ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΠΑΝΤΗ δέ, ὅπου προσέπιπτε τοῦτο τὸ πρόσταγμα, δημοτελὴς συνίστατο τοῖς ἔθνεσιν εὐωχία μετὰ ἀλαλαγμῶν καὶ χαρᾶς, ὡς ἂν τῆς προκατεσκιρρωμένης αὐτοῖς πάλαι κατὰ διάνοιαν μετὰ παρρησίας συνεκφαινομένης ἀπεχθείας.
Παντού δέ, όπου διεδίδετο η διαταγή αυτή του βασιλέως, οι εθνικοί, εχθροί προς τους Εβραίους, οργάνωναν συμπόσια με δαπάνας του δημοσίου μετά χαράς και αλαλαγμών. Και έτσι τα προ πολλού εις τας καρδίας των ριζωμένα σκληρά σαν πέτρα μίση εναντίον των Εβραίων εγινοντο πλέον φανερά.
2 τοῖς δὲ Ἰουδαίοις ἀνήκεστον πένθος ἦν καὶ πανόδυρτος μετὰ δακρύων βοή, στεναγμοῖς πεπυρωμένης τῆς αὐτῶν πάντοθεν καρδίας, ὀλοφυρομένων τὴν ἀπροσδόκητον ἐξαίφνης ἐπικριθεῖσαν αὐτοῖς ὀλεθρίαν.
Εις τους Ιουδαίους όμως ηπλώθη και εκυριάρχησε αθεράπευτον πένθος, και θρηνώδης κραυγή μετά δακρύων ηκούετο. Πυρακτωμένη εκ των στεναγμών από όλας τας πλευράς ήτο η καρδία των και απωλοφύροντο δια την απροσδόκητον και αιφνιδίως εκδοθείσαν εναντίον αυτών ολεθρίαν διαταγήν.
3 τίς νομὸς ἢ πόλις ἢ τίς τὸ σύνολον οἰκητὸς τόπος ἢ τίνες ἀγυιαὶ κοπετοῦ καὶ γόων ἐπ' αὐτοῖς οὐκ ἐνεπιπλῶντο;
Ποίος νομός η ποία πόλις η ποίος τόπος γενικώς κατοικούμενος από τους ανθρώπους αυτούς η ποίοι δρόμοι δεν είχαν πλημμυρίσει από τους κοπετούς και τους θρήνους των;
4 οὕτω γὰρ μετὰ πικρίας ἀνοίκτου ψυχῆς ὑπὸ τῶν κατὰ πόλιν στρατηγῶν ὁμοθυμαδὸν ἐξαπεστέλλοντο, ὥστε ἐπὶ ταῖς ἐξάλλοις τιμωρίαις καί τινας τῶν ἐχθρῶν λαμβάνοντας πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τὸν κοινὸν ἔλεον καὶ λογιζομένους τὴν ἄδηλον τοῦ βίου καταστροφήν, δακρύειν αὐτῶν τὴν τρισάθλιον ἐξαποστολήν.
Ετσι υπό το κράτος φοβεράς θλίψεως οι Ιουδαίοι, συνεπεία αυτής της διαταγής, συνελαμβάνοντο ομαδικώς εις τας διαφόρους πόλεις από τους στρατηγούς του Φιλοπάτορος και απεστέλλοντο προς τον βασιλέα με βαναυσότητα και σκληράν καρδίαν, τόσον ώστε δια τας παράφρονας αυτάς τιμωρίας μερικοί από τους εχθρούς, έχοντες προ οφθαλμών την συνήθη ανθρωπίνην συμπάθειαν και αναλογιζόμενοι τον άγνωστον όλεθρον της ανθρωπίνης ζωής, εδάκρυζαν δια τον τρισάθλιον αυτόν διωγμόν.
5 ἤγετο γὰρ γεραιῶν πλῆθος πολιᾷ πεπυκασμένων, τὴν ἐκ τοῦ γήρως νωθρότητα ποδῶν ἐπίκυφον ἀνατροπῆς ὁρμῇ βιαίας ἁπάσης αἰδοῦς ἄνευ πρὸς ὀξεῖαν καταχρωμένων πορείαν.
Ωδηγείτο δε πλήθος γερόντων με λευκήν την κόμην, οι οποίοι ως εκ των γηρατείων είχαν δυσκίνητα τα πόδια και από το βάρος των ετών έκυπτον και δεν ηδύναντο να κινούνται ταχέως. Αυτούς χωρίς καμμίαν εντροπήν τους έσπρωχναν προς τα εμπρός, ώστε από την ορμήν αυτήν πολλοί να ανατρέπωνται βιαίως.
6 αἱ δὲ ἄρτι πρὸς βίου κοινωνίαν γαμικὸν ὑπεληλυθυῖαι παστὸν νεάνιδες, ἀντὶ τέρψεως μεταλαβοῦσαι γόους καὶ κόνει τὴν μυροβραχῆ πεφυρμέναι κόμην, ἀκαλύπτως δὲ ἀγόμεναι, θρῆνον ἀνθ' ὑμεναίων ὁμοθυμαδὸν ἐξῆρχον ὡς ἐσπαραγμέναι σκυλμοῖς ἀλλοεθνέσι·
Επίσης και νεαραί γυναίκες, αι οποίαι προ ολίγου είχον έλθει εις γάμου κοινωνίαν και είχον εισέλθει στους νυμφικούς των θαλάμους, αντί τέρψεως και χαράς, είχον τώρα θρήνους. Η μέχρι προ ολίγου βρεγμένη με αρώματα κόμη των είχε σκεπασθή από κονιορτόν και χωρίς καμμίαν καλύπτραν έβγαιναν από τους νυμφικούς των θαλάμους. Αντί ασμάτων γάμου όλαι μαζή είχον θρήνον, διότι είχον σπαραχθή τα σώματά των από τα βάσανα εκ μέρους των εθνικών.
7 δέσμιαι δὲ δημόσιαι μέχρι τῆς εἰς τὸ πλοῖον ἐμβολῆς εἵλκοντο μετὰ βίας.
Υπό τα όμματα δε όλων των ανθρώπων είχον δεθή με αλύσεις και εσύροντο βιαίως μέχρι του σημείου, που επεβιβάζοντο στο πλοίον.
8 οἵ τε τούτων συζυγεῖς βρόχοις ἀντὶ στεφέων τοὺς αὐχένας περιπεπλεγμένοι μετὰ ἀκμαίας καὶ νεανικῆς ἡλικίας, ἀντὶ εὐωχίας καὶ νεωτερικῆς ραθυμίας τὰς ἐπιλοίπους τῶν γάμων ἡμέρας ἐν θρήνοις διῆγον, παρὰ πόδας ἤδη τὸν ᾅδην ὁρῶντες κείμενον.
Και οι σύζυγοι αυτών, εις την ακμήν της νεανικής των ηλικίας ευρισκόμενοι, έφεραν στους λαιμούς των αντί στεφάνων βρόχια, δια δε τας υπολοίπους ημέρας της εορτής του γάμου των είχαν αντί της χαράς και της νεανικής ευθυμίας των άσματα γοερά, διότι έβλεπαν ότι ο άδης ευρίσκετο παρά τους πόδας των.
9 κατήχθησαν δέ θηρίων τρόπον ἀγόμενοι σιδηροδέσμοις ἀνάγκαις, οἱ μὲν τοῖς ζυγοῖς τῶν πλοίων προσηλωμένοι τοὺς τραχήλους, οἱ δὲ τοὺς πόδας ἀρρήκτοις κατησφαλισμένοι πέδαις,
Ολοι δε αυτοί, ως άγρια θηρία, επεβιβάσθησαν συρόμενοι κάτω από τα βαρειά σιδηρά δεσμά των. Και όταν εισήλθαν εις τα πλοία, άλλων μεν από αυτούς οι τράχηλοι εδέθησαν εις τους ζυγούς των πλοίων, άλλων δε τα πόδια ησφαλίσθησαν σφικτά με δεσμά σκληρά και άθραυστα.
10 ἔτι καὶ τῷ καθύπερθε πυκνῷ σανιδώματι διακειμένῳ, ὅπως πάντοθεν ἐσκοτισμένοι τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀγωγὴν ἐπιβούλων ἐν παντὶ τῷ κατάπλῳ λαμβάνωσι.
Ακόμη δε υπήρχον πυκνά σανιδώματα επάνω από τας κεφαλάς των, ώστε αυτοί να έχουν από όλα τα σημεία σκότος εις τα μάτια των. Ετσι ωσάν προδόται και κακούργοι έπρεπε να κάμουν όλον το θαλάσσιον τούτο ταξίδι.
11 Τούτων δὲ ἐπὶ τὴν λεγομένην Σχεδίαν ἀχθέντων καὶ τοῦ παράπλου περανθέντος, καθὼς ἦν δεδογματισμένον τῷ βασιλεῖ, προσέταξεν αὐτοὺς ἐν τῷ πρὸ τῆς πόλεως ἱπποδρόμῳ παρεμβαλεῖν ἀπλέτῳ καθεστῶτι περιμέτρῳ καὶ πρὸς παραδειγματισμὸν ἄγαν εὐκαιροτάτῳ καθεστῶτι πᾶσι τοῖς καταπορευομένοις εἰς τὴν πόλιν καὶ τοῖς ἐκ τούτων εἰς τὴν χώραν στελλομένοις πρὸς ἐκδημίαν πρὸς τὸ μηδὲ ταῖς δυνάμεσιν αὐτοῦ κοινωνεῖν, μηδὲ τὸ σύνολον καταξιῶσαι περιβόλων.
Οταν δε αυτοί έφθασαν εις ένα παράλιον τόπον, που ωνομάζετο Σχεδία και έτσι έληξε το κατά μήκος της ακτής ταξίδιόν των, έπρεπε σύμφωνα με τας διαταγάς του βασιλέως να εγκλεισθούν στο ιπποδρόμιον της Αλεξανδρείας, το οποίον ευρίσκετο προ της πόλεως. Αυτός ο τόπος, ο κατάλληλος προς εξευτελισμόν των Ιουδαίων, περιεβάλλετο από μεγάλο περίφραγμα. Ολοι δε οι εθνικοί, οι οποίοι εισήρχοντο από την ύπαιθρον εις την πόλιν, όπως και εκείνοι οι οποίοι μετέβαινον από την πόλιν εις την ύπαιθρον, έβλεπαν τους συσσωρευμένους εκεί Ιουδαίους. Απηγορεύετο δε εις αυτούς, που ήσαν μέσα στο στάδιον, να επικοινωνούν με τους στρατιώτας και γενικώς να μη περάσουν καθόλου έξω από το περίφραγμα του ιπποδρομίου.
12 ὡς δὲ τοῦτο ἐγενήθη, ἀκούσας τοὺς ἐκ τῆς πόλεως ὁμοεθνεῖς κρυβῇ ἐκπορευομένους πυκνότερον ἀποδύρεσθαι τὴν ἀκλεᾶ τῶν ἀδελφῶν ταλαιπωρίαν,
Οταν δε έγινε τούτο, δηλαδή όταν οι Ιουδαίοι εκλείσθησαν ελεεινώς στο στάδιον, ο βασιλεύς επληροφορήθη, ότι οι εις την πόλιν ομοεθνείς των εξερχόμενοι κρυφίως από την πόλιν πολύ συχνά εθρηνούσαν την εξευτελιστικήν αυτήν ταλαιπωρίαν των αδελφών των.
13 διοργισθεὶς προσέταξε καὶ τούτοις ὁμοῦ τὸν αὐτὸν τρόπον ἐπιμελῶς ὡς ἐκείνοις ποιῆσαι μὴ λειπομένοις κατὰ μηδένα τρόπον τῆς ἐκείνων τιμωρίας,
Οργισθείς δια τούτο ο βασιλεύς διέταξεν, όπως κατά τον ίδιον τρόπον και με την αυτήν αυστηρότητα τιμωρήσουν και όλους αυτούς μαζή, χωρίς να διαφέρη καθόλου η τιμωρία τούτων από την τιμωρίαν εκείνων, που προηγουμένως είχον εγκλεισθή στο ιπποδρόμιον.
14 ἀπογραφῆναι δὲ πᾶν τὸ φῦλον ἐξ ὀνόματος, οὐκ εἰς τὴν ἔμπροσθε βραχεῖ προδεδηλωμένην τῶν ἔργων κατάπονον λατρείαν, στρεβλωθέντας δὲ ταῖς παρηγγελμέναις αἰκίαις τὸ τέλος ἀφανίσαι μιᾶς ὑπὸ καιρὸν ἡμέρας.
Διέταξεν επίσης ο βασιλεύς να καταγραφούν όλοι, οι εκ του ιουδαϊκού γένους, ονομαστί, όχι απλώς προς τιμωρίαν των, όπως ελέχθη προηγουμένως, δια της υποχρεώσεώς των εις καταναγκαστικά δουλικά έργα, αλλά αφού διαστρεβλωθούν σωματικώς με βασανισμούς, δια τους οποίους είχαν ήδη δοθή ωρισμέναι εντολαί, να εξολοθρευθούν κατόπιν όλοι εις μίαν και μόνην ημέραν εις κατάλληλον ευκαιρίαν.
15 ἐγίνετο μὲν οὖν ἡ τούτων ἀπογραφὴ μετὰ πικρᾶς σπουδῆς καὶ φιλοτίμου προσεδρείας ἀπὸ ἀνατολῶν ἡλίου μέχρι δυσμῶν, ἀνήνυτον λαμβάνουσα τὸ τέλος ἐπὶ ἡμέρας τεσσαράκοντα. ~
Η μεν καταγραφή, λοιπόν, τούτων εγίνετο από τους υπαλλήλους του βασιλέως, με μοχθηράν σπουδήν και φιλοτιμίαν να ζεπεράση ο ένας τον άλλον στο έργον αυτό, από της ανατολής του ηλίου μέχρι της δύσεως. Αν και επί τεσσαράκοντα ημέρας διήρκεσεν η απογραφή, δεν επερατώθη, δεν έφθασεν εις τέλος.
16 Μεγάλως δὲ καὶ διηνεκῶς ὁ βασιλεὺς χαρᾷ πεπληρωμένος, συμπόσια ἐπὶ πάντων τῶν εἰδώλων συνιστάμενος, πεπλανημένῃ πόρρω τῆς ἀληθείας φρενὶ καὶ βεβήλῳ στόματι, τὰ μέν κωφὰ καὶ μὴ δυνάμενα αὐτοῖς λαλεῖν ἢ ἀρήγειν ἐπαινῶν, εἰς δὲ τὸν μέγιστον Θεὸν τὰ μὴ καθήκοντα λαλῶν.
Καθ' όλον το διάστημα αυτό, γεμάτος χαράν, ο βασιλεύς ωργάνωνε συμπόσια πλησίον των ειδωλολατρικών ναών και εκυριαρχείτο από πεπλανημένον και πολύ μακράν της αληθείας φρόνημα. Και τα μεν είδωλα τα κωφά και ανίκανα να ομιλήσουν προς αυτούς η να βοηθήσουν κανένα, τα υμνολογούσε, εναντίον δε του μεγίστου και αληθινού Θεού εξεστόμιζεν απρεπείς φράσεις.
17 μετὰ δὲ τὸ προειρημένον τοῦ χρόνου διάστημα προσηνέγκαντο οἱ γραμματεῖς τῷ βασιλεῖ μηκέτι ἰσχύειν τὴν τῶν Ἰουδαίων ἀπογραφὴν ποιεῖσθαι διὰ τὴν ἀμέτρητον αὐτῶν πληθύν,
Μετά την πάροδον όμως του διαστήματος αυτού των τεσσαράκοντα ημερών, οι γραμματείς ανέφεραν προς τον βασιλέα, ότι δεν ημπορούν να φέρουν εις πέρας την απογραφήν των Ιουδαίων, διότι το πλήθος αυτών ήτο αμέτρητον.
18 καίπερ ὄντων κατὰ τὴν χώραν ἔτι τῶν πλειόνων, τῶν μὲν κατὰ τὰς οἰκίας ἔτι συνεστηκότων, τῶν δὲ καὶ κατὰ τόπον, ὡς ἀδυνάτου καθεστῶτος πᾶσι τοῖς ἐπ' Αἴγυπτον στρατηγοῖς.
Αλλωστε οι περισσότεροι από αυτούς ευρίσκοντο εις την ύπαιθρον, έλεγον οι γραμματείς, άλλοι από αυτούς ήσαν κλεισμένοι εις τας οικίας των, άλλοι εις διαφόρους τόπους, ώστε καταντούσεν αδύνατον εις όλους τους στρατηγούς, που ευρίσκοντο εις την Αίγυπτον, να τους συγκεντρώσουν.
19 ἀπειλήσαντος δὲ αὐτοῖς σκληρότερον ὡς δεδωροκοπημένοις εἰς μηχανὴν τῆς ἐκφυγῆς, συνέβη σαφῶς αὐτὸν περὶ τούτου πεισθῆναι,
Ο βασιλεύς, δεν επείσθη εις τας δικαιολογίας αυτάς και ηπείλησε κατά τον σκληρότερον τρόπον τους γραμματείς, διότι τάχα αυτοί είχαν δωροδοκηθή από τους Ιουδαίους, δια να επινοήσουν τρόπον της διαφυγής εκείνων από την καταγραφήν. αλλά ήλθαν έτσι τα πράγματα, ώστε και ο ίδιος ο βασιλεύς να πεισθή σαφώς δι' αυτά, που του είχαν ανακοινώσει οι γραμματείς.
20 λεγόντων μετὰ ἀποδείξεως καὶ τὴν χαρτηρίαν ἤδη καὶ τοὺς γραφικοὺς καλάμους, ἐν οἷς ἐχρῶντο, ἐκλελοιπέναι.
Διότι οι γραμματείς έλεγαν και απεδείκνυαν ότι ο χάρτης και οι κονδυλοφόροι, τους οποίους αυτοί εχρησιμοποιούσαν δια την καταγραφήν των Ιουδαίων, είχαν εξαντληθή.
21 τοῦτο δὲ ἦν ἐνέργεια τῆς τοῦ βοηθοῦντος τοῖς Ἰουδαίοις ἐξ οὐρανοῦ προνοίας ἀνικήτου.
Αυτό ήτο έργον της ακατανικήτου προνοίας του Θεού, ο οποίος έτσι εβοηθούσε τους Ιουδαίους.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα