ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΙΔΟΥ ἐγὼ ἐξαποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου, καὶ ἐπιβλέψεται ὁδὸν πρὸ προσώπου μου, καὶ ἐξαίφνης ἥξει εἰς τὸν ναὸν ἑαυτοῦ Κύριος, ὃν ὑμεῖς ζητεῖτε, καὶ ὁ ἄγγελος τῆς διαθήκης, ὃν ὑμεῖς θέλετε· ἰδοὺ ἔρχεται, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.
Ιδού εγώ, λέγει ο Θεός, θα αποστείλω προς σας τον αγγελιαφόρον μου, ο οποίος και θα επιβλέψη και θα προετοιμάση την οδόν μου προ εμού. Αιφνιδίως θα έλθη ο Κυριος στον ναόν του, τον οποίον Κυριον σεις ζητείτε, και ο αγελιοφόρος της νέας διαθήκης, τον οποίον σεις θέλετε. Ιδού, έρχεται, λέγει Κυριος ο Παντοκράτωρ.
2 καὶ τίς ὑπομενεῖ ἡμέραν εἰσόδου αὐτοῦ; ἢ τίς ὑποστήσεται ἐν τῇ ὀπτασίᾳ αὐτοῦ; διότι αὐτός εἰσπορεύεται ὡς πῦρ χωνευτηρίου καὶ ὡς ποιὰ πλυνόντων.
Ποιός όμως θα ημπορέση, να ανθέξη κατά την ημέραν εκείνην της ελεύσεώς του; Η ποιός θα σταθή όρθιος κατά την μεγαλειώδη εμφάνισίν του; Διότι αυτός θα εισπορευθή ενώπιον των ανθρώπων ως πυρ χωνευτηρίου και ως σταχτόνερο (αλισίβα), που χρησιμοποιούν οι πλύνοντες.
3 καὶ καθιεῖται χωνεύων καὶ καθαρίζων ὡς τὸ ἀργύριον καὶ ὡς τὸ χρυσίον· καὶ καθαρίσει τοὺς υἱοὺς Λευὶ καὶ χεεῖ αὐτοὺς ὥσπερ τὸ χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον· καὶ ἔσονται τῷ Κυρίῳ προσάγοντες θυσίαν ἐν δικαιοσύνῃ.
Και θα καθίση, δια να αναχωνεύση και καθαρίση τους πάντας, όπως ο χρυσοχόος καθαρίζει το αργύριον και το χρυσίον στο καμίνι. Και θα καθαρίση τους υιούς της φυλής Λευϊ και θα αναχωνεύση αυτούς ως εις κάμινον, όπως οι χρυσοχόος αναχωνεύει και καθαρίζει το χρυσίον και το αργύριον. Τοτε δε αυτοί και θα προσφέρουν εν δικαιοσύνη προς τον Κυριον θυσίας.
4 καὶ ἀρέσει τῷ Κυρίῳ θυσία Ἰούδα καὶ Ἱερουσαλήμ, καθὼς αἱ ἡμέραι τοῦ αἰῶνος καὶ καθὼς τὰ ἔτη τὰ ἔμπροσθεν.
Και τότε αυτή η θυσία των Ιουδαίων γενικώς, και ειδικώτερον των κατοίκων της Ιερουσαλήμ, θα είναι ευάρεστος στον Κυριον, όπως ήσαν ευάρεστοι εις αυτόν αι θυσίαι περασμένων αιώνων και προηγουμένων ετών.
5 καὶ προσάξω πρὸς ὑμᾶς ἐν κρίσει καὶ ἔσομαι μάρτυς ταχὺς ἐπὶ τὰς φαρμακοὺς καὶ ἐπὶ τὰς μοιχαλίδας καὶ ἐπὶ τοὺς ὀμνύοντας τῷ ὀνόματί μου ἐπὶ ψεύδει καὶ ἐπὶ τοὺς ἀποστεροῦντας μισθὸν μισθωτοῦ καὶ τοὺς καταδυναστεύοντας χήραν καὶ τοὺς κονδυλίζοντας ὀρφανοὺς καὶ τοὺς ἐκκλίνοντας κρίσιν προσηλύτου καὶ τοὺς μὴ φοβουμένους με, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.
Θα οδηγήσω υμάς εις δίκην και κρίσιν και εγώ θα είμαι ταχύς μάρτυς κατηγορίας εναντίον των μάγων, εναντίον των μοιχαλίδων, εναντίον εκείνων που ορκίζοντα ψευδώς στο Ονομά μου, και εκείνων που αποστερούν την αμοιβήν του ημερομισθίου εργάτου, εναντίον αυτών που καταδυναστεύουν την χήραν και γρονθοκοπούν τους ορφανούς, όπως και εναντίον εκείνων, που διαστρέφουν την δίκαίαν κρίσιν των ξένων και εκείνων οι οποίοι δεν με φοβούνται, λέγει ο Κυριος Παντοκράτωρ.
6 Διότι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν, καὶ οὐκ ἠλλοίωμαι·
Διότι εγώ είμαι ο Κυριος ο Θεός σας και δεν έχω μεταβληθή ουδέ επ' ελάχιστον.
7 καὶ ὑμεῖς οἱ υἱοὶ Ἰακὼβ οὐκ ἀπέχεσθε ἀπὸ τῶν ἀδικιῶν τῶν πατέρων ὑμῶν, ἐξεκλίνατε νόμιμά μου καὶ οὐκ ἐφυλάξασθε. ἐπιστρέψατε πρός με, καὶ ἐπιστραφήσομαι πρὸς ὑμᾶς, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. καὶ εἴπατε· ἐν τίνι ἐπιστρέψομεν;
Σεις, οι απόγονοι του Ιακώβ, δεν απεμακρύνθητε από τας αδικίας, που είχαν διαπράξει οι προγονοί σας· διεστρέψατε τον Νομον μου και δεν τον εφυλάξατε. Επανέλθετε, λοιπόν, εν μετανοία προς εμέ και εγώ θα επανέλθω προστάτης προς σας, λέγει Κυριος Παντοκράτωρ. Σεις όμως είπατε και λέγετε· από τι και εις τι να επιστρέψωμεν;
8 μήτι πτερνιεῖ ἄνθρωπος Θεόν; διότι ὑμεῖς πτερνίζετέ με. καὶ ἐρεῖτε· ἐν τίνι ἐπτερνίσαμέν σε; ὅτι τὰ ἐπιδέκατα καὶ αἱ ἀπαρχαὶ μεθ᾿ ὑμῶν εἰσι·
Εγώ σας λέγω· είναι ορθόν να καταδολιεύεται ο άνθρωπος τον Θεόν; Βεβαίως οχι. Τοτε διατί σεις καταδολιεύεσθε εμέ; Θα μου πητε· εις τι ημείς σε εδολιεύθημεν; Με εδολιεύθητε, διότι τα δέκατα και τας απαρχάς των προϊόντων σας, που ανήκουν εις εμέ, δεν μου τα προσεφέρατε, άλλα τα εκρατήσατε εις τας οικίας σας.
9 καὶ ἀποβλέποντες ὑμεῖς ἀποβλέπετε, καὶ ἐμὲ ὑμεῖς πτερνίζετε· τὸ ἔτος συνετελέσθη.
Ολην σας δε την προσοχήν εστρέψατε και στρέφετε, πως να εύρετε τρόπους, δια να με δολιευθήτε πάλιν. Ιδού, το γεωργικόν έτος συνεπληρώθη
10 καὶ εἰσηνέγκατε πάντα τὰ ἐκφόρια εἰς τοὺς θησαυρούς, καὶ ἔσται ἡ διαρπαγὴ αὐτοῦ ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ. ἐπιστρέψατε δὴ ἐν τούτῳ, λέγει Κύριος παντοκράτωρ, ἐὰν μὴ ἀνοίξω ὑμῖν τοὺς καταρράκτας τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐκχεῶ τὴν εὐλογίαν μου ὑμῖν ἕως τοῦ ἱκανωθῆναι.
και σεις εισηγάγετε όλα τα προϊόντα της γης σας εις τας αποθήκας σας. Ετσι δε εκάματε αρπαγήν των δεκάτων και απαρχών, που ευρίσκονται τώρα στο σπίτι σας. Μετανοήσατε, λοιπόν, δια τας παραβάσεις σας αυτάς, λέγει Κυριος ο Παντοτοκράτωρ, διότι άλλως δεν θα ανοίξω τους καταρράκτας του ουρανού προς χάριν σας να στείλουν βροχάς, και δεν θα σκορπίσω την ευλογίαν μου, ώστε να ικανοποιηθήτε από τα προϊόντα της γης σας.
11 καὶ διαστελῶ ὑμῖν εἰς βρῶσιν καὶ οὐ μὴ διαφθείρω ὑμῶν τὸν καρπὸν τῆς γῆς, καὶ οὐ μὴ ἀσθενήσῃ ὑμῶν ἡ ἄμπελος ἡ ἐν τῷ ἀγρῷ, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.
Θα ξεχωρίσω και θα στείλω εις σας τροφήν και δεν θα καταστρέψω τα προϊόντα της χώρας σας. Τα αμπέλια σας, που ευρίσκονται εις την ύπαιθρον δεν θα προσβληθούν από ασθενείας, λέγει Κυριος Παντοκράτωρ.
12 καὶ μακαριοῦσιν ὑμᾶς πάντα τὰ ἔθνη, διότι ἔσεσθε ὑμεῖς γῆ θελητή, λέγει Κύριος παντοκράτωρ.
Δια την πλουσίαν αυτήν καρποφορίαν και συγκομιδήν θα σας καλοτυχίζουν όλα τα έθνη, διότι η χώρα σας θα έχη γίνει επιθυμητή και ζηλευτή, λέγει Κυριος Παντοκράτωρ.
13 Ἐβαρύνατε ἐπ᾿ ἐμὲ τοὺς λόγους ὑμῶν, λέγει Κύριος, καὶ εἴπατε· ἐν τίνι κατελαλήσαμεν κατὰ σοῦ;
Βαρείς λόγους είπατε εναντίον μου, λέγει ο Κυριος. Ιδού τι είπατε· εις τι και πότε κατεφέρθημεν με λόγια εναντίον σου;
14 εἴπατε· μάταιος ὁ δουλεύων Θεῷ, καὶ τί πλέον ὅτι ἐφυλάξαμεν τὰ φυλάγματα αὐτοῦ καὶ διότι ἐπορεύθημεν ἱκέται πρὸ προσώπου Κυρίου παντοκράτορος;
Κατεφέρθητε, όταν είπατε· μάταιον είναι να υπακούη και να εργάζεται κανείς στον Θεόν. Τι τάχα ωφελήθημεν με το ότι εφυλάξαμεν τας εντολάς αυτού και επορεύθημεν ικέται ενώπιον Κυρίου του Παντοκράτορος;
15 καὶ νῦν ἡμεῖς μακαρίζομεν ἀλλοτρίους, καὶ ἀνοικοδομοῦνται πάντες ποιοῦντες ἄνομα καὶ ἀντέστησαν τῷ Θεῷ καὶ ἐσώθησαν.
Ιδού, ότι τώρα ημείς καλοτυχίζομεν τους ξένους λαούς. Βλέπομεν ότι όλοι όσοι διαπράττουν την ανομίαν και ανθίστανται στο θέλημα το Θεού, προοδεύουν, ανοικοδομούν πόλεις και γενικώς έχουν σωθή.
16 ταῦτα κατελάλησαν οἱ φοβούμενοι τὸν Κύριον, ἕκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ· καὶ προσέσχε Κύριος καὶ εἰσήκουσε καὶ ἔγραψε βιβλίον μνημοσύνου ἐνώπιον αὐτοῦ τοῖς φοβουμένοις τὸν Κύριον καὶ εὐλαβουμένοις τὸ ὄνομα αὐτοῦ.
Αυτά κατηγόρησαν τον Θεόν και αυτοί ακόμη, που φοβούνται τον Κυριον, έκαστος προς τον πλησίον αυτού. Ο Κυριος επρόσεξε και ήκουσεν αυτά, που είπαν. Τα έγραψε τα λόγια και τα έργα των φοβουμένων αυτόν εις βιβλίον αναμνηστικόν ενώπιόν του.
17 καὶ ἔσονταί μοι, λέγει Κύριος παντοκράτωρ, εἰς ἡμέραν, ἣν ἐγὼ ποιῶ εἰς περιποίησιν, καὶ αἱρετιῶ αὐτοὺς ὃν τρόπον αἱρετίζει ἄνθρωπος τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν δουλεύοντα αὐτῷ.
Οι ευσεβείς όμως αυτοί, λέγει ο Κυριος ο Παντοκράτωρ, θα είναι ιδικοί μου κατά την ημέραν εκείνην, κατά την οποίαν εγώ θα τους προστατεύσω και περιποιηθώ. Θα τους ξεχωρίσω από τους άλλους και θα τους περιβάλω με αγάπην, όπως ενας πατήρ αγαπά τον υιόν του, ο οποίος τον υπηρετεί πιστώς και προθύμως.
18 καὶ ἐπιστραφήσεσθε καὶ ὄψεσθε ἀναμέσον δικαίου καὶ ἀναμέσον ἀνόμου καὶ ἀναμέσον τοῦ δουλεύοντος Θεῷ καὶ τοῦ μὴ δουλεύοντος.
Τοτε όλοι, ασεβείς και ευσεβείς θα στραφήτε και θα ιδήτε την διαφοράν μεταξύ δικαίου και αδίκου, μεταξύ του ανθρώπου ο οποίος υπακούει και υπηρετεί τον Θεόν, και εκείνου ο οποίος ασεβεί και αρνείται να τον υπηρετήση.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα