ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΒΑΣΙΛΕΥΣ Πτολεμαῖος ὁ Φιλοπάτωρ τοῖς κατ᾿ Αἴγυπτον στρατηγοῖς καὶ πᾶσι τοῖς τεταγμένοις ἐπὶ πραγμάτων χαίρειν καὶ ἐρρῶσθαι·
Ο βασιλεύς Πτολεμαίος ο Φιλοπάτωρ, εύχομαι χαράν και υγείαν στους ανά την Αίγυπτον στρατηγούς και εις όλους τους υπαλλήλους τους διορισμένους δια τας υποθέσστου βασιλείου.
2 ἐρρώμεθα δὲ καὶ αὐτοὶ καὶ τὰ τέκνα ἡμῶν, κατευθύναντος ἡμῖν τοῦ μεγάλου Θεοῦ τὰ πράγματα καθὼς προαιρούμεθα.
Και ημείς οι ίδιοι υγιαίνομεν, όπως και τα τέκνα μας, διότι ο μεγάλος Θεός διηύθυνε τα πράγματά μας, όπως και ημείς οι ίδιοι, ηθέλομεν.
3 τῶν φίλων τινές, κακοηθείᾳ πυκνότερον ἡμῖν παρακείμενοι, συνέπεισαν ἡμᾶς εἰς τὸ τοὺς ὑπὸ τὴν βασιλείαν Ἰουδαίους συναθροίσαντας σύστημα κολάσασθαι ξενιζούσαις ἀποστατῶν τιμωρίαις,
Μερικοί από τους φίλους μας από κακάς συχνότερα διαθέσεις εναντίον ημών παρακινούμενοι μας έπεισαν, να συγκεντρώσωμεν εις μίαν ομάδα τους Ιουδαίους, που ευρίσκοντο στο βασίλειόν μου, και να τους τιμωρήσωμεν με τρομεράς και ασυνήθεις βασάνους, όπως τιμωρούνται οι επαναστάται.
4 προσφερόμενοι μήποτε εὐσταθήσειν τὰ πράγματα ἡμῶν, δι᾿ ἣν ἔχουσιν οὗτοι πρὸς πάντα τὰ ἔθνη δυσμένειαν, μέχρις ἂν συντελεσθῇ τοῦτο.
Υπέβαλαν δε εις ημάς αυτά, ισχυριζόμενοι ότι ποτέ τα πράγματά μας δεν θα προοδεύσουν εξ αιτίας του μίσους, που τρέφουν οι Εβραίοι εναντίον όλων των εθνών. Ελπίς και βεβαιότης προόδου υπάρχει, όταν σταματήση αυτή η κατάστασις.
5 οἳ καὶ δεσμίους καταγαγόντες αὐτοὺς μετὰ σκυλμῶν ὡς ἀνδράποδα, μᾶλλον δὲ ὡς ἐπιβούλους, ἄνευ πάσης ἀνακρίσεως καὶ ἐξετάσεως ἐπεχείρησαν ἀνελεῖν, νόμου Σκυθῶν ἀγριωτέραν ἐμπεπορπημένοι ὠμότητα.
Αυτοί, λοιπόν, σιδηροδεσμίους τους ωδήγησαν εις την παραλίαν με πολλάς βασάνους, ως εάν επρόκειτο δι' ανδράποδα, μάλλον δε δια κακούργους. Και ταύτα χωρίς καμμίαν προηγουμένως ανάκρισιν και εξέτασιν. Απεφάσισαν δε να τους εξολοθρεύσουν εμποτισμένοι από τέτοιαν ωμότητα, η οποία είναι αγριωτέρα και από αυτούς ακόμη τους σκληρούς νόμους των Σκυθών.
6 ἡμεῖς δὲ ἐπὶ τούτοις σκληρότερον διαπειλησάμενοι, καθ᾿ ἣν ἔχομεν πρὸς ἅπαντας ἀνθρώπους ἐπιείκειαν, μόγις τὸ ζῆν αὐτοῖς χαρισάμενοι καὶ τὸν ἐπουράνιον Θεὸν ἐγνωκότες ἀσφαλῶς ὑπερησπικότα τῶν Ἰουδαίων, ὡς πατέρα ὑπὲρ υἱῶν διαπαντὸς ὑπερμαχοῦντα,
Ημείς δι' όλα αυτά τους ηπειλήσαμεν κατά τον σκληρότερον τρόπον και επειδή εφαρμόζομεν την επιείκειαν, που δεικνύομεν προς όλους τους ανθρώπους, εχαρίσαμεν εις αυτούς μόλις την ζωήν, όταν είδομεν οφθαλμοφανώς, ότι ο επουράνιος Θεός υπερασπίζει τους Ιουδαίους με κάθε ασφάλειαν και ωσάν πατέρας υπερμαχεί υπέρ των υιών του πάντοτε.
7 τήν τε τοῦ φίλου ἣν ἔχουσι πρὸς ἡμᾶς βεβαίαν καὶ τοὺς προγόνους ἡμῶν εὔνοιαν ἀναλογισάμενοι, δικαίως ἀπολελύκαμεν πάσης καθ᾿ ὁντινοῦν αἰτίας τρόπον
Τους απηλλάξαμεν δε από κάθε κατηγορίαν υθενδήποτε προερχομένην και τους αφήσαμεν ελευθέρους, διότι ελάβομεν υπ' όψιν και την σταθεράν φιλίαν, που έχουν οι Ιουδαίοι προς ημάς, και την εύνοιαν, την οποίαν οι πρόγονοί μας είχαν δείξει προς αυτούς.
8 καὶ προστετάχαμεν ἑκάστῳ πάντας εἰς τὰ ἴδια ἐπιστρέφειν, ἐν παντὶ τόπῳ μηθενὸς αὐτοὺς τὸ σύνολον καταβλάπτοντος, μήτε ὀνειδίζειν περὶ τῶν γεγενημένων παρὰ λόγον.
Διατάσσομεν, λοιπόν, τον καθένα από σας, να συνεργήσετε δια την επιστροφήν όλων αυτών εις την πατρίδα των, χωρίς κανείς από όλους σας εις κάθε τόπον ουδέ επ' ελάχιστον να τους βλάψη η να τους χλευάση, δια τα παράλογα γεγονότα, τα οποία έλαβον χώραν εναντίον των.
9 γινώσκετε γὰρ ὅτι κατὰ τούτων, ἐάν τι κακοτεχνήσωμεν πονηρὸν ἢ ἐπιλυπήσωμεν αὐτοὺς τὸ σύνολον, οὐκ ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸν πάσης δεσπόζοντα δυνάμεως Θεὸν ὕψιστον ἀντικείμενον ἡμῖν ἐπ᾿ ἐκδικήσει τῶν πραγμάτων κατὰ πᾶν ἀφεύκτως διὰ παντὸς ἕξομεν. ἔρρωσθε>.
Μαθετε, ότι, εάν διαπράξωμεν κάτι κακόν εναντίον των η γενικώς τους λυπήσωμεν, δεν θα λυπήσωμεν άνθρωπον αλλά τον ύψιστον Θεόν, ο οποίος κυριαρχεί επί όλων των δυνάμεων του κόσμου και θα τον έχωμεν ισοβίως και αναποφεύκτως εκδικητήν και τιμωρόν δια τας παρανόμους πράξεις μας. Υγιαίνετε”.
10 Λαβόντες δὲ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην οὐκ ἐσπούδασαν εὐθέως γενέσθαι περὶ τὴν ἄφοδον, ἀλλὰ τὸν βασιλέα προσηξίωσαν τοὺς ἐκ τοῦ γένους τῶν Ἰουδαίων τὸν ἅγιον Θεὸν αὐθαιρέτως παραβεβηκότας καὶ τοῦ Θεοῦ τὸν νόμον τυχεῖν δι᾿ αὐτῶν τῆς ὀφειλομένης κολάσεως,
Οι Ιουδαίοι, όταν έλαβαν αυτήν την επιστολήν, δεν εβιάσθησαν να αναχωρήσουν αμέσως, αλλά παρεκάλεσαν τον βασιλέα, όπως στους Ιουδαίους εκείνους, οι οποίοι ελευθέρως και χωρίς εξαναγκασμόν απεμακρύνθησαν από τον άγιον Θεόν και κατεπάτησαν τον θείον νόμον, επιβληθή η οφειλομένη τιμωρία.
11 προφερόμενοι τοὺς γαστρὸς ἕνεκεν τὰ θεῖα παραβεβηκότας προστάγματα μηδέποτε εὐνοήσειν μηδὲ τοῖς τοῦ βασιλέως πράγμασιν.
Ελεγαν δε και τούτο, ότι όσοι δια λόγους κοιλιοδουλείας παραβαίνουν τα θεία προστάγματα, ποτέ δεν θα έχουν καλήν διαγωγήν απέναντι και των πραγμάτων του βασιλέως.
12 ὁ δὲ τἀληθὲς αὐτοὺς λέγειν παραδεξάμενος καὶ συναινέσας ἔδωκεν αὐτοῖς ἄδειαν πάντων, ὅπως τοὺς παραβεβηκότας τοῦ Θεοῦ τὸν νόμον ἐξολοθρεύσωσι κατὰ πάντα τὸν ὑπὸ τὴν βασιλείαν αὐτοῦ τόπον μετὰ παρρησίας ἄνευ πάσης βασιλικῆς ἐξουσίας καὶ ἐπισκέψεως.
Ο βασιλεύς παρεδέχθη, ότι αυτοί όντως λέγουν την αλήθειαν, συγκατετέθη και έδωσεν εις αυτούς την άδειαν, να εξολοθρεύσουν εις οιονδήποτε μέρος του βασιλείου του εκείνους, οι οποίοι είχαν παραβή τον νόμον του Θεού. Να επιβάλουν την τιμωρίαν αυτήν μετά θάρρους, χωρίς και να περιμένουν ειδικήν βασιλικήν διαταγήν, η έστω και απλήν γνώσιν εκ μέρους του βασιλέως.
13 τότε κατευφημήσαντες αὐτόν, ὡς πρέπον ἦν, οἱ τούτων ἱερεῖς καὶ πᾶν τὸ πλῆθος ἐπιφωνήσαντες τὸ ἀλληλούϊα, μετὰ χαρᾶς ἀνέλυσαν.
Τοτε οι Ιουδαίοι επευφήμησαν τον βασιλέα, όπως άλλωστε ήτο και πρέπον, οι εξ αυτών ιερείς και όλον το πλήθος ανεφώνησαν το “αλληλούϊα” και ανεχώρησαν κατόπιν μετά χαράς.
14 τότε τὸν ἐμπεσόντα τῶν μεμιασμένων ὁμοεθνῆ κατὰ τὴν ὁδὸν ἐκολάζοντο καὶ μετὰ παραδειγματισμῶν ἀνῃ£ρουν.
Επειτα οποιονδήποτε ομοεθνή των συναντούσαν στον δρόμον των, ο οποίος, καθ' ο εξωμότης, ήτο μολυσμένος, τον ετιμωρούσαν, τον διεπόμπευαν και τον εφόνευαν.
15 ἐκείνῃ δὲ τῇ ἡμέρᾳ ἀνεῖλον ὑπὲρ τοὺς τριακοσίους ἄνδρας καὶ ἤγαγον εὐφροσύνην μετὰ χαρᾶς τοὺς βεβήλους χειρωσάμενοι.
Κατά την ημέραν δε εκείνην εφόνευσαν περισσοτέρους από τριακοσίους εξωμότας άνδρας και εώρτασαν με μεγάλην χαράν, διότι έδωσαν την πρέπουσαν τιμωρίαν στους βεβήλους αυτούς.
16 αὐτοὶ δὲ οἱ μέχρι θανάτου τὸν Θεὸν ἐσχηκότες, παντελῆ σωτηρίας ἀπόλαυσιν εἰληφότες, ἀνέζευξαν ἐκ τῆς πόλεως παντοίοις εὐωδεστάτοις ἄνθεσι κατεστεμμένοι μετ᾿ εὐφροσύνης καὶ βοῆς, ἐν αἴνοις καὶ παμμελέσιν ὕμνοις εὐχαριστοῦντες τῷ Θεῷ τῶν πατέρων αὐτῶν αἰωνίῳ σωτῆρι τοῦ Ἰσραήλ.
Αυτοί δέ, που μέχρι θανάτου είχαν μείνει πιστοί στον Θεόν και οι οποίοι απήλαυσαν την πλήρη σωτηρίαν των, ανεχώρησαν από την πόλιν καταστεφανωμένοι με διάφορα ευωδέστατα άνθη· υμνούσαν τον Θεόν με χαράν και με κραυγάς χαράς και ευχαριστούσαν με μελωδικώτατα άσματα τον Θεόν των πατέρων των, τον αιώνιον σωτήρα του ισραηλιτικού λαού.
17 Παραγενηθέντες δὲ εἰς Πτολεμαΐδα τὴν ὀνομαζομένην διὰ τὴν τοῦ τόπου ἰδιότητα ροδοφόρον, ἐν ᾗ προσέμεινεν αὐτούς ὁ στόλος κατὰ κοινὴν αὐτῶν βουλὴν ἡμέρας ἑπτά,
Δια των πλοίων ήλθον εις την Πτολεμαΐδα, η οποία ωνομάζετο ροδοφόρος, ως εκ της ιδιότητος του τόπου να ευδοκιμούν εκεί τα ρόδα. Ο στόλος τους επερίμενε σύμφωνα με κοινήν των απόφασιν επί επτά ημέρας.
18 ἐκεῖ ἐποίησαν πότον σωτήριον, τοῦ βασιλέως χορηγήσαντος αὐτοῖς εὐψύχως τὰ πρὸς τὴν ἄφιξιν πάντα ἑκάστῳ ἕως εἰς τὴν ἰδίαν οἰκίαν.
Εκεί ωργάνωσαν συμπόσιον δια την σωτηρίαν, εφ' όσον ο βασιλεύς είχε χορηγήσει εις αυτούς εξ όλης ψυχής όλα τα μέσα δια την άφιξιν όλων και ενός εκάστου από αυτούς μέχρι της ιδιαιτέρας του οικίας.
19 καταχθέντες δὲ μετ᾿ εἰρήνης ἐν ταῖς πρεπούσαις ἐξομολογήσεσιν, ὡσαύτως κἀκεῖ ἔστησαν καὶ ταύτας ἄγειν τὰς ἡμέρας ἐπὶ τὸν τῆς παροικίας αὐτῶν χρόνον εὐφροσύνους.
Αφού δε απεβιβάσθησαν με ειρήνην εις την ξηράν και ανέπεμψαν προς τον Θεόν τους πρέποντας ύμνους δοξολογίας και ευχαριστίας, ώρισαν να εορτάζουν εκεί με χαράν τας ημέρας αυτάς κατά το χρονικόν διάστημα, που θα ευρίσκοντο εις την ξένην χώραν.
20 ἃς καὶ ἀνιερώσαντες ἐν στήλῃ κατὰ τὸν συμποσίας τόπον προσευχῆς καθιδρύσαντες, ἀνέλυσαν ἀσινεῖς, ἐλεύθεροι, ὑπερχαρεῖς, διά τε γῆς καὶ θαλάσσης καὶ ποταμοῦ ἀνασωζόμενοι τῇ τοῦ βασιλέως ἐπιταγῇ, ἕκαστος εἰς τὴν ἰδίαν
Αφού δε καθιέρωσαν και εχάραξαν εις στήλην τας εορτασίμους αυτάς ημέρας, ώρισαν δε τον τόπον εκείνον ως τόπον προσευχής, επέστρεψαν κατόπιν σώοι, ελεύθεροι, υπερβολικά χαρούμενοι, ο καθένας εις την πατρίδα του, δια της ξηράς, δια της θαλάσσης και δια των ποταμών, σύμφωνα με την διαταγήν του βασιλέως.
21 καὶ πλείστην ἢ ἔμπροσθεν ἐν τοῖς ἐχθροῖς ἐξουσίαν ἐσχηκότες μετὰ δόξης καὶ φόβου, τὸ σύνολον ὑπὸ μηδενὸς διασεισθέντες τῶν ὑπαρχόντων.
Επειτα δε από τα γεγονότα αυτά απέκτησαν μεγαλυτέραν δύναμιν απέναντι των εχθρών των, από όσην είχαν προηγουμένως. Απελάμβανον δόξαν και ενέπνεον φόβον στους αντιθέτους. Γενικώς δε εκ μέρους ουδενός τίποτε από τα υπάρχοντά των δεν διεκινδύνευε πλέον.
22 καὶ πάντα τὰ ἑαυτῶν πάντες ἐκομίσαντο ἐξ ἀπογραφῆς, ὥστε τούς ἔχοντάς τι μετὰ φόβου μεγίστου ἀποδοῦναι αὐτοῖς, τὰ μεγαλεῖα τοῦ μεγίστου Θεοῦ ποιήσαντος τελείως ἐπὶ σωτηρίᾳ αὐτῶν.
Αυτοί λοιπόν οι Ιουδαίοι, όλοι ανεξαιρέτως, επήραν τας περιουσίας των, αι οποίαι είχαν προγραφή. Και εκείνοι ακόμα από τους εθνικούς, που είχαν πάρει κάτι από τας περιουσίας των Ιουδαίων, τα επέστρεφαν εις αυτούς με μεγάλον φόβον. Ο μέγιστος Θεός έκαμεν έτσι τόσον μεγάλα θαύματα μέχρι τέλους δια την σωτηρίαν των.
23 εὐλογητὸς ὁ ρύστης Ἰσραὴλ εἰς τοὺς ἀεὶ χρόνους. Ἀμήν.
Δοξασμένος ας είναι ο Θεός, ο λυτρωτής των Ισραηλιτών, στους αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα