ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΙΔΟΥ ἐπὶ τὰ ὄρη οἱ πόδες εὐαγγελιζομένου καὶ ἀπαγγέλλοντος εἰρήνην· ἑόρταζε, Ἰούδα, τὰς ἑορτάς σου, ἀπόδος τὰς εὐχάς σου, διότι οὐ μὴ προσθήσωσιν ἔτι τοῦ διελθεῖν διὰ σοῦ εἰς παλαίωσιν. ~ Συντετέλεσται, ἐξῇρται.
Ιδού, εις τα όρη ευρίσκονται οι πόδες εκείνου, ο οποίος φέρει το χαρμόσυνον μήνυμα και αναγγέλλει περίοδον ειρήνης δια τους Ιουδαίους. Ιουδαίοι, πανηγυρίσατε από εδώ και στο εξής τας εορτάς σας ήρεμοι, εκπληρώσατε τα ταξίματά σας προς τον Θεόν, διότι οι Ασσύριοι ποτέ πλέον δεν θα διαπεράσουν την χώραν σας εις καταστροφήν σας. Η πρωτεύουσά των η Νινευή οπωσδήποτε θα καταστραφή. Θα εξαφανισθή δια παντός.
2 ἀνέβη ἐμφυσῶν εἰς πρόσωπόν σου ἐξαιρούμενος ἐκ θλίψεως· σκόπευσον ὁδόν, κράτησον ὀσφύος, ἄνδρισαι τῇ ἰσχύϊ σφόδρα,
' Ο Κυριος επέρχεται εναντίον σου, Νινευή, εξαπολύων εναντίον σου ως ορμητικόν άνεμον την δικαίαν οργήν του, ενώ τους Ισραηλίτας τους απαλλάσσει πλέον από την θλίψιν, που τους επροξένησες. Παρατήρησε τον δρόμον, ω Νινευή. Είναι γεμάτος στρατόν. Ζώσε την οσφύν σου, δείξε μεγάλην ανδρείαν εν τη δυνάμει σου.
3 διότι ἀπέστρεψε Κύριος τὴν ὕβριν Ἰακώβ, καθὼς ὕβριν τοῦ Ἰσραήλ, διότι ἐκτινάσσοντες ἐξετίναξαν αὐτοὺς καὶ τὰ κλήματα αὐτῶν, διέφθειραν
Διότι ο Κυριος θα απομακρύνη από τους απογόνους του Ιακώβ την ταπείνωσιν κα τον εξευτελισμόν, που τους επεβάλατε. Οπως επίσης την ταπείνωσιν από όλους τους Ισραηλίτας, διότι οι εχθροί της Νινευή θα ανατινάξουν και θα διασκορπίσουν τους κατοίκους αυτής και τας παραφυάδας των.
4 ὅπλα δυναστείας αὐτῶν ἐξ ἀνθρώπων, ἄνδρας δυνατοὺς ἐμπαίζοντας ἐν πυρί· αἱ ἡνίαι τῶν ἁρμάτων αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ ἑτοιμασίας αὐτοῦ, καὶ οἱ ἱππεῖς θορυβηθήσονται
Θα καταστρέψουν τα ισχυρά των ανθρώπινα όπλα, άνδρας δυνατούς, οι οποίοι παίζουν με τη φωτιά. Τα ηνία και αι αποσκευαί των αρμάτων είναι έτοιμα δια την ημέραν αυτήν, οι δε ιππείς και οι ίπποι κάμνουν μεγάλον θόρυβον στους δρόμους της πόλεως.
5 ἐν ταῖς ὁδοῖς, καὶ συγχυθήσονται τὰ ἅρματα καὶ συμπλακήσονται ἐν ταῖς πλατείαις· ἡ ὅρασις αὐτῶν ὡς λαμπάδες πυρὸς καὶ ὡς ἀστραπαὶ διατρέχουσαι.
Τα πολεμικά άρματα θα συγκρουσθούν, θα συμπλακούν εις τας πλατείας της πόλεως. Η όψις των είναι ωσάν λαμπάδες φωτιάς· ωσάν αστραπή διατρέχουν τους δρόμους.
6 καὶ μνησθήσονται οἱ μεγιστᾶνες αὐτῶν καὶ φεύξονται ἡμέρας καὶ ἀσθενήσουσιν ἐν τῇ πορείᾳ αὐτῶν καὶ σπεύσουσιν ἐπὶ τὰ τείχη αὐτῆς καὶ ἑτοιμάσουσι τὰς προφυλακὰς αὐτῶν.
Εν όψει της φοβεράς αυτής επιδρομής οι άρχοντες της Νινευή θα ενθυμηθούν ότι και η πόλις των έχει ανάγκην υπερασπίσεως. Θα τρέξουν κατά το διάστημα της ημέρας, αλλά τα πόδια των θα παραλύσουν από τον φόβον. Θα σπεύσουν εις τα τείχη αυτής και θα ετοιμάσουν εκεί τας προφυλακάς των.
7 πύλαι τῶν ποταμῶν διηνοίχθησαν, καὶ τὰ βασίλεια διέπεσε,
Οι υδατοφράκται των ποταμών θα διαρραγούν, θα διαρρήξουν τα τείχη και έτσι τα βασιλικά ανάκτορα θα πέσουν εις τα χέρια των εχθρών.
8 καὶ ἡ ὑπόστασις ἀπεκαλύφθη, καὶ αὕτη ἀνέβαινε, καὶ αἱ δοῦλαι αὐτῆς ἤγοντο καθὼς περιστεραὶ φθεγγόμεναι ἐν καρδίαις αὐτῶν.
Ολη η ύπαρξις της πόλεως, άνθρωποι και πλούτη, θα αποκαλυφθούν ενώπιον των εχθρών. Θα συγκεντρωθούν και θα οδηγηθούν κάπου υψηλά. Δούλοι και δούλαι οι κάτοικοι της πόλεως θα οδηγηθούν εις αιχμαλωσίαν θα αναστενάζουν πικρώς εκ βάθους καρδίας, ωσάν αι περίστεραί που γουργουρίζουν.
9 καὶ Νινευή, ὡς κολυμβήθρα ὕδατος τὰ ὕδατα αὐτῆς, καὶ αὐτοὶ φεύγοντες οὐκ ἔστησαν, καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐπιβλέπων.
Και η Νινευή, η οποία δια την πολυανθρωπίαν της ωμοίαζε προς δεξαμενήν αφθόνων υδάτων, θα ίδη τους κατοίκους να φεύγουν χωρίς σταματημόν διότι κανείς πλέον άνθρωπος η Θεός της δεν ενδιαφέρεται δι' αυτήν.
10 διήρπαζον τὸ ἀργύριον, διήρπαζον τὸ χρυσίον, καὶ οὐκ ἦν πέρας τοῦ κόσμου αὐτῆς· βεβάρυνται ὑπὲρ πάντα τὰ σκεύη τὰ ἐπιθυμητὰ αὐτῆς.
Οι εχθροί διαρπάζουν το αργύριον, διαρπάζουν το χρυσίον της, ατελείωτος είναι πλούτος και ο στολισμός της, βαρύτατοι οι θησαυροί της, περισσότεροι από κάθε άλλης πόλεως, τα σκεύη τα ωραία και πολύτιμα.
11 ἐκτιναγμὸς καὶ ἀνατιναγμὸς καὶ ἐκβρασμὸς καὶ καρδίας θραυσμὸς καί ὑπόλυσις γονάτων καὶ ὠδῖνες ἐπὶ πᾶσαν ὀσφύν, καὶ τὸ πρόσωπον πάντων ὡς πρόσκαυμα χύτρας.
Η πόλις, επάνω εις την ορμήν των εχθρών της, ανατινάσσεται εσωτερικώς, εκτινάσσεται έξω από τα τείχη. Αναβρασμός γίνεται, ωσάν να συγκλονίζεται από σεισμόν. Αι καρδίαι των κατοίκων συντρίβονται από τον πόνον και τον φόβον, παραλύουν τα γόνατά των, αι οσφύες των αισθάνονται οξύν πόνον, ωσάν τας ωδίνας επιτόκου γυναικός. Και το πρόσωπον όλων είναι ωχρόν και μαύρον, όπως η εξωτερική επιφάνεια χύτρας, την οποίαν προσβάλλει η φωτιά.
12 ποῦ ἐστι τὸ κατοικητήριον τῶν λεόντων καὶ ἡ νομὴ ἡ οὖσα τοῖς σκύμνοις, οὗ ἐπορεύθη λέων τοῦ εἰσελθεῖν ἐκεῖ, σκύμνος λέοντος καὶ οὐκ ἦν ὁ ἐκφοβῶν;
Που είναι τώρα η Νινευή, η κατοικία αυτή των λεόντων, τόπος βοσκής νεαρών λεόντων και όπου ο λέων με τους λεοντιδείς εισήρχετο, χωρίς κανείς να δύναται η να τολμά να τους εκφοβήση;
13 λέων ἥρπασε τὰ ἱκανὰ τοῖς σκύμνοις αὐτοῦ καὶ ἀπέπνιξε τοῖς λέουσιν αὐτοῦ καὶ ἔπλησε θήρας νοσσιὰν αὐτοῦ καὶ τὸ κατοικητήριον αὐτοῦ ἁρπαγῆς.
Εις παλαιοτέρους καιρούς ο αγέρωχος Ασσύριος λέων ήρπαζεν αρκετά θύματα δια τους λεοντιδείς. Αλλα τα έπνιγε και τα έφερεν εις άλλους λέοντας και έτσι εγέμιζε την φωλεάν του από τα θηράματα. Το άντρον του ήτο γεμάτο από αρπαγάς.
14 ἰδοὺ ἐγὼ ἐπὶ σέ, λέγει Κύριος παντοκράτωρ, καὶ ἐκκαύσω ἐν καπνῷ πλῆθός σου, καὶ τοὺς λέοντάς σου καταφάγεται ρομφαία, καὶ ἐξολοθρεύσω ἐκ τῆς γῆς τὴν θήραν σου, καὶ οὐ μὴ ἀκουσθῇ οὐκέτι τὰ ἔργα σου.
Ιδού όμως, ότι εγώ έρχομαι τώρα εναντίον σου, λέγει ο Κυριος ο παντοκράτωρ. Θα πυρπολήσω και θα μεταβάλω εις καπνόν το πλήθος σου και τους ως άλλους λέοντας άνδρας σου θα τους καταφάγη ρομφαία θανάτου. Θα σταματήσουν πλέον να υπάρχουν θηράματα εις την γην σου. Δεν θα ακουσθούν ποτέ πλέον τα κατορθώματά σου.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα