενδύματά του. Και εκείνος ακόμη που εγγίζει το ύδωρ του ραντισμού, θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν.
22 καὶ παντὸς οὗ ἐὰν ἅψηται αὐτοῦ ὁ ἀκάθαρτος, ἀκάθαρτον ἔσται, καὶ ψυχὴ ἡ ἁπτομένη ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας.
Καθε τι το οποίον θα εγγίζη ο ακάθαρτος, θα είναι ακάθαρτον· και εκείνος ακόμη που θα εγγίση τον ακάθαρτον, θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα