ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΛΕΑΖΑΡΟΣ δέ τις ἀνὴρ ἐπίσημος τῶν ἀπὸ τῆς χώρας ἱερέων, ἐν πρεσβείῳ τὴν ἡλικίαν ἤδη λελογχὼς καὶ πάσῃ τῇ κατὰ τὸν βίον ἀρετῇ κεκοσμημένος, τοὺς περὶ αὐτὸν καταστείλας πρεσβυτέρους ἐπικαλεῖσθαι τὸν ἅγιον Θεὸν προσηύξατο τάδε·
Ενας δε ανήρ, επίσημος μεταξύ των ιερέων, των από της Αιγύπτου, Ελεάζαρος ονομαζόμενος, ο οποίος είχεν ήδη προχωρήσει εις την γεροντικήν ηλικίαν και ήτο στολισμένος καθ' όλον του τον βίον με κάθε αρετήν, συνέστησεν στους πρεσβυτέρους να σταματήσουν δεόμενοι προς τον άγιον Θεόν και αυτός προοηυχήθη ως εξής·
2 βασιλεῦ μεγαλοκράτωρ, ὕψιστε, παντοκράτωρ Θεὲ τὴν πᾶσαν διακυβερνῶν ἐν οἰκτιρμοῖς κτίσιν,
“Βασιλεύ παντοδύναμε, Υψιστε Θεέ παντοκράτωρ, συ που με το έλεός σου κυβερνάς όλην την δημιουργίαν,
3 ἔπιδε ἐπὶ Ἁβραὰμ σπέρμα, ἐπὶ ἡγιασμένου τέκνα Ἰακώβ, μερίδος ἡγιασμένης σου λαὸν ἐν ξένῃ γῇ ξένον ἀδίκως ἀπολλύμενον, πάτερ.
ρίξε σπλαγχνικόν βλέμμα εις ημάς τους απογόνους του Αβραάμ, εις τα παιδιά του εκλεκτού σου Ιακώβ, εις την ηγιασμένην υπό σου αυτήν μερίδα του λαού, που ξένος ευρίσκεται εις ξένην γην, και η οποία αποθνήσκει αδίκως, ω πάτερ.
4 σὺ Φαραὼ πληθύνοντα ἅρμασι, τὸν πρὶν Αἰγύπτου ταύτης δυνάστην, ἐπαρθέντα ἀνόμῳ θράσει καὶ γλώσσῃ μεγαλορρήμονι, σὺν τῇ ὑπερηφάνῳ στρατιᾷ ποντοβρόχους ἀπώλεσας, φέγγος ἐπιφάνας ἐλέους Ἰσραὴλ γένει.
Συ, τον Φαραώ με τα πλήθη των πολεμικών αρμάτων του, ο οποίος ήτο πριν βασιλεύς αυτής της Αιγύπτου και υπερηφανεύθη με παράνομον θράσος και με μεγαλορρήμονα γλώσσαν, τον κατέστρεψες μαζή με την αλαζονικήν στρατιάν του, τους έπνιξες εις την θάλασσαν, ενώ εξ αντιθέτου ανέτειλες και εδώρισες φως του ελέους σου στο γένος των Ισραηλιτών.
5 σὺ τὸν ἀναριθμήτοις δυνάμεσι γαυρωθέντα Σενναχηρείμ, βαρὺν Ἀσσυρίων βασιλέα, δόρατι τὴν πᾶσαν ὑποχείριον ἤδη λαβόντα γῆν καὶ μετεωρισθέντα ἐπὶ τὴν ἁγίαν σου πόλιν, βαρέα λαλοῦντα κόμπῳ καὶ θράσει σύ, Δέσποτα, ἔθραυσας, ἔκδηλον δεικνὺς ἔθνεσι πολλοῖς τὸ σὸν κράτος.
Συ, τον φοβερόν βασιλέα των Ασσυρίων, τον Σενναχηρείμ, ο οποίος είχεν υπερηφανευθή δια τας αναριθμήτους του στρατιωτικάς δυνάμεις και είχεν ήδη υποτάξει δια του δόρατός του όλην την γην εις τα χέρια του, επειδή αλαζονεύθηκε εναντίον της αγίας σου πόλεως, της Ιερουσαλήμ, εκστομίζων λόγους ασεβείς κατ' αυτής με θράσος και αλαζονείαν, συ, Δέσποτα, συνέτριψες και αυτόν δείξας έτσι ολοφάνερον την δύναμίν σου εις πολλά έθνη.
6 σὺ τοὺς κατὰ τὴν Βαβυλωνίαν τρεῖς ἑταίρους, πυρὶ τὴν ψυχὴν αὐθαιρέτως δεδωκότας εἰς τὸ μὴ λατρεῦσαι τοῖς κενοῖς, διάπυρον δροσίσας κάμινον ἐρρύσω μέχρι τριχὸς ἀπημάντους, φλόγα πᾶσιν ἐπιπέμψας τοῖς ὑπεναντίοις.
Συ, δια τους τρεις φίλους παίδας, που ευρίσκοντο εις την Βαβυλωνίαν, οι οποίοι εκουσίως παρέδωσαν την ζωήν των στο πυρ, δια να μη λατρεύσουν τα μάταια είδωλα, εδρόσισες την κατακαιομένην κάμινον και τους απήλλαξες και τους διεφύλαξες αβλαβείς μέχρι και της τριχός της κεφαλής των, απέστειλες δε την φλόγα σου εναντίον όλων εκείνων, που ήσαν εχθροί των και ευρίσκοντο πλησίον της καμίνου.
7 σὺ τὸν διαβολαῖς φθόνου λέουσι κατὰ γῆς ριφέντα θηρσὶ βορὰν Δανιὴλ εἰς φῶς ἀνήγαγες ἀσινῆ,
Συ έσωσες και έβγαλες αβλαβή στο φως της ημέρας τον Δανιήλ, ο οποίος εξ αιτίας συκοφαντιών από φθόνον προερχομένων, ερρίφθη στους λέοντας εντός σκοτεινού λάκκου, δια να χρησιμεύση ως τροφή αυτών.
8 τόν τε βυθοτρεφοῦς ἐν γαστρὶ κήτους Ἰωνᾶν τηκόμενον ἀφειδῶς ἀπήμαντον πᾶσιν οἰκείοις ἀνέδειξας, πάτερ.
Συ, Πατερ, τον Ιωνάν, ο οποίος ερρίφθη εις την κοιλίαν του στους βυθούς των θαλασσών ζώντος και τρεφομένου κήτους, ενώ είχε καταβροχθισθή χωρίς οίκτον, τον ανέσυρες αβλαβή προς χάριν όλων των οικείων του.
9 καὶ νῦν μίσυβρι, πολυέλεε, τῶν ὅλων σκεπαστά, τὸ τάχος ἐπιφάνηθι τοῖς ἀπὸ Ἰσραὴλ γένους, ὑπὸ δὲ ἐβδελυγμένων ἀνόμων ἐθνῶν ὑβριζομένοις.
Και τώρα συ, Κυριε, ο οποίος μισείς την υπερηφάνειαν, πολυέλεε, προστάτα όλων, ταχέως κάμε την εμφάνισίν σου στους ανθρώπους, οι οποίοι κατάγονται από το γένος του Ισραήλ και οι οποίοι από βδελυρούς και ανόμους ειδωλολάτρας υβρίζονται.
10 εἰ δὲ ἀσεβείαις κατὰ τὴν ἀποικίαν ὁ βίος ἡμῶν ἐνέσχηται, ρυσάμενος ἡμᾶς ἀπὸ ἐχθρῶν χειρός, ὡς προαιρῇ, Δέσποτα, ἀπόλεσον ἡμᾶς μόρῳ.
Εάν όμως ο βίος μας κατά το διάστημα της απομακρύνσεώς μας από την Ιερουσαλήμ είναι πλήρης ασεβειών, απάλλαξέ μας από τας χείρας των εχθρών μας και συ, Δέσποτα, θανάτωσέ μας όπως προτιμάς.
11 μὴ τοῖς ματαίοις οἱ ματαιόφρονες εὐλογησάτωσαν ἐπὶ τῇ τῶν ἠγαπημένων σου ἀπωλείᾳ λέγοντες· οὐδὲ ὁ Θεὸς αὐτῶν ἐρρύσατο αὐτούς.
Και τούτο, δια να μη δοξολογήσουν οι ματαιόφρονες αυτοί ειδωλολάτραι τα είδωλά των, εις τα οποία θα θελήσουν να αποδώσουν την καταστροφήν των ηγαπημένων από σε ανθρώπων. Δια να μη λέγουν, ότι ούτε ο Θεός των δεν τους εγλύτωσε.
12 σὺ δὲ ὁ πᾶσαν ἀλκὴν καὶ δυναστείαν ἔχων ἅπασαν, αἰώνιε, νῦν ἔπιδε· ἐλέησον ἡμᾶς τοὺς καθ᾿ ὕβριν ἀνόμων ἀλόγιστον ἐκ τοῦ ζῆν μεθιστανομένους ἐν ἐπιβούλων τρόπῳ.
Συ, αιώνιε Θεέ, που έχεις πάσαν δύναμιν και πάσαν ισχύν ρίψε τώρα το βλέμμα σου εις ημάς. Ελέησε ημάς, οι οποίοι πρόκειται να θανατωθώμεν, όπως θανατώνονται οι κακούργοι, από ανθρώπους, που είναι υπερήφανοι, παράνομοι και απερίσκεπτοι.
13 πτηξάτω δὲ ἔθνη σὴν δύναμιν ἀνίκητον σήμερον, ἔντιμε, δύναμιν ἔχων ἐπί σωτηρίᾳ Ἰακὼβ γένους.
Ας τρομάξουν, και κατατρομαγμένα ας συμμαζευθούν σήμερον τα έθνη ενώπιον της ακατανίκητου δυνάμεώς σου, έντιμε Κυριε, Συ ο οποίος έχεις ακατανίκητον την δύναμιν, δια να σώσης το γένος του Ιακώβ.
14 ἱκετεύει σε τὸ πᾶν πλῆθος τῶν νηπίων καὶ οἱ τούτων γονεῖς μετὰ δακρύων.
Σε ικετεύει όλον τούτο το πλήθος των νηπίων και οι γονείς αυτών μετά δακρύων.
15 δειχθήτω πᾶσιν ἔθνεσιν, ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν εἶ, Κύριε, καὶ οὐκ ἀπέστρεψας τὸ πρόσωπόν σου ἀφ᾿ ἡμῶν, ἀλλὰ καθὼς εἶπας ὅτι οὐδ᾿ ἐν τῇ γῇ τῶν ἐχθρῶν αὐτῶν ὄντων ὑπερεῖδες αὐτούς, οὕτως ἐπιτέλεσον, Κύριε.
Ας φανή, Κυριε, εις όλα τα έθνη, ότι είσαι μαζή μας και δεν απέστρεψες το πρόσωπόν σου από ημάς, αλλά, όπως άλλοτε υπεσχέθης ότι δεν θα μας παραβλέψης, όταν ευρισκώμεθα εις την χώραν των εχθρών μας, πράξε τούτο και τώρα, Κυριε”.
16 Τοῦ δὲ Ἐλεαζάρου λήγοντος ἄρτι τῆς προσευχῆς, ὁ βασιλεὺς σὺν τοῖς θηρίοις καὶ παντὶ τῷ τῆς δυνάμεως φρυάγματι κατὰ τὸν ἱππόδρομον παρῆγε.
Αμέσως, μόλις ετελείωσε την προσευχήν του ο Ελεάζαρος, εισώρμησεν ο βασιλεύς μαζή με τα θηρία και με όλον τον φρυαττόμενον στρατόν του στο ιπποδρόμιον.
17 καὶ θεωρήσαντες οἱ Ἰουδαῖοι μέγα εἰς οὐρανὸν ἀνέκραξαν, ὥστε καὶ τοὺς παρακειμένους αὐλῶνας συνηχήσαντας ἀκατάσχετον οἰμωγὴν ποιῆσαι παντὶ τῷ στρατοπέδῳ.
Οι Ιουδαίοι, όταν είδαν αυτά, ανέκραξαν με μεγάλην φωνήν προς τον Θεόν, ώστε αντήχησαν αι πλησίον κοιλάδες και ηκούσθη εις όλον το στρατόπεδον του Πτολεμαίου ασυγκράτητος θρήνος,
18 τότε ὀ μεγαλόδοξος παντοκράτωρ καὶ ἀληθινὸς Θεός, ἐπιφάνας τὸ ἅγιον αὐτοῦ πρόσωπον, ἠνέῳξε τὰς οὐρανίους πύλας, ἐξ ὧν δεδοξασμένοι δύο φοβεροειδεῖς ἄγγελοι κατέβησαν φανεροὶ πᾶσι, πλὴν τοῖς Ἰουδαίοις,
τότε ο άπειρος κατά την δόξαν, και παντοδύναμος και αληθινός Θεός, κατέστησεν ολοφάνερον την αγίαν αυτού δύναμιν, διότι ήνοιξε τας πύλας του ουρανού και κατέβησαν από αυτούς δύο ολόλαμπροι, αλλά και φοβεροί κατά την μορφήν, άγγελοι, τους οποίους έβλεπον όλοι οι άλλοι πλην των Ιουδαίων.
19 καὶ ἀντέστησαν καὶ τὴν δύναμιν τῶν ὑπεναντίων ἐπλήρωσαν ταραχῆς καὶ δειλίας καὶ ἀκινήτοις ἔδησαν πέδαις.
Αυτοί αντεστάθησαν εις την επιδρομήν των θηρίων και εγέμισαν από φόβον και ταραχήν την στρατιωτικήν δύναμιν των εχθρών και σαν με σιδερένια δεσμά τους έδεσαν και τους έκαμαν ακινήτους.
20 καὶ ὑπόφρικον καὶ τὸ τοῦ βασιλέως σῶμα ἐγενήθη καὶ λήθη τὸ θράσος αὐτοῦ τὸ βαρύθυμον ἔλαβε.
Και αυτού του βασιλέως το σώμα, εκυριεύθη από φρίκην, ώστε αυτός ελησμόνησε τον άγριον του θυμόν.
21 καὶ ἀπέστρεψαν τὰ θηρία ἐπὶ τὰς συνεπομένας ἐνόπλους δυνάμεις καὶ κατεπάτουν αὐτὰς καὶ ὠλόθρευον.
Τοτε τα θηρία εστράφησαν εναντίον των στρατιωτών, που τα ακολουθούσαν, τους καταπατούσαν και τους εξωλόθρευαν.
22 καὶ μετεστράφη τοῦ βασιλέως ἡ ὀργὴ εἰς οἶκτον καὶ δάκρυα ὑπὲρ τῶν ἔμπροσθεν αὐτῷ μεμηχανευμένων.
Αμέσως η οργή του βασιλέως μετεστράφη εις θρήνους και δάκρυα, διότι αυτός προηγουμένως είχε μηχανευθή και αποφασίσει την με αυτόν τον τρόπον καταστροφήν των Εβραίων.
23 ἀκούσας γὰρ τῆς κραυγῆς καὶ συνιδῶν πρηνεῖς ἅπαντας εἰς τὴν ἀπώλειαν, δακρύσας μετὰ ὀργῆς τοῖς φίλοις διηπειλεῖτο λέγων·
Διότι, όταν ο βασιλεύς ήκουσε την κραυγήν και είδεν ότι όλοι ευρίσκονται κατά γης παράλυτοι προς καταστροφήν, εδάκρυσε και απηύθυνε βαρείας απειλάς εναντίον των φίλων του λέγων·
24 παραβασιλεύετε καὶ τυράννους ὑπερβεβήκατε ὠμότητι καὶ ἐμὲ αὐτὸν τὸν ὑμῶν εὐεργέτην ἐπιχειρεῖτε τῆς ἀρχῆς ἤδη καὶ τοῦ πνεύματος μεθιστᾶν, λάθρα μηχανώμενοι τὰ μὴ συμὑφεροντα τῇ βασιλείᾳ.
“σεις έχετε κάμει ιδικήν σας παραβασιλείαν και εξεπεράσατε κατά την σκληρότητα τους τυράννους. Διότι εμέ, τον ευεργέτην σας, επιχειρείτε να με αποξενώσετε από την εξουσίαν και να μου αφαιρέσετε την ζωήν μου και συνωμοτείτε κρυφίως εναντίον των συμφερόντων της βασιλείας μου.
25 τίς τοὺς κρατήσαντας ἡμῶν ἐν πίστει τὰ τῆς χώρας ὀχυρώματα, τῆς οἰκίας ἀποστήσας ἕκαστον ἀλόγως ἤθροισεν ἐνθάδε;
Ποιός χωρίς κανένα λόγον και αφορμήν συνεκέντρωσεν εδώ αυτούς τους Ιουδαίους και τους απεμάκρυνεν από τα σπίτια των, αυτούς οι οποίοι δια την μεγάλην των προς ημάς πίστιν ηγωνίσθησαν και εκράτησαν αδούλωτα τα οχυρώματα της χώρας μας;
26 τίς τοὺς ἐξ ἀρχῆς εὐνοίᾳ πρὸς ἡμᾶς κατὰ πάντα διαφέροντας πάντων ἐθνῶν καὶ τοὺς χειρίστους πλεονάκις ἀνθρώπων ἐπιδεδεγμένους κινδύνους, οὕτως ἀθέσμοις περιέβαλεν αἰκίαις;
Ποιός με τέτοια παράνομα βασανιστήρια εταλαιπώρησεν αυτούς τους Ιουδαίους, οι οποίοι απ' αρχής διέκειντο ευμενώς προς ημάς και ενδιεφέροντο δια τα ιδικά μας πράγματα περισσότερον από όλα τα άλλα έθνη και οι οποίοι προς χάριν ημών είχαν εκτεθή και στους χειροτέρους, πολλές φορές, κινδύνους;
27 λύσατε, ἐκλύσατε ἄδικα δεσμά· εἰς τὰ ἴδια μετ᾿ εἰρήνης ἐξαποστείλατε, τὰ προπεπραγμένα παραιτησάμενοι.
Λυσατε, λύσατε τελείως τα άδικα δεσμά και αποστείλατέ τους με ειρήνην εις την πατρίδα των, αποκηρύσσοντες όσα εναντίον των είχατε πράξει προηγουμένως.
28 ἀπολύσατε τοὺς υἱοὺς τοῦ παντοκράτορος ἐπουρανίου Θεοῦ ζῶντος, ὃς ἀφ᾿ ἡμετέρων μέχρι τοῦ νῦν προγόνων ἀπαραπόδιστον μετὰ δόξης εὐστάθειαν παρέχει τοῖς ἡμετέροις πράγμασιν.
Ελευθερώσατε τους υιούς του παντοκράτορος και επουρανίου και ζώντος Θεού, ο οποίος από τους προγόνους μας μέχρι της σημερινής ημέρας δίδει εις τα ιδικά μας πράγματα ανεμπόδιστον μετά δόξης σταθερότητα”.
29 ὁ μὲν οὖν ταῦτα ἔλεξεν· οἱ δὲ ἐν ἀμερεῖ χρόνῳ λυθέντες τὸν ἅγιον σωτῆρα Θεὸν αὐτῶν εὐλόγουν, ἄρτι τὸν θάνατον ἐκπεφευγότες.
Ο μέν, λοιπόν, βασιλεύς αυτά είπε· οι δε Ιουδαίοι αμέσως, χωρίς καμμίαν χρονοτριβήν ελύθησαν από τα δεσμά των, εδοξολογούσαν τον άγιον σωτήρα των, τον Θεόν, διότι διέφυγον τον προ ολίγου φοβερόν θάνατον.
30 Εἶτα ὁ βασιλεὺς εἰς τὴν πόλιν ἀπαλλαγείς, τὸν ἐπὶ τῶν προσόδων προσκαλεσάμενος, ἐκέλευσεν οἴνους τε καὶ τὰ λοιπὰ πρὸς εὐωχίαν ἐπιτήδεια τοῖς Ἰουδαίοις χορηγεῖν ἐπὶ ἡμέρας ἑπτά, κρίνας αὐτοὺς ἐν ᾧ τόπῳ ἔδοξαν τὸν ὄλεθρον ἀναλαμβάνειν, ἐν τούτῳ ἐν εὐφροσύνῃ πάσῃ σωτήρια ἄγειν.
Επειτα ο βασιλεύς, όταν επανήλθεν εις την πόλιν, προσεκάλεσε τον εισπράκτορα των προσόδων του και του έδωσεν εντολήν να χορηγήση στους Ιουδαίους επτά ημέρας οίνον και όσα άλλα εχρειάζοντο δια συμπόσια ευωχίας· κρίνας ότι έπρεπεν οι Ιουδαίοι στον τόπον εκείνον, όπου επίστευσαν ότι θα έβρισκαν τον όλεθρόν των, εις αυτόν να εορτάσουν με κάθε ευφροσύνην και χαράν την σωτηρίαν των.
31 τότε οἱ πρὶν ἐπονείδιστοι καὶ πλησίον τοῦ ᾅδου, μᾶλλον δ᾿ ἐπ᾿ αὐτῷ βεβηκότες, ἀντὶ πικροῦ καὶ δυσαιάκτου μόρου, κώθωνα σωτήριον συστησάμενοι, τὸν εἰς πτῶσιν αὐτοῖς καὶ τάφον ἡτοιμασμένον τόπον κλισίαις κατεμέρισαν πλήρεις χαρμονῆς.
Και τότε οι μέχρι προ ολίγου σκληρώς εμπαιζόμενοι και βασανιζόμενοι Ιουδαίοι, οι οποίοι είχαν ευρεθή πλησίον του άδου, μάλλον δε και είχαν εισέλθει στον άδην, αντί του πικρού και αξιοθρηνήτου θανάτου, οργάνωσαν συμπόσιον σωτηρίας, ώστε ο τόπος εκείνος, που είχε προορισθή ως τόπος σφαγής των και θανάτου, έγινε τόπος χαράς, καταμερισμένος εις τμήματα, όπου καθ' ομάδας εκάθηντο οι Ιουδαίοι και εώρταζαν το συμπόσιον της χαράς.
32 καταλήξαντες δὲ θρήνου πανόδυρτον μέλος ἀνέλαβον ᾠδὴν πάτριον, τὸν σωτῆρα καὶ τερατοποιὸν αἰνοῦντες Θεόν· οἰμωγήν τε πᾶσαν καὶ κωκυτὸν ἀπωσάμενοι χοροὺς συνίσταντο εὐφροσύνης εἰρηνικῆς σημεῖον.
Αφού δε έπαυσαν πλέον τα πλήρη οδυρμών πένθιμα άσματά των, ήρχισαν να ψάλλουν τους πατροπαραδότους ύμνους, δοξολογούντες τον θαυματουργόν και σωτήρα των Θεόν. Αφού δε απέβαλον πλέον κάθε στεναγμόν και θρήνον, έστησαν χορούς χαράς εις έκφρασιν της ειρηνικής και χαρουμένης ζωής των.
33 ὡσαύτως δὲ καὶ ὁ βασιλεὺς περὶ τούτων συμπόσιον βαρὺ συναγαγών, ἀδιαλείπτως εἰς οὐρανὸν ἀνθωμολογεῖτο μεγαλοπρεπῶς ἐπὶ τῇ παραδόξῳ γενηθείσῃ αὐτῷ σωτηρίᾳ.
Επίσης και ο βασιλεύς δια τα αυτά γεγονότα ωργάνωσε πλούσιον συμπόσιον, αδιαλείπτως δε και μεγαλοπρεπώς εδόξαζε τον Θεόν δια την σωτηρίαν του, η οποία κατά τόσον θαυμαστόν και παράδοξον τρόπον έγινε δι' αυτόν.
34 οἵ τε πρὶν εἰς ὄλεθρον καὶ οἰωνοβρώτους αὐτοὺς ἔσεσθαι τιθέμενοι, μετὰ χαρᾶς ἀπογραψάμενοι κατεστέναξαν, αἰσχύνην ἐφ᾿ ἑαυτοῖς περιβαλλόμενοι καὶ τὴν πυρίπνουν τόλμαν ἀκλεῶς ἐσβεσμένοι.
Οι δε εχθροί των Ιουδαίων, οι οποίοι ολίγον προηγουμένως είχαν ακλόνητον την πεποίθησιν ότι οι Ιουδαίοι θα εξολοθρευθούν και θα γίνουν βορά των σαρκοφάγων πτηνών του ουρανού, και οι οποίοι με χαράν τους κατέγραφαν, τώρα ανεστέναζαν, διότι είχαν κατεντροπιασθή. Η δε πύρινη των θρασύτης εναντίον των Ιουδαίων είχε σβήσει τόσον αδόξως.
35 οἵ τε Ἰουδαῖοι, καθὼς προειρήκαμεν, συστησάμενοι τὸν προειρημένον χορόν, μετ᾿ εὐωχίας ἐν ἐξομολογήσεσιν ἱλαραῖς καὶ ψαλμοῖς διῆγον,
Οι Ιουδαίοι, όπως προηγουμένως ανεφέραμεν, έστησαν χορούς, μετείχαν εις χαρμόσυνα συμπόσια και εδόξαζον με ύμνους ευχαριστίας τον Κυριον.
36 καὶ κοινὸν ὁρισάμενοι περὶ τούτων θεσμὸν ἐπὶ πᾶσαν τὴν παροικίαν αὐτῶν εἰς γενεάς, τὰς προειρημένας ἡμέρας ἄγειν ἔστησαν εὐφροσύνους, οὐ πότου χάριν καὶ λιχνείας, σωτηρίας δὲ τῆς διὰ Θεὸν γενομένης αὐτοῖς.
Ελαβον δε ομόφωνον απόφασιν και ώρισαν, όπως εις όλην την παροικίαν των και εις όλας τας επερχομένας γενεάς εορτάζωνται με ευφροσύνην αι προμνημονευθείσαι ημέραι της σωτηρίας των, όχι δια να πίνουν και τρώγουν καλομαγειρευμένα φαγητά, αλλά δια την σωτηρίαν των, η οποία εδόθη εις αυτούς από τον Θεόν.
37 ἐνέτυχον δὲ τῷ βασιλεῖ τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν εἰς τὰ ἴδια αἰτούμενοι.
Παρεκάλεσαν δε τον βασιλέα να τους αφήση να επανέλθουν εις τα σπίτια των.
38 ἀπογράφονται δὲ αὐτοὺς ἀπὸ πέμπτης καὶ εἰκάδος τοῦ Παχὼν ἕως τῆς τετάρτης τοῦ Ἐπιφί, ἐπὶ ἡμέρας τεσσαράκοντα, συνίστανται δὲ αὐτῶν τὴν ἀπώλειαν ἀπὸ πέμπτης τοῦ Ἐπιφὶ ἕως ἑβδόμης, ἡμέραις τρισίν,
Η δια το έργον της εξοντώσεώς των απογραφή των Ιουδαίων υπό των εθνικών έγινεν από της εικοστής πέμπτης του μηνός Παχών μέχρι της τετάρτης του μηνός Επιφί, επί τεσσαράκοντα ημέρας. Αι δε εναντίον αυτών εν Αλεξανδρείᾳ ταλαιπωρίαι και βασανισμοί διήρκεσαν από της πέμπτης του μηνός Επιφί μέχρι και της εβδόμης του ιδίου μηνός, δηλαδή τρεις ημέρας.
39 ἐν αἷς καὶ μεγαλοδόξως ἐπιφάνας τὸ ἔλεος αὐτοῦ ὁ τῶν ὅλων δυνάστης ἀπταίστους αὐτοὺς ἐρρύσατο ὁμοθυμαδόν.
Επειτα από τας ημέρας αυτάς, ο Θεός ο παντοκράτωρ έδειξε κατά ένα μεγαλόδοξον τρόπον το έλεός του και εγλύτωσεν αυτούς από τους διωγμούς σώους και αβλαβείς.
40 εὐωχοῦντο δὲ πάνθ᾿ ὑπὸ τοῦ βασιλέως χορηγούμενοι μέχρι τῆς τεσσαρεσκαιδεκάτης, ἐν ᾗ καὶ τὴν ἐντυχίαν ἐποιήσαντο περὶ τῆς ἀπολύσεως αὐτῶν.
Με τας χορηγηθείσας δε από τον βασιλέα τροφάς οι Ιουδαίοι ευωχούντο εις συμπόσια από της ογδόης έως της δεκάτης τετάρτης του Επιφί, κατά την οποίαν παρεκάλεσαν τον βασιλέα να τους αφήση ελευθέρους.
41 συναινέσας τε αὐτοῖς ὁ βασιλεὺς ἔγραψεν αὐτοῖς τὴν ὑπογεγραμμένην ἐπιστολὴν πρὸς τοὺς κατὰ πόλιν στρατηγοὺς μεγαλοψύχως τὴν ἐκτενίαν ἔχουσαν.
Εκείνος απεδέχθη την αίτησίν των και έγραψε προς τους ανά τας διαφόρους πόλεις στρατηγούς, κατά τρύπον έντονον, τας καλυτέρας συστάσεις δια τους Ιουδαίους, την κατωτέρω επιστολήν.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα