ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΟΙΜΟΙ, ὅτι ἐγενήθην ὡς συνάγων καλάμην ἐν ἀμήτῳ, καὶ ὡς ἐπιφυλλίδα ἐν τρυγητῷ, οὐχ ὑπάρχοντος βότρυος τοῦ φαγεῖν τὰ πρωτόγονα. οἴμοι, ψυχή,
Αλλοίμονον! Εγώ και ο ισραηλιτικός λαός ομοιάζομεν με άνθρωπον, που προσπαθεί να μαζέψη στάχυα μετά τον θερισμόν και τσαμπίδια εις τα αμπέλια έπειτα από τον τρυγητόν, οπότε δεν υπάρχει κανένα καλό σταφύλι, δια να φάγη κανείς. Αλλοίμονον, ψυχή μου! εις ποίαν πτωχείαν έχομεν καταντήσει!
2 ὅτι ἀπόλωλεν εὐσεβὴς ἀπὸ τῆς γῆς καὶ κατορθῶν ἐν ἀνθρώποις οὐχ ὑπάρχει· πάντες εἰς αἵματα δικάζονται, ἕκαστος τὸν πλησίον αὐτοῦ ἐκθλίβουσιν ἐκθλιβῇ,
Εχάθηκε ευσεβής άνθρωπος από την χώραν μας. Ανθρωπος αρετής και καλών έργων δεν υπάρχει μεταξύ μας. Ολοι είναι υπεύθυνοι αιματηρών εγκλημάτων. Ο καθένας από αυτούς καταδυναστεύει τον πλησίον του με σκληρότητα.
3 ἐπὶ τὸ κακὸν τὰς χεῖρας αὐτῶν ἑτοιμάζουσιν. ὁ ἄρχων αἰτεῖ, καὶ ὁ κριτὴς εἰρηνικοὺς λόγους ἐλάλησε, καταθύμιον ψυχῆς αὐτοῦ ἐστι. καὶ ἐξελοῦμαι τὰ ἀγαθὰ αὐτῶν
Ολοι έχουν έτοιμα τα χέρια των δια το κακόν. Καθε άρχων απαιτεί δώρα. Ο κάθε κριτής, ο κάθε δικαστής, παίρνει δώρα και ομιλεί κολακευτικά και αποφασίζει σύμφωνα με την επιθυμίαν της ψυχής του ενόχου. Εγώ όμως θα αφαιρέσω από αυτούς τα παράνομα αγαθά των,
4 ὡς σὴς ἐκτρώγων καὶ βαδίζων ἐπὶ κανόνος ἐν ἡμέρᾳ σκοπιᾶς. οὐαὶ οὐαί, αἱ ἐκδικήσεις σου ἥκασι, νῦν ἔσονται κλαυθμοὶ αὐτῶν.
όπως το σκουλήκι κατατρώγει και κονιορτοποιεί το ξύλον, καθώς προχωρεί μέσα εις αυτό. Θα αποστείλω την πρέπουσαν τιμωρίαν κατά την ημέραν, που θα τους επισκεφθώ. Και τότε αλλοίμονον και τρισαλλοίμονον! Ιδού, ότι έφθασαν αι τιμωρίαι εναντίον σου. Τωρα θα ακουσθούν οι θρήνοι και οι κλαυθμοί των.
5 μὴ καταπιστεύετε ἐν φίλοις καὶ μὴ ἐλπίζετε ἐπὶ ἡγουμένοις, ἀπὸ τῆς συγκοίτου σου φύλαξαι τοῦ ἀναθέσθαι τι αὐτῇ·
Μη έχετε πλέον καμμίαν εμπιστοσύνην εις την υποστήριξιν των φίλων σας. Μη ελπίζετε εις την δύναμιν των αρχόντων σας και απ' αυτάς ακόμα τας συζύγους σας φυλαχθήτε, ώστε να μη εμπιστευθήτε τίποτε εις αυτάς,
6 διότι υἱὸς ἀτιμάζει πατέρα, θυγάτηρ ἐπαναστήσεται ἐπὶ τὴν μητέρα αὐτῆς, νύμφη ἐπὶ τὴν πενθερὰν αὐτῆς, ἐχθροὶ πάντες ἀνδρὸς οἱ ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ. ~
διότι εις την αμαρτωλότητα, που ζήτε, ο υιός κατεξευτελίζει τον πατέρα, η θυγατέρα επαναστατεί εναντίον της μητρός της, η νύμφη κατά της πενθεράς της και γενικώς όλα τα μέλη της αυτής οικογενείας είναι εχθροί εναντίον του αρχηγού της οικογενείας και αναμεταξύ των.
7 Ἐγὼ δὲ ἐπὶ τὸν Κύριον ἐπιβλέψομαι, ὑπομενῶ ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου, εἰσακούσεταί μου ὁ Θεός μου.
Εγώ όμως θα υψώσω ικετευτικά τα βλέμματά μου προς τον Κυριον. Θα δείξω υπομονήν και θα έχω εστηριγμένας τας ελπίδας μου προς τον σωτήρα Θεόν μου. Και είμαι βέβαιος, ότι ο Θεός μου θα ακούση και θα κάμη δεκτήν την προσευχήν μου.
8 μὴ ἐπίχαιρέ μοι, ἡ ἐχθρά μου, ὅτι πέπτωκα· καὶ ἀναστήσομαι, διότι ἐὰν καθίσω ἐν τῷ σκότει, Κύριος φωτιεῖ μοι.
Δια τούτο ας μια χαιρεκακή εναντίον μου η παράταξις των εχθρών μου δια την σημερινήν μου πτώσιν. Θα σηκωθώ όμως, διότι, έστω και αν τώρα ευρίσκωμαι μέσα εις τα σκοτάδια, θα αποστείλη προς εμέ ο Κυριος το φως της σωτηρίας μου.
9 ὀργὴν Κυρίου ὑποίσω, ὅτι ἥμαρτον αὐτῷ, ἕως τοῦ δικαιῶσαι αὐτὸν τὴν δίκην μου· καὶ ποιήσει τὸ κρίμα μου καὶ ἐξάξει με εἰς τὸ φῶς. ὄψομαι τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ,
Θα υπομείνω την οργήν και την τιμωρίαν του Κυρίου, διότι έχω αμαρτήσει ενώπιόν του, μέχρις ότου ο Κυριος, μετά την τιμωρίαν μου, με δικαιώση. Αφού πρώτον με δικάση και με τιμωρήση, θα με βγάλη κατόπιν στο φως της λυτρώσεως. Θα ίδω την καλωσύνην και την αγαθότητά του.
10 καὶ ὄψεται ἡ ἐχθρά μου καὶ περιβαλεῖται αἰσχύνην ἡ λέγουσα πρός με· ποῦ Κύριος ὁ Θεός σου; οἱ ὀφθαλμοί μου ἐπόψονται αὐτήν· νῦν ἔσται εἰς καταπάτημα ὡς πηλὸς ἐν ταῖς ὁδοῖς
Αυτήν την ευμένειαν του Θεού προς εμέ, θα τον ίδουν οι εχθροί μου και θα καταισχυνθούν αυτοί, οι οποίοι μέχρι προ ολίγου μου έλεγαν· Που είναι Κυριος ο Θεός σου; Τοτε οι οφθαλμοί μου θα ίδουν το κατάντημα των εχθρών μου. Η παράταξις των εχθρών μου συντετριμμένη και εξουδενωμένη θα πατηθή στους δρόμους, όπως πατείται και ζυμώνεται ο πηλός
11 ἡμέρας ἀλοιφῆς πλίνθου. ἐξάλειψίς σου ἡ ἡμέρα ἐκείνη, καὶ ἀποτρίψεται νόμιμά σου ἡ ἡμέρα ἐκείνη·
κατά την ημέραν, που χρησιμοποιείται εις επίχρισιν οικοδομής πλινθοκτίστου. Η ημέρα εκείνη θα είναι ο εξαφανισμός σου. Οι άδικοι νόμοι και οι θεσμοί σου κατά την ημέραν εκείνην, θα κονιορτοποιηθούν και θα καταργηθούν.
12 καὶ αἱ πόλεις σου ἤξουσιν εἰς ὁμαλισμὸν καὶ εἰς διαμερισμὸν Ἀσσυρίων καὶ αἱ πόλεις σου αἱ ὀχυραὶ εἰς διαμερισμὸν ἀπὸ Τύρου ἕως τοῦ ποταμοῦ καὶ ἀπὸ θαλάσσης ἕως θαλάσσης καὶ ἀπὸ ὄρους ἕως τοῦ ὄρους·
Αι πόλεις σου θα κρημνισθούν, θα γίνουν χωράφια προς διαναμήν μεταξύ των Ασσυρίων. Αι ωχυρωμέναι πόλεις σου από την Τυρον έως τον ποταμόν της Αιγύπτου και από την Νεκράν Θαλασσαν έως την Μεσόγειον Θαλασσαν, από το ένα όρος στο άλλο, θα διανεμηθούν μεταξύ των Ασσυρίων.
13 καὶ ἔσται ἡ γῆ εἰς ἀφανισμὸν σὺν τοῖς κατοικοῦσιν αὐτὴν ἀπὸ καρπῶν ἐπιτηδευμάτων αὐτῶν. ~
Ολη αυτή η χώρα θα παραδοθή εις όλεθρον μαζή με τους κατοίκους της· και η καταστροφή αυτή θα είναι καρπός της πονηράς ζωής των.
14 Ποίμανε λαόν σου ἐν ράβδῳ σου, πρόβατα κληρονομίας σου, κατασκηνοῦντας καθ᾿ ἑαυτοὺς δρυμὸν ἐν μέσῳ τοῦ Καρμήλου· νεμήσονται τὴν Βασανῖτιν καὶ τὴν Γαλλαδῖτιν καθὼς αἱ ἡμέραι τοῦ αἰῶνος.
Ω Κυριε, ποίμανε και οδήγησε τον λαόν σου με την πουμαντικήν σου ράβδον, τα πρόβατα αυτά της κληρονομίας σου· αυτούς, που φοβισμένοι τώρα έχουν καταφύγει και κατασκηνώσει εις δρυμούς ανάμεσα στο Καρμηλον όρος. Οδήγησε τα πρόβατά σου να βοσκήσουν εις την χώραν Βασάν και Γαλαάδ, όπως έπραττες και κατά τους προπαρελθόντας χρόνους.
15 καὶ κατὰ τὰς ἡμέρας ἐξοδίας σου ἐξ Αἰγύπτου ὄψεσθε θαυμαστά.
Και ο Κυριος λέγει· “θα ιδήτε ημέρας θαυμαστάς, όπως κατά την εποχήν εκείνην, που είχατε εξέλθει ελεύθεροι από την Αίγυπτον.
16 ὄψονται ἔθνη καὶ καταισχυνθήσονται ἐκ πάσης τῆς ἰσχύος αὐτῶν, ἐπιθήσουσι χεῖρας ἐπὶ τὸ στόμα αὐτῶν, τὰ ὦτα αὐτῶν ἀποκωφωθήσεται,
Ολα τα έθνη θα ίδουν την δόξαν σας και θα κατεντροπιασθούν παρ' όλην την δύναμίν των. Θα θέσουν τα χέρια των στο στόμα των, δια να μη ομιλήσουν πλέον, θα κουφαθούν τα αυτιά των από τους αλαλαγμούς της χαράς σας.
17 λείξουσι χοῦν ὡς ὄφεις σύροντες γῆν, συγχυθήσονται ἐν συγκλεισμῷ αὐτῶν· ἐπὶ τῷ Κυρίῳ Θεῷ ἡμῶν ἐκστήσονται καὶ φοβηθήσονται ἀπὸ σοῦ.
Θα γλύψουν το χώμα ωσάν τα φίδια, που σύρονται εις την γην. Θα περιπέσουν εις σύγχυσιν, φοβισμένοι θα κλεισθούν εις τας πόλεις των. Κατάπληκτοι θα μείνουν εμπρός εις τα μεγάλα έργα του Κυρίου και Θεού μας. Φοβος και τρόμος θα τους καταλάβη ενώπιόν σου”.
18 τίς Θεὸς ὥσπερ σύ; ἐξαίρων ἀνομίας καὶ ὑπερβαίνων ἀσεβείας τοῖς καταλοίποις τῆς κληρονομίας αὐτοῦ καὶ οὐ συνέσχεν εἰς μαρτύριον ὀργήν αὐτοῦ, ὅτι θελητὴς ἐλέους ἐστίν.
Και ευγνώμων ο λαός θα αναφωνήση· Ποιός άλλος Θεός είναι όπως συ, Κυριε; Συ συγχωρείς τας ανομίας, αντιπαρέρχεσαι με μακροθυμίαν τας ασεβείας των Ιουδαίων, που έχουν απομείνει· του λαού αυτού, που είναι ιδιαιτέρα ιδική σου κληρονομία. Ο Θεός δεν θα εξαπολύση πλέον την δικαίαν οργήν του εναντίον μας, διότι είναι ελεήμων.
19 αὐτὸς ἐπιστρέψει καὶ οἰκτειρήσει ἡμᾶς, καταδύσει τὰς ἀδικίας ἡμῶν καὶ ἀπορριφήσονται εἰς τὰ βάθη τῆς θαλάσσης, πάσας τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν.
Αυτός θα επιστρέψη και θα μας ελεήση, θα καταποντίση τας αδικίας μας. Ολαι αι αμαρτίαι μας θα απορριφθούν εις τα βάθη της θαλάσσης.
20 δώσει εἰς ἀλήθειαν τῷ Ἰακώβ, ἔλεον τῷ Ἁβραάμ, καθότι ὤμοσας τοῖς πατράσιν ἡμῶν κατὰ τὰς ἡμέρας τὰς ἔμπροσθεν.
Θα δώση την αλήθειάν του στον Ιακώβ, το έλεός του στον Αβραάμ, όπως είχεν ορκισθή στους προγόνους μας κατά τους προηγουμένους καιρούς.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα