ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΤΟΤΕ προσκαλεσάμενος ¨Ερμωνα τὸν πρὸς τῇ τῶν ἐλεφάντων ἐπιμελείᾳ, βαρείᾳ μεμεστωμένος ὀργῇ καὶ χόλῳ κατὰ πᾶν ἀμετάθετος
Τοτε ο βασιλεύς γεμάτος οργήν και πικρίαν εναντίον των Ιουδαίων, έχων οπωσδήποτε αμετάθετον την απόφασιν να τους τιμωρήση, εκάλεσε τον Ερμωνα, ο οποίος είχεν αναλάβει την φροντίδα δια τους ελέφαντας.
2 ἐκέλευσεν ὑπὸ τὴν ἐπερχομένην ἡμέραν δαψιλέσι δράκεσι λιβανωτοῦ καὶ οἴνῳ πλείονι ἀκράτῳ ἅπαντας τοὺς ἐλέφαντας ποτίσαι, ὄντας τὸν ἀριθμὸν πεντακοσίους, καὶ ἀγριωθέντας τῇ τοῦ πόματος ἀφθόνῳ χορηγίᾳ εἰσαγαγεῖν πρὸς συνάντησιν τοῦ μόρου τῶν Ἰουδαίων.
Διέταξε, λοιπόν, αυτόν να χρησιμοποίηση κατά την επομένην ημέραν άφθονες χουφτιές λιβανωτού δια τους ελέφαντας και να ποτίση αυτούς με ανόθευτον οίνον- ήσαν δε πεντακόσιοι κατά τον αριθμόν- ώστε αυτοί υπό την επήρειαν του αφθόνου θυμιάματος και της πλουσίας χορηγήσεως του ακράτου οίνου, εξηγριωμένοι να οδηγηθούν εναντίον των Ιουδαίων, δια να τους καταπατήσουν και τους εξοντώσουν.
3 ὁ μὲν τάδε προστάσσων ἐτρέπετο πρὸς τὴν εὐωχίαν, συναγαγὼν τοὺς μάλιστα τῶν φίλων καὶ τῆς στρατιᾶς ἀπεχθῶς ἔχοντας πρὸς τοὺς Ἰουδαίους·
Και ο μεν βασιλεύς, αφού διέταξεν αυτά, ενδιεφέρθη πάλιν δια το συμπόσιον και προσεκάλεσε και συνεκέντρωσεν εις αυτό τους φίλους και τους εκ του στρατού του αξιωματούχους, οι οποίοι περισσότερον από κάθε άλλον διέκειντο εχθρικώς εναντίον των Ιουδαίων.
4 ὁ δὲ ἐλεφαντάρχης τὸ προσταγὲν ἀραρότως ¨Ερμων συνετέλει.
Ο δε επιμελητής των ελεφάντων, ο Ερμων, εξετέλει, όπως έπρεπε, την διαταγήν του βασιλέως.
5 οἵ τε πρὸς τούτοις λειτουργοὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ἀξιόντες τὰς τῶν ταλαιπώρων ἐδέσμευον χεῖρας τήν τε λοιπὴν ἐμηχανῶντο περὶ αὐτοὺς ἀσφάλειαν, ἔννυχον δόξαντες ὁμοῦ λήψεσθαι τὸ φῦλον πέρας τῆς ὀλεθρίας.
Οι δια τας υποθέσεις αυτάς υπηρέται εξήλθον κατά την εσπέραν, έδεναν τα χέρια των ταλαιπώρων Ιουδαίων, που ευρίσκοντο στο στάδιον, επινοούσαν δε και εχρησιμοποιούσαν κάθε άλλον τρόπον, δια να τους κρατήσουν εκεί ασφαλείς. Επίστευον δέ, ότι κατά την επομένην νύκτα θα λάβη πέρας η εξολόθρευσις ολοκλήρου του γένους των Εβραίων.
6 οἱ δὲ πάσης σκέπης ἔρημοι δοκοῦντες εἶναι τοῖς ἔθνεσιν Ἰουδαῖοι διὰ τὴν πάντοθεν περιέχουσαν αὐτοὺς μετὰ δεσμῶν ἀνάγκην,
Οι Ιουδαίοι, επιστεύετο από τους εθνικούς, ότι ήσαν έρημοι από κάθε σκέπην και προστασίαν, διότι τους έβλεπαν δεμένους και από όλα τα σημεία φρουρουμένους δια την προσεχή των εκτέλεσιν.
7 τὸν παντοκράτορα Κύριον καὶ πάσης δυνάμεως δυναστεύοντα, ἐλεήμονα Θεὸν αὐτῶν καὶ πατέρα, δυσκαταπαύστῳ βοῇ πάντες μετὰ δακρύων ἐπεκαλέσαντο, δεόμενοι
Οι Ιουδαίοι όμως προσηύχοντο και εδέοντο, με ακατάπαυστον βοήν και με δάκρυα, προς τον Παντοκράτορα Κυριον, τον κυρίαρχον πάσης δυνάμεως, τον ελεήμονα Θεόν των και πατέρα των, παρακαλούσαν δε αυτόν,
8 τὴν κατ᾿ αὐτῶν μεταστρέψαι βουλὴν ἀνοσίαν καὶ ρύσασθαι αὐτοὺς μετὰ μεγαλομεροῦς ἐπιφανείας ἐκ τοῦ παρὰ πόδας ἐν ἑτοίμῳ μόρου.
να μεταστρέψη την εναντίον των ανοσίαν απόφασίν του βασιλέως και να γλυτώση αυτούς από τον επικείμενον σκληρόν θάνατον με μίαν έκτακτον και μεγαλοπρεπή εμφάνισίν του.
9 τούτων μὲν οὖν ἐκτενῶς ἡ λιτανεία ἀνέβαινεν εἰς οὐρανόν.~
Η εκτενής αυτή λιτανεία τούτων ανέβαινε προς τον ουρανόν, προς τον Θεόν.
10 Ὁ δὲ ¨Ερμων τοὺς ἀνηλεεῖς ἐλέφαντας ποτίσας πεπληρωμένους τῆς τοῦ οἴνου πολλῆς χορηγίας καὶ τοῦ λιβάνου μεμεστωμένους, ὄρθροις ἐπὶ τὴν αὐλὴν παρῆν περὶ τούτων προσαγγεῖλαι τῷ βασιλεῖ.
Ο Ερμων, αφού επότισε τους αγρίους άλλως τε ελέφαντάς του με πολύν και άκρατον οίνον, και αφού τους εγέμισε από το θυμίαμα του λιβανωτού, ήλθε λίαν πρωϊ εις την βασιλικήν αυλήν, δια να αναγγείλη στον βασιλέα ότι όλα ήσαν έτοιμα.
11 τὸ δὲ ἀπ᾿ αἰῶνος χρόνου κτίσμα καλὸν ἐν νυκτὶ καὶ ἡμέρᾳ ἐπιβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ χαριζομένου πᾶσιν, οἷς ἂν αὐτὸς θελήσῃ, ὕπνου μέρος ἀπέστειλε πρὸς τὸν βασιλέα,
Ο Θεός όμως, ο οποίος από αιώνας αιώνων χαρίζει νύκτα και ημέραν το καλόν εις εκείνους, που αυτός θέλει, έστειλεν στον βασιλέα ένα βαθύν ύπνον.
12 καὶ ἡδίστῳ καὶ βαθεῖ κατεσχέθη τῇ ἐνεργείᾳ τοῦ Δεσπότου, τῆς ἀθέσμου μὲν προθέσεως πολὺ διεσφαλμένος, τοῦ δὲ ἀμεταθέτου λογισμοῦ μεγάλως διεψευσμένος.
Ετσι δε ο βασιλεύς, δια της ενεργείας του Δεσπότου Θεού, εβυθίσθη εις ένα βαθύν και κατ' εξοχήν ευχάριστον ύπνον, ώστε εματαίωσε την πραγμάτωσιν της αδίκου επιθέσεώς του και διεψεύσθη μεγάλως εις την αμετάθετον αυτήν απόφασίν του.
13 οἱ δὲ Ἰουδαῖοι τὴν προσημανθεῖσαν ὥραν διαφυγόντες, τὸν ἅγιον ᾔνουν Θεὸν αὐτῶν καὶ πάλιν ἠξίουν τὸν εὐκατάλλακτον δεῖξαι τῆς μεγαλοσθενοῦς αὐτοῦ χειρὸς κράτος ἔθνεσιν ὑπερηφάνοις.
Οι Ιουδαίοι ιδόντες ότι κατά την προμνημονευθείσαν ώραν διέφυγαν τον όλεθρον, υμνολογούσαν τον άγιον Θεόν και παρακαλούσαν τον ευδιάλλακτον και ελεήμονα Κυριον, να δείξη το σθένος της παντοδυνάμου αυτού ισχύος εις όλα τα αλαζονικά έθνη.
14 μεσούσης δὲ ἤδη τῆς δεκάτης ὥρας σχεδόν, ὁ πρὸς ταῖς κλήσεσι τεταγμένος, ἀθρόους τοὺς κλητοὺς ἰδών, ἔνυξε προσελθὼν τὸν βασιλέα.
Οταν πλέον η ώρα ήτο δέκα και μισή, τέσσαρες δηλαδή και μισή το απόγευμα, ο βασιλεύς εκοιμάτο ακόμη. Ο αυλικός, ο επιφορτισμένος με τας προσκλήσεις των συνδαιτυμόνων, όταν είδεν ότι οι προσκεκλημένοι δια το συμπόσιον είχον όλοι συγκεντρωθή, επλησίασε και εκέντησεν ολίγον τον βασιλέα.
15 καὶ μόλις διεγείρας ὑπέδειξε τὸν τῆς συμποσίας καιρὸν ἤδη παρατρέχοντα, τὸν περὶ τούτων λόγον ποιούμενος.
Με κάποιαν δε δυσκολίαν αφού τον εξύπνησε, του ανήγγειλεν, ότι ο ορισθείς δια το συμπόσιον χρόνος είχε σχεδόν παρέλθει και του έδιδε τας απαραιτήτους δι' αυτό πληροφορίας.
16 ὃν ὁ βασιλεὺς λογισάμενος καὶ τραπεὶς εἰς τὸν πότον, ἐκέλευσε τοὺς παραγεγονότας εἰς τὴν συμποσίαν ἄντικρυς ἀνακλιθῆναι αὐτοῦ.
Ο βασιλεύς όταν ήκουσε και κατενόησε την αναγγελίαν αυτήν του αυλικού του, εστράφη προς το συμπόσιον και διέταξε τους προσελθόντας να ανακλιθούν απέναντί του.
17 οὗ καὶ γενομένου, παρῃ£νει εἰς εὐωχίαν δόντας ἑαυτούς, τὸ παρὸν τῆς συμποσίας ἐπιπολὺ γεραιρομένους εἰς εὐφροσύνην καταθέσθαι μέρος.
Αφού δε όλοι κατέλαβαν τας θέσεις των, ο βασιλεύς τους προέτρεπε να δοθούν ολόκληροι εις την ευωχίαν, εις την παρούσαν συμμετοχήν του συμποσίου, να ευφραίνωνται και επί πολύ να απολαμβάνουν αυτό.
18 ἐπὶ πλεῖον δὲ προβαινούσης τῆς ὁμιλίας, τὸν ¨Ερμωνα μεταπεμψάμενος ὁ βασιλεύς, μετὰ πικρᾶς ἀπειλῆς ἐπυνθάνετο, τίνος ἕνεκεν αἰτίας εἰάθησαν οἱ Ἰουδαῖοι τὴν παροῦσαν ἡμέραν περιβεβιωκότες;
Ενῷ όμως η συνομιλία κατά το συμπόσιον επροχωρούσε ο βασιλεύς έστειλε και εκάλεσε τον Ερμωνα και απειλών αυτόν αυστηρώς εζητούσε να μάθη την αιτίον, δια την οποίαν είχαν αφεθή εν τη ζωή οι Εβραίοι κατά την παρούσαν ημέραν.
19 τοῦ δὲ ὑποδείξαντος ἐκ νυκτὸς τὸ προσταγὲν ἐπὶ τέλος ἀγηοχέναι καὶ τῶν φίλων αὐτῷ προσμαρτυρησάντων,
Οταν δε ο Ερμων του ανήγγειλεν, ότι η διαταγή του είχεν εξ ολοκλήρου εκτελεσθή από της νυκτός ακόμη, οι δε φίλοι του βασιλέως επεβεβαίωναν το γεγονός,
20 τὴν ὠμότητα χείρονα Φαλάριδος ἐσχηκὼς ἔφη τῷ τῆς σήμερον ὕπνῳ χάριν ἔχειν αὐτούς· ἀνυπερθέτως δὲ εἰς τὴν ἐπιτέλλουσαν ἡμέραν κατὰ τὸ ὅμοιον ἑτοίμασον τοὺς ἐλέφαντας ἐπὶ τὸν τῶν ἀθεμίτων Ἰουδαίων ἀφανισμόν.
αυτός έχων σκληρότητα χειροτέραν από την σκληρότητα του τυράννου Φαλάριδος, είπεν· “ας έχουν χάριν οι Ιουδαίοι στον σημερινόν μου ύπνον. Ανυπερθέτως όμως ετοίμασε και πάλιν κατά τον ίδιον τρόπον τους ελέφαντας δια την αυριανήν ημέραν εις εξολόθρευσιν των παρανόμων αυτών Ιουδαίων”.
21 εἰπόντος δὲ τοῦ βασιλέως, ἀσμένως πάντες μετὰ χαρᾶς οἱ παρόντες ὁμοῦ συναινέσαντες, εἰς τὸν ἴδιον οἶκον ἕκαστος ἀνέλυσε.
Οταν είπεν αυτά ο βασιλεύς, όλοι οι παρευρισκόμενοι συγκατετέθησαν εις αυτά με ενθουσιασμόν και χαράν. Μετά δε το πέρας του συμποσίου ο καθένας επανήλθεν στον οίκον του.
22 καὶ οὐχ οὕτως εἰς ὕπνον κατεχρήσαντο τὸν χρόνον τῆς νυκτός, ὡς εἰς τὸ παντοίους μηχανᾶσθαι τοῖς ταλαιπώροις δοκοῦσιν ἐμπαιγμούς.~
Αλλά δεν εχρησιμοποίησαν τόσον τον χρόνον της νυκτός προς ύπνον, όσον δια να εφευρίσκουν πολλούς και διαφόρους τρόπους εμπαιγμών και βασανισμών δια τους Εβραίους, τους οποίους εθεωρούσαν ελεεινούς.
23 Ἄρτι δὲ ἀλεκτρυὼν ἐκεκράγει ὄρθριος, καὶ τὰ θηρία καθωπλικὼς ὁ ¨Ερμων ἐν τῷ μεγάλῳ περιστύλῳ διεκίνει.
Οταν λίαν πρωϊ οι αλέκτορες έκραζαν, ο δε Ερμων αξαγριώσας τους ελέφαντας τους ωδηγούσε προς το περιστύλιον,
24 τὰ δὲ κατὰ τὴν πόλιν πλήθη συνήθροιστο πρὸς τὴν οἰκτροτάτην θεωρίαν, προσδοκῶντα τὴν πρωΐαν μετὰ σπουδῆς.
τα πλήθη των ανθρώπων, που ευρίσκοντο εις την πόλιν ανέμενον με ανυπομονησίαν από την πρωΐαν και είχαν συγκεντρωθή, δια να απολαύσουν το ελεεινότατον εκείνο θέαμα.
25 οἱ δὲ Ἰουδαῖοι κατὰ τὸν ἀμερῆ ψυχουλκούμενοι χρόνον, πολυδάκρυον ἱκετείαν ἐν μέλεσι γοεροῖς τείνοντες τὰς χεῖρας εἰς τὸν οὐρανὸν ἐδέοντο τοῦ μεγίστου Θεοῦ πάλιν αὐτοῖς βοηθῆσαι συντόμως.
Οι στο στάδιον κατάδικοι Ιουδαίοι, οι οποίοι ως οι ψυχορραγούντες είχον ακόμη ολίγον χρόνον ζωής, ύψωναν τα χέρια των στον ουρανόν και παρακαλούσαν με πολυδάκρυον ικεσίαν και με θρηνώδη άσματα τον μέγιστον Θεόν, να βοηθήση και πάλιν αυτούς.
26 οὔπω δὲ ἡλίου βολαὶ κατεσπείροντο, καὶ τοῦ βασιλέως τοὺς φίλους ἐκδεχομένου, ὁ ¨Ερμων παραστὰς ἐκάλει πρὸς τὴν ἔξοδον, ὑποδεικνύων τὸ πρόθυμον τοῦ βασιλέως ἐν ἑτοίμῳ κεῖσθαι.
Ενῷ δεν είχον ακόμη αι ακτίνες του ηλίου διασπαρή εις την φύσιν, και ο βασιλεύς εδέχετο τους φίλους του, ο Ερμων επλησίασε και παρεκάλει αυτόν να εξέλθη υπενθυμίζων, ότι η επιθυμία του είναι ήδη ετοίμη να εκτελεσθή.
27 τοῦ δὲ ἀποδεξαμένου καὶ καταπλαγέντος ἐπὶ τῇ παρανόμῳ ἐξόδῳ, κατὰ πᾶν ἀγνωσίᾳ κεκρατημένος ἐπυνθάνετο, τί τὸ πρᾶγμα, ἀφ᾿ οὗ τοῦτο αὐτῷ μετὰ σπουδῆς τετέλεσται·
Οταν ο βασιλεύς ήκουσε τα λόγια αυτά, εξεπλάγη δια την παράνομον αυτήν έξοδόν του, διότι είχε περιέλθει εις πλήρη άγνοιαν παντός ο,τι είχε διατάξει, και εζητούσε να μάθη, ποίον είναι αυτό το πράγμα, το οποίον προς χάριν αυτού μετά τόσης επιμελείας είχεν εκτελεσθή.
28 τοῦτο δὲ ἦν ἡ ἐνέργεια τοῦ πάντα δεσποτεύοντος Θεοῦ, τῶν πρὶν αὐτῷ μεμηχανημένων λήθην κατὰ διάνοιαν ἐντεθεικότος.
Η αμνησία αυτή του βασιλέως ήλθε κατόπιν της ενεργείας του Θεού, ο οποίος είναι κύριος των πάντων. Ο Θεός, δηλαδή, ενέβαλεν εις την διάνοιαν του βασιλέως λησμοσύνην δι' όλα εκείνα, τα οποία προηγουμένως είχε μηχανευθή και αποφασίσει εν τη διανοία του κατά των Ιουδαίων.
29 ὁ δὲ ¨Ερμων ὑπεδείκνυε καὶ πάντες οἱ φίλοι τὰ θηρία καὶ τὰς δυνάμεις ἡτοιμάσθαι, βασιλεῦ, κατὰ τὴν σὴν ἐκτενῆ πρόθεσιν.
Ο Ερμων και όλοι οι φίλοι του, ανέφεραν εις αυτόν, ότι “οι ελέφαντες και αι στρατιωτικαί δυνάμεις είναι ήδη έτοιμοι, βασιλεύ, σύμφωνα με την ίδικήν σου επίμονον εντολήν”.
30 ὁ δὲ ἐπὶ τοῖς ρηθεῖσι πληρωθεὶς βαθεῖ χόλῳ διὰ τὸ περὶ τούτων προνοίᾳ Θεοῦ διασκεδάσθαι πᾶν αὐτοῦ τὸ νόημα, ἐνατενίσας μετὰ ἀπειλῆς εἶπεν·
Ο βασιλεύς, όταν ήκουσεν αυτά, εκυριεύθη από συγκλονιστικόν θυμόν, διότι χάρις εις την θείαν πρόνοιαν είχε φύγει από την μνήμην του κάθε σκέψις αφανισμού των Ιουδαίων. Ατενίσας δε με μεγάλην απειλήν είπεν στον Ερμωνα·
31 εἴ σοι γονεῖς παρῆσαν ἢ παίδων γοναί, τήνδε θηρσὶν ἀγρίοις ἐσκεύασα ἂν δαψιλῆ θοῖναν ἀντὶ τῶν ἀνεγκλήτων ἐμοὶ καὶ προγόνοις ἐμοῖς ἀποδεδειγμένων ὁλοσχερῆ βεβαίαν πίστιν ἐξόχως Ἰουδαίων.
“Εάν είχες γονείς η τέκνα, θα έδιδον αυτούς ως πλούσιον φάγητον στους αγρίους ελέφαντας αντί των Ιουδαίων, οι οποίοι είναι αθώοι απέναντί μου και απέναντι των προγόνων μου, και οι οποίοι είχαν δείξει προς ημάς πάντοτε πλήρη και βεβαίαν πίστιν.
32 καίπερ εἰ μὴ διὰ τὴν τῆς συντροφίας στοργὴν καὶ τῆς χρείας, τὸ ζῆν ἀντὶ τούτων ἐστερήθης.
Εάν δε συ δεν ήσουνα εις με προσφιλής λόγω της από της παιδικής ηλικίας αναστροφής μας και της υπηρεσίας, που σου έχω εμπιστευθή, θα έχανες συ την ζωήν σου αντί των Ιουδαίων”.
33 οὕτως ὁ ¨Ερμων ἀπροσδόκητον καὶ ἐπικίνδυνον ὑπήνεγκεν ἀπειλὴν καὶ τῇ ὁράσει καὶ τῷ προσώπῳ συνεστάλη.
Οταν ο Ερμων ήκουσε αυτήν την απροσδόκητον και επικίνδυνον απειλήν, εθολώθη το βλέμμα του και ηλλοιώθη το πρόσωπόν του.
34 ὁ καθεὶς δὲ τῶν φίλων σκυθρωπῶς ὑπεκρέων, τοὺς συνηθροισμένους ἀπέλυσαν ἕκαστον ἐπὶ τὴν ἰδίαν ἀσχολίαν.
Καθένας δε από τους φίλους του βασιλέως απεσύρετο σκυθρωπός και διέλυσαν, δια τας καθημερινάς των εργασίας, τους εκεί συνηθροισμένους πολίτας.
35 οἵ τε Ἰουδαῖοι τὰ παρὰ τοῦ βασιλέως ἀκούσαντες, τὸν ἐπιφανῆ Θεὸν καὶ βασιλέα τῶν βασιλέων ᾔνουν καὶ τῆσδε τῆς βοηθείας αὐτοῦ τετευχότες.~
Οι δε Ιουδαίοι πληροφορηθέντες αυτά, που είπε και διέταξεν ο βασιλεύς, εδόξασαν τον επιφανή Θεόν και βασιλέα των βασιλευόντων, διότι έλαβον από αυτόν αυτήν την βοήθειαν.
36 Κατὰ δὲ τοὺς αὐτοὺς νόμους ὁ βασιλεὺς συστησάμενος πάλιν τὸ συμπόσιον εἰς εὐφροσύνην τραπῆναι παρεκάλει.
Κατά την γνωστήν πάλιν συνήθειάν του ο βασιλεύς ωργάνωσε νέον συμπόσιον και παρεκίνει τους συνδαιτυμόνας να επιδοθούν εις ευωχίαν.
37 τὸν δὲ ¨Ερμωνα προσκαλεσάμενος μετὰ ἀπειλῆς εἶπε· ποσάκις σοι δεῖ περὶ τούτων αὐτῶν προστάττειν, ἀθλιώτατε;
Αφού δε προσεκάλεσε τον Ερμωνα είπε προς αυτόν με απειλήν· “πόσες φορές πρέπει να σε διατάξω, αθλιώτατε, δια την εξολόθρευσιν των Ιουδαίων;
38 τοὺς ἐλέφαντας ἔτι καὶ νῦν καθόπλισον εἰς τὴν αὔριον ἐπὶ τὸν τῶν Ἰουδαίων ἀφανισμόν.
Εξαγρίωσε, λοιπόν, και ετοίμασε πάλιν αύριον τους ελέφαντας δια τον εξαφανισμόν των Ιουδαίων”.
39 οἱ δὲ συνανακείμενοι συγγενεῖς τὴν ἄστατον διάνοιαν αὐτοῦ θαυμάζοντες, προεφέροντο τάδε·
Οι παρευρισκόμενοι στο συμπόσιον αυτό συγγενείς και ανώτεροι αυλικοί του βασιλέως, κατάπληκτοι δια την άστατον αυτού διάνοιαν, του είπαν τα εξής·
40 βασιλεῦ, μέχρι τίνος ὡς ἀλόγους ἡμᾶς διαπειράζεις, προστάσσων ἤδη τρίτον αὐτοὺς ἀφανίσαι καὶ πάλιν ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐκ μεταβολῆς ἀναλύων τὰ σοὶ δεδογμένα;
“βασιλεύ, έως πότε θα μας θεωρής ανοήτους και θα μας πειράζης, αφού συ τρίτην τώρα φοράν διέταξες τον αφανισμόν των Εβραίων, και όταν ήρχετο η ώρα να εκτελεσθή η απόφασίς σου, εσκέπτεσο άλλα πράγματα και αναιρούσες την διαταγήν σου;
41 ὧν χάριν ἡ πόλις διὰ τὴν προσδοκίαν ὀχλεῖ καὶ πληθύουσα συστροφαῖς, ἤδη καὶ κινδυνεύει πολλάκις διαρπασθῆναι.
Ενεκα τούτου και διότι ο λαός επερίμενε τον αφανισμόν των Ιουδαίων, η πόλις έχει περιέλθει εις αναταραχήν. Ελαβον δε χώραν πολυάριθμοι συγκεντρώσεις και υπάρχει κίνδυνος να λεηλατηθή η πόλις”.
42 ὅθεν ὁ κατὰ πάντα Φάλαρις βασιλεὺς ἐμπληθυνθεὶς ἀλογιστίας καὶ τὰς γινομένας πρὸς ἐπισκοπὴν τῶν Ἰουδαίων ἐν αὐτῷ μεταβολὰς τῆς ψυχῆς παρ᾿ οὐδὲν ἡγούμενος, ἀτελέστατον ἐβεβαίωσεν ὅρκον, ὁρισάμενος τούτους μὲν ἀνυπερθέτως πέμψειν εἰς ᾅδην ἐν γόνασι καὶ ποσὶ θηρίων ᾐκισμένους,
Εξ αιτίας αυτών ο Φιλοπάτωρ, ο κατά πάντα όμοιος προς τον τυραννικώτατον Φαλαριν, εκυριεύθη από μεγάλην απερισκεψίαν και χωρίς να λαμβάνη καθόλου υπ' όψιν, ότι αι μέχρι τούδε μεταβολαί της ψυχής έγιναν εις αυτόν υπό του Θεού προς χάριν των Εβραίων, ωρκίσθη ένα τρομερόν αλλά και απραγματοποίητον όρκον, με το να διατάξη να στείλουν χωρίς αναβολήν τους Ιουδαίους στον άδην, αφού βασανισθούν και συνθλιβούν από τα γόνατα και τα πόδια των ελεφάντων.
43 ἐπιστρατεύσαντα δὲ ἐπὶ τὴν Ἰουδαίαν ἰσόπεδον πυρὶ καὶ δόρατι θήσεσθαι διὰ τάχους καὶ τὸν ἄβατον αὐτῶν ἡμῖν ναὸν πυρὶ πρηνέα ἐν τάχει τῶν συντελούντων ἐκεῖ θυσίας ἔρημον εἰς τὸν ἅπαντα χρόνον καταστήσειν.
Ελεγε δέ, ότι θα εκστρατεύση εναντίον της Ιουδαίας, την οποίαν δια πυρός και σιδήρου ταχέως θα ισοπεδώση. Τον δε άβατον δι' ημάς ναόν των Ιουδαίων δια πυρός θα κατεδαφίση αμέσως και έτσι θα τον καταστήση εις όλον τον έπειτα χρόνον έρημον από τας θυσίας, αι οποίαι προσεφέροντο εκεί.
44 τότε περιχαρεῖς ἀναλύσαντες οἱ φίλοι καὶ συγγενεῖς μετὰ πίστεως διέτασσον τὰς δυνάμεις ἐπὶ τοὺς εὐκαιροτάτους τόπους τῆς πόλεως πρὸς τήρησιν.
Περιχαρείς δε οι φίλοι και οι συγγενείς του βασιλέως, με βέβαιον την ελπίδα ότι θα έβλεπαν την επομένην εκτελουμένους τους Εβραίους, ανεχώρησαν από εκεί. Εδωσαν διαταγάς εις τας στρατιωτικάς δυνάμεις να καταλάβουν τας επικαιροτάτας θέσεις της πόλεως δια την φρούρησίν της.
45 ὁ δὲ ἐλεφαντάρχης τὰ θηρία σχεδὸν εἰπεῖν εἰς κατάστημα μανιῶδες ἀγηοχώς, εὐωδεστάτοις πόμασιν οἴνου λελιβανωμένου φοβεραῖς κατεσκευασμένα σκευαῖς,
Ο Ερμων, ο ελεφαντάρχης, επότισε τα θηρία αυτά με οίνον, ο οποίος είχε ανακατευθή με ευωδέστατον λιβανωτόν, και είχε φέρει τα ζώα αυτά εις κατάστασιν σχεδόν μανιώδη. Επί πλέον δε τα είχεν εξοπλίσει και με φοβερά φονικά όργανα.
46 περὶ τὴν ἕω, τῆς πόλεως ἤδη πλήθεσιν ἀναριθμήτοις κατὰ τοῦ ἱπποδρόμου καταμεμεστωμένης, εἰσελθὼν εἰς τὴν αὐλὴν ἐπὶ τὸ προκείμενον ὤτρυνε τὸν βασιλέα.
Κατά την πρωΐαν, όταν τα αναρίθμητα πλήθη είχον καταπλημμυρίσει πλέον ασφυκτικώς τον ιππόδρομον, ο ελεφαντάρχης εισήλθεν εις την αυλήν του βασιλέως και τον παρώτρυνε δια το προκείμενον έργον του.
47 ὁ δὲ ὀργῇ βαρείᾳ γεμίσας δυσσεβῆ φρένα παντὶ τῷ βάρει σὺν τοῖς θηρίοις ἐξώρμησε, βουλόμενος ἀτρώτῳ καρδίᾳ καὶ κόραις ὀφθαλμῶν θεάσασθαι τὴν ἐπίπονον καὶ ταλαίπωρον τῶν προσεσημαμμένων καταστροφήν.
Ο δε βασιλεύς, ο οποίος είχε γεμίσει την ασεβή ψυχήν του με αγριώτατον θυμόν, ώρμησε μαζή με τα θηρία έξω από την αυλήν. Ηθελε με ασυγκίνητον την καρδίαν και ορθάνοικτα τα μάτια, να απολαύση το οδυνηρόν θέαμα της αξιοθρηνήτου καταστροφής των καταδικασθέντων υπ' αυτού Ιουδαίων.
48 ὡς δὲ τῶν ἐλεφάντων ἐξιόντων περὶ πύλην καὶ τῆς συνεπομένης ἐνόπλου δυνάμεως τῆς τε τοῦ πλήθους πορείας κονιορτὸν ἰδόντες, καὶ βαρυηχῆ θόρυβον ἀκούσαντες οἱ Ἰουδαῖοι,
Οταν οι Ιουδαίοι είδαν τους ελέφαντας, που εξήρχοντο, δια να εισέλθουν εις την πύλην του σταδίου, την ένοπλον στρατιωτικήν δύναμίν που ακολουθούσε, την πορείαν του αμέτρητου πλήθους, τυν κονιορτόν και τον μεγάλον θόρυβον που εγίνετο, όταν λοιπόν οι Ιουδαίοι είδον και ήκουσαν αυτά,
49 ὑστάτην βίου ροπὴν αὐτοῖς ἐκείνην δόξαντες εἶναι τὸ τέλος τῆς ἀθλιωτάτης προσδοκίας, εἰς οἶκτον καὶ γόους τραπέντες κατεφίλουν ἀλλήλους περιπλεκόμενοι τοῖς συγγενέσιν ἐπὶ τοὺς τραχήλους ἐπιπίπτοντες, γονεῖς παισὶ καὶ μητέρες νεάνισιν, ἕτεραι δὲ νεογνὰ πρὸς μαστοὺς ἔχουσαι βρέφη τελευταῖον ἕλκοντα γάλα.
αντελήφθησαν πλέον ότι έφθασε δι' αυτούς η τελευταία στιγμή του βίου των, η οποία ήτο και το τέρμα της αθλιεστάτης των αναμονής. Ενηγκαλίζοντο τότε οι συγγενείς και καταφιλούσαν αλλήλους, έπιπτον ο ενας στον τράχηλον του άλλου, οι πατέρες εις τα παιδιά των και αι μητέρες εις τας θυγατέρας των. Αλλαι δε μητέρες εκρατούσαν στους μαστούς των τα νήπια, τα οποία ερροφούσαν το τελευταίον γάλα της ζωής των.
50 οὐ μὴν δὲ ἀλλὰ καὶ τὰς ἔμπροσθεν αὐτῶν γεγενημένας ἀντιλήψεις ἐξ οὐρανοῦ συνιδόντες, πρηνεῖς ὁμοθυμαδὸν ρίψαντες ἑαυτοὺς καὶ τὰ νήπια χωρίσαντες τῶν μαστῶν,
Παρ' όλα όμως αυτά οι Ιουδαίοι έχοντες υπ' όψει των τας προηγουμένας βοηθείας του Θεού προς αυτούς, έπεσαν πρηνείς να προσευχηθούν όλοι μαζή με μίαν ψυχήν, απεμάκρυναν αι μητέρες τα νήπιά των από τους μαστούς, και
51 ἀνεβόησαν φωνῇ μεγάλῃ σφόδρα, τὸν τῆς ἁπάσης δυνάμεως δυνάστην ἱκετεύοντες, οἰκτεῖραι μετ᾿ ἐπιφανείας αὐτοὺς ἤδη πρὸς πύλαις ᾅδου καθεστῶτας.
ανεβόησαν με φωνήν πάρα πολύ μεγάλην προς τον Κυριον πάσης δυνάμεως, και παρακαλούσαν αυτόν να τους λυπηθή, δεικνύων και πάλιν την λαμπράν προστατευτικήν δύναμίν του προς αυτούς, οι οποίοι τώρα πλέον προχωρούσαν εις τας πύλας του άδου.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα