ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 Α καὶ μεταλαμβάνων ὁ δυσσεβὴς ἐπὶ τοσοῦτον ἐχόλησεν, ὥστε οὐ μόνον τοῖς κατ' Ἀλεξάνδρειαν διοργίζεσθαι, ἀλλὰ καὶ τοῖς ἐν τῇ χώρᾳ βαρυτέρως ἐναντιωθῆναι καὶ προστάξαι σπεύσαντας συναγαγεῖν πάντας ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ χειρίστῳ μόρῳ τοῦ ζῆν μεταστῆσαι.
Οταν ο ασεβής Φιλοπάτωρ επληροφορήθη την ευσεβή αυτήν στάσιν των Εβραίων, επικράνθη και εξωργισθη πάρα πολύ, όχι μόνον εναντίον των Ιουδαίων της Αλεξανδρείας αλλά, βαρύτερον μάλιστα, και εναντίον όλων των εις την χώραν ευρισκομένων Εβραίων. Διέταξε δε να σπεύσουν και να συγκεντρώσουν όλους τους Εβραίους εις ένα και το αυτό μέρος εντός της Αλεξανδρείας και να τους θανατώσουν με ένα βασανιστικόν θάνατον.
2 τούτων δὲ οἰκονομουμένων φήμη δυσμενὴς ἐξηχεῖτο κατὰ τοῦ γένους ἀνθρώποις συμφρονοῦσιν εἰς κακοποίησιν, ἀφορμῆς διδομένης εἰς διάθεσιν, ὡς ἂν ἀπὸ τῶν νομίμων αὐτοὺς κωλυόντων.
Οταν δε όλα αυτά εκοινοποιήθησαν και ετέθησαν εις ισχύν μία γενική βοή ηκούετο εναντιόν του ισραηλιτικού λαού από ανθρώπους, οι οποίοι είχαν τα αυτά φρονήματα δια την κακοποίησιν εκείνων, και εύρισκαν τώρα την ευκαιρίαν, να κάμουν το κακόν, δια την διάπραξιν του οποίου μέχρι τώρα ημποδίζοντο από τους καθιερωμένους νόμους.
3 οἱ δὲ Ἰουδαῖοι τὴν μὲν πρὸς τοὺς βασιλεῖς εὔνοιαν καὶ πίστιν ἀδιάστροφον ἦσαν διαφυλάσσοντες,
Οι Ιουδαίοι όμως καθ' όλον αυτόν τον καιρόν εκρατούσαν απαραμείωτον την καλήν των διάθεσιν και την αφοσίωσίν των προς τους βασιλείς.
4 σεβόμενοι δὲ τὸν Θεὸν καὶ τῷ τούτου νόμῳ πολιτευόμενοι χωρισμὸν ἐποίουν ἐπὶ τῷ κατὰ τὰς τροφάς, δι' ἣν αἰτίαν ἐνίοις ἀπεχθεῖς ἐφαίνοντο.
Επειδή όμως εσέβοντο τον Θεόν και επολιτεύοντο σύμφωνα με τους νόμους αυτού, απεχωρίζοντο από τους άλλους ανθρώπους λόγω των τροφών, τας οποίας ο Νομος των δεν επέτρεπεν εις αυτούς. Δι' αυτόν τον λόγον ήσαν μισητοί εις μερικούς από τους άλλους.
5 τῇ δὲ τῶν δικαίων εὐπραξίᾳ κοσμοῦντες τὴν συναναστροφὴν ἅπασιν ἀνθρώποις εὐδόκιμοι καθειστήκεισαν.
Επειδή όμως αυτοί εστολίζοντο με τα καλά έργα, που αρμόζουν στους δικαίους ανθρώπους, ανεστρέφοντο με όλους και έτσι αποκτούσαν την εκτίμησιν αυτών.
6 τὴν μὲν οὖν περὶ τοῦ γένους ἐν πᾶσι θρυλουμένην εὐπραξίαν οἱ ἀλλόφυλοι οὐδαμῶς διηριθμήσαντο,
Αλλά οι περισσότεροι από τους εθνικούς την περίφημον αυτήν διαγωγήν και συμπεριφοράν των Εβραίων ενώπιον όλων των ανθρώπων δεν την υπελόγιζαν καθόλου.
7 τὴν δὲ περὶ τῶν προσκυνήσεων καὶ τροφῶν διάστασιν ἐθρύλουν, φάσκοντες μήτε τῷ βασιλεῖ μήτε ταῖς δυνάμεσιν ὁμοσπόνδους τοὺς ἀνθρώπους γενέσθαι, δυσμενεῖς δὲ εἶναι καὶ μέγα τι τοῖς πράγμασιν ἐναντιουμένους· καὶ οὐ τῷ τυχόντι περιῆψαν ψόγῳ.
Την άρνησίν των όμως να προσκυνούν τα είδωλα και ανθρώπους και την ως προς τας τροφάς διαφοράν των με τους άλλους λαούς, την διέδιδαν ευρύτατα, με υπερβολήν μάλιστα, λέγοντες, ότι οι Ιουδαίοι ούτε στον βασιλέα, ούτε εις τας ανωτέρας αρχάς υποτάσσονται, και ότι είναι εχθροί των και με μεγάλην εχθρότητα εναντιώνονται προς την κρατούσαν κατάστασιν. Ετσι δε διέδιδαν πολύ μεγάλας συκοφαντίας εναντίον αυτών.
8 οἱ δὲ κατὰ τὴν πόλιν ¨Ελληνες οὐδὲν ἠδικημένοι, ταραχὴν ἀπροσδόκητον περὶ τοὺς ἀνθρώπους θεωροῦντες καὶ συνδρομὰς ἀπροσκόπτους γινομένας, βοηθεῖν μὲν οὐκ ἔσθενον, τυραννικὴ γὰρ ἦν ἡ διάθεσις, παρεκάλουν δὲ καὶ δυσφόρως εἶχον καὶ μεταπεσεῖσθαι ταῦτα ὑπελάμβανον·
Οι άλλοι όμως από τους Ελληνας, που κατοικούσαν εις την πόλιν και οι οποίοι δεν είχαν καθόλου αδικηθή από τους Ιουδαίους, όταν έβλεπαν την απροσδόκητον αυτήν αναταραχήν εναντίον των Ιουδαίων και ανεμπόδιστον την γενικήν καταφοράν εναντίον των, δεν είχαν μεν την δυνατότητα να τους βοηθήσουν φανερώς, διότι η κρατούσα κατάστασις ήτο τυραννική, τους παρηγορούσαν όμως και εδυσφορούσαν οι ίδιοι και παρηγορούσαν τους Ιουδαίους και τους έλεγον, ότι δεν ημπορεί παρά θα μεταβληθή η κατάστασις.
9 μὴ γὰρ οὕτως παροραθήσεσθαι τηλικοῦτο σύστεμα μηδὲν ἠγνοηκός.
Επί πλέον δε ότι ένα τόσον επίσημον έθνος, που κανένα δεν είχεν αδικήσει, δεν ήτο δυνατόν να παραγνωρισθή και να μη λάβη κάποιαν βοήθειαν.
10 ἤδη δὲ καί τινες γείτονές τε καὶ φίλοι καὶ συμπραγματευόμενοι μυστικῶς τινας ἐπισπώμενοι, πίστεις ἐδίδουν συνασπιεῖν καὶ πᾶν ἐκτενὲς προσοίσεσθαι πρὸς ἀντίληψιν.
Μερικοί δε γείτονες και φίλοι των Ιουδαίων και συνάδελφοί των εις τας εμπορικάς συναλλαγάς έπαιρναν μερικούς από τους Ιουδαίους ιδιαιτέρως και έδιδον προς αυτούς υπόσχεσιν, ότι θα πράξουν παν το δυνατόν και συστηματικόν, δια να προσφέρουν εις αυτούς βοήθειαν.
11 Ἐκεῖνος μὲν οὖν τῇ κατὰ τὸ παρὸν εὐημερίᾳ γεγαυρωμένος καὶ οὐ καθορῶν τὸ τοῦ μεγίστου Θεοῦ κράτος, ὑπολαμβάνων δὲ διηνεκῶς ἐν τῇ αὐτῇ διαμένειν βουλῇ, ἔγραψε κατ' αὐτῶν ἐπιστολὴν τήνδε·
Ο Φιλοπάτωρ όμως αλαζονικός και αγέρωχος λόγω της προς το παρόν ευημερίας του, και μη βλέπων καθόλου την δύναμιν του μεγάλου Θεού, νομίζων δε ότι θα ευρίσκετο πάντοτε εις την θέσιν, που σήμερον κατείχεν, έγραψεν εναντίον των Ιουδαίων την ακόλουθον επιστολήν·
12 <Βασιλεὺς Πτολεμαῖος Φιλοπάτωρ τοῖς κατ' Αἴγυπτον καὶ κατὰ τόπον στρατηγοῖς καὶ στρατιώταις χαίρειν καὶ ἐρρῶσθαι·
“εγώ, ο Πτολεμαίος ο Φιλοπάτωρ εύχομαι χαράν και υγείαν στους στρατηγούς και στρατιώτας μου των διαφόρων περιοχήν της Αιγύπτου.
13 ἔρρωμαι δὲ καὶ ἐγὼ αὐτὸς καὶ τὰ πράγματα ἡμῶν.
Και εγώ ο ίδιος είμαι καλά, όπως επίσης και η κατάστασις των πραγμάτων μας.
14 τῆς εἰς τὴν Ἀσίαν γενομένης ἡμῖν ἐπιστρατείας, ἧς ἴστε καὶ αὐτοί, τῇ τῶν θεῶν πρὸς ἡμᾶς ἀπροπτώτῳ συμμαχίᾳ καὶ τῇ ἡμετέρᾳ δὲ ρώμῃ κατὰ λόγον ἐπ' ἄριστον τέλος ἀχθείσης,
Η εκστρατεία μας εναντίον της Ασίας, δια την οποίαν και σεις γνωρίζετε, με την απρόσκοπτον βοήθειαν των θεών και με την ιδικήν σας ανδρείαν, έφθασεν εις άριστον τέλος σύμφωνα προς την επιθυμίαν όλων μας.
15 ἡγησάμεθα μὴ βίᾳ δόρατος, ἐπιεικείᾳ δὲ καὶ πολλῇ φιλανθρωπίᾳ τιθηνήσασθαι τὰ κατοικοῦντα Κοίλην Συρίαν καὶ Φοινίκην ἔθνη εὐ ποιῆσαί τε ἀσμένως.
Εχομεν δε την γνώμην ότι, όχι με την δύναμιν των όπλων, αλλά με την πολλήν φιλανθρωπίαν και στοργήν, εκερδίσαμεν τους λαούς, οι οποίοι κατοικούν την Κοίλην Συρίαν και την Φοινίκην. Με πολλήν δε ευχαρίστησιν εκάμαμεν εις αυτούς κάθε τι καλόν.
16 καὶ τοῖς κατὰ πόλεσιν ἱεροῖς ἀπονείμαντες προσόδους πλείστας, προήχθημεν καὶ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα ἀναβάντες τιμῆσαι τὸ ἱερὸν τῶν ἀλιτηρίων καὶ μηδέποτε ληγόντων τῆς ἀνοίας.
Και στους ανά τας διαφόρους πόλεις ναούς παρεχωρήσαμεν πολλά έσοδα. Απεφασίσαμεν δε και εις την Ιερουσαλήμ να τιμήσωμεν τον ναόν των αλιτηρίων εκείνων Εβραίων, οι οποίοι ποτέ δεν έπαυσαν να φέρωνται απερισκέπτως απέναντί μας.
17 οἱ δὲ λόγῳ μὲν τὴν ἡμετέραν ἀποδεξάμενοι παρουσίαν, τῷ δὲ πράγματι νόθως, προθυμηθέντων ἡμῶν εἰσελθεῖν εἰς τὸν ναὸν αὐτῶν καὶ τοῖς ἐκπρεπέσι καὶ καλλίστοις ἀναθήμασι τιμῆσαι,
Αυτοί με τα λόγια των μεν εδέχθησαν ευμενώς την εκεί παρουσίαν μας, πράγματι όμως δολίως εφέρθησαν απέναντί μας. Διότι, ενώ ημείς είχομεν την προθυμίαν να εισέλθωμεν στον ναόν των και με λαμπρότατα και άριστα αφιερώματα να τον τιμήσωμεν,
18 τύφοις φερόμενοι παλαιοτέροις, εἶρξαν ἡμᾶς τῆς εἰσόδου, ἀπολειπόμενοι τῆς ἡμετέρας ἀλκῆς δι' ἣν ἔχομεν πρὸς ἅπαντας ἀνθρώπους φιλανθρωπίαν.
εκείνοι κυριαρχούμενοι από την πατροπαράδοτον υπερηφάνειάν των, ημπόδισαν την είσοδόν μας, αδιαφορήσαντες δια την δύναμίν μας και την προς όλους τους ανθρώπους φιλανθρωπίαν μας.
19 τὴν δὲ αὐτῶν εἰς ἡμᾶς δυσμένειαν ἔκδηλον καθιστάντες, ὡς μονώτατοι τῶν ἐθνῶν βασιλεῦσι καὶ τοῖς ἑαυτῶν εὐεργέταις ὑψαυχενοῦντες, οὐδὲν γνήσιον βούλονται φέρειν.
Ετσι δε εφανέρωσαν πλέον καθαρά την εχθρότητά των εναντίον μας, διότι μόνον αυτοί από όλα τα έθνη δεν ηθέλησαν, λόγω του εγωισμού των, να κάμουν τίποτε το ορθόν ενώπιον των βασιλέων, οι οποίοι είναι και δι' αυτούς ευεργέται.
20 ἡμεῖς δὲ τῇ τούτων ἀνοίᾳ συμπεριενεχθέντες καὶ μετὰ νίκης διακομισθέντες καὶ εἰς τὴν Αἴγυπτον τοῖς πᾶσιν ἔθνεσι φιλανθρώπως ἀπαντήσαντες καθὼς ἔπρεπεν ἐποιήσαμεν.
Ημείς συμπεριεφέρθημεν προς αυτούς ανάλογα προς την παράφρονα στάσιν των και μετά την νίκην μας επανήλθομεν εις την Αίγυπτον, εις όλους δε εκείνους τους λαούς ανταπεκρίθημεν με φιλανθρωπίαν και επράξαμεν απέναντί των ο,τι έπρεπε.
21 ἐν δὲ τούτοις πρὸς τοὺς ὁμοφύλους αὐτῶν ἀμνησικακίαν ἅπασι γνωρίζοντες, διά τε τὴν συμμαχίαν καὶ τὰ πεπιστευμένα μετὰ ἁπλότητος αὐτοῖς ἀρχῆθεν μύρια πράγματα τολμήσαντες ἐξαλλοιῶσαι, ἐβουλήθημεν καὶ πολιτείας αὐτοὺς Ἀλεξανδρέων καταξιῶσαι καὶ μετόχους τῶν ἀεὶ ἱερέων καταστῆσαι.
Παρ' όλην δε την άφρονα συμπεριφοράν των Εβραίων της Ιερουσαλήμ, ημείς εχορηγήσαμεν αμνηστίαν εις όλους τους εν τη Αιγύπτω ομοφύλους των ένεκα της συμμαχίας, την οποίαν άλλοτε μας είχαν προσφέρει. Ενεκα δε της πίστεως και της απλότητος, με την οποίαν απ' αρχής είχαν διαπράξει πολλάς ανδραγαθίας, ηθελήσαμεν να αλλάξωμεν τρόπον συμπεριφοράς μας προς αυτούς και να τους αξιώσωμεν της τιμής, να γίνουν πολίται Αλεξανδρείς και να τους καταστήσωμεν κοινωνούς των ισοβίων ιερέων.
22 οἱ δὲ τοὐναντίον ἐκδεχόμενοι καὶ τῇ συμφύτῳ κακοηθείᾳ τὸ καλὸν ἀπωσάμενοι, διηνεκῶς δὲ εἰς τὸ φαῦλον ἐκνεύοντες,
Αυτοί όμως έδειξαν αντίθετον συμπεριφοράν απέναντί μας και με την έμφυτον κακίαν των απώθησαν την καλήν μας προσφοράν και επροτιμούσαν κάθε τι φαύλον.
23 οὐ μόνον ἀπεστρέψαντο τὴν ἀτίμητον πολιτείαν, ἀλλὰ καὶ βδελύσσονται λόγῳ τε καὶ σιγῇ τοὺς ἐν αὐτοῖς ὀλίγους πρὸς ἡμᾶς γνησίως διακειμένους, παρέκαστα ὑφορώμενοι διὰ τῆς δυσκλεεστάτης ἐμβιώσεως διὰ τάχους ἡμᾶς καταστρέψαι τὰ κατορθώματα.
Και όχι μόνον απεστράφησαν το ανεκτίμητον δικαίωμα του πολίτου της Αλεξανδρείας, αλλά με τα λόγια των και με την σιωπήν των αποστρέφονται τους ολίγους από αυτούς Ιουδαίους, οι οποίοι διάκεινται φιλικώς προς ημάς. Με όλην των δε αυτήν την επαίσχυντον συμπεριφοράν και ζωήν, φαίνεται ότι επιδιώκουν ευκαιρίαν να καταστρέψουν και ημάς και τα κατορθώματά μας, όσον το δυνατόν συντομώτερον.
24 διὸ καὶ τεκμηρίοις καλῶς πεπεισμένοι, τούτους κατὰ πάντα δυσνοεῖν ἡμῖν τρόπον καὶ προνοούμενοι μήποτε αἰφνιδίου μετέπειτα ταραχῆς ἐνστάσης ἡμῖν τοὺς δυσσεβεῖς τούτους κατὰ νώτου προδότας καὶ βαρβάρους ἔχωμεν πολεμίους
Επειδή δέ, βάσει αναντιρρήτων αποδείξεων, έχομεν βεβαιωθή πλήρως, ότι αυτοί σκέπτονται και διάκεινται πάντοτε και κατά πάντα εχθρικώς προς ημάς, επειδή δε έχομεν καθήκον να φροντίσωμεν, όπως μη εις περίστασιν αιφνιδίας μελλοντικής επαναστάσεως έχωμεν αυτούς τους ασεβείς και προδότας και βαρβάρους και εχθρούς εις τα νώτα μας,
25 προστετάχαμεν ἅμα τῷ προσπεσεῖν τὴν ἐπιστολὴν τήνδε αὐθωρεὶ τοὺς ἐννεμομένους σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις μετὰ ὕβρεων καὶ σκυλμῶν ἀποστεῖλαι πρὸς ἡμᾶς ἐν δεσμοῖς σιδηροῖς πάντοθεν κατακεκλεισμένους, εἰς ἀνήκεστον καὶ δυσκλεῆ πρέποντα δυσμενέσι φόνον.
δια τούτο έχομεν διατάξει, από αμέσως μόλις ληφθή αυτή η επιστολή, χωρίς καμμίαν αναβολήν, να αποστείλετε προς ημάς από όλα τα μέρη δεμένους με σιδηρά δεσμά τους προαναφερθέντας Εβραίους με τας γυναίκας των και τα παιδιά των, υβρίζοντες και βασανίζοντες αυτούς, δια να τους παραδώσωμεν εις σκληρόν και ατιμωτικόν θάνατον, όπως άλλωστε αρμόζει στοιούτους εχθρούς.
26 τούτων γὰρ ὁμοῦ κολασθέντων, διειλήφαμεν εἰς τὸν ἐπίλοιπον χρόνον τελείως ἡμῖν τὰ πράγματα ἐν εὐσταθείᾳ καὶ βελτίστῃ διαθέσει κατασταθήσεσθαι.
Διότι, όταν αυτοί κατ' αυτόν τον τρόπον, ομαδικώς, τιμωρηθούν, είμεθα βέβαιοι ότι κατά τον υπόλοιπον χρόνον της ζωής μας τα πράγματα του βασιλείου μας θα αποκατασταθούν σταθερά, άριστα και με πλήρη ειρήνην.
27 ὃς δι' ἂν σκεπάσῃ τινὰ τῶν Ἰουδαίων ἀπὸ γηραιοῦ μέχρι νηπίου μέχρι τῶν ὑπομαστιδίων, αἰσχίσταις βασάνοις ἀποτυμπανισθήσεται πανοικί.
Εκείνος δε ο οποίος τυχόν θα αποκρύψη κάποιον εκ των Ιουδαίων, από γέροντος μέχρι μικρού παιδιού και μέχρις αυτών ακόμη των θηλαζόντων νηπίων, θα τιμωρηθή με τρομερά βάσανα αυτός και όλη η οικογένεια του.
28 μηνύειν δὲ τὸν βουλόμενον, ἐφ' ᾧ τὴν οὐσίαν τοῦ ἐμπίπτοντος ὑπὸ τὴν εὔθυναν λήψεται καὶ ἐκ τοῦ βασιλικοῦ ἀργυρίου δραχμὰς δισχιλίας καὶ τῆς ἐλευθερίας τεύξεται καὶ στεφανωθήσεται.
Εκείνος δε ο οποίος θα θελήση, να καταγγείλη Ιουδαίον παραμένοντα πιστόν εις την θρησκείαν του, όχι μόνον θα λάβη την περιουσίαν του καταγγελθέντος και εις καταδίκην οδηγουμένου Εβραίου, αλλά ακόμη θα λάβη από το βασιλικόν θησαυροφυλάκιον δύο χιλιάδας αργυράς δραχμάς· εάν δε είναι δούλος, θα γίνη ελεύθερος, και επί πλέον θα στεφανωθή με τιμητικόν στέφανον.
29 πᾶς δὲ τόπος, οὗ ἐὰν φωραθῇ τὸ σύνολον σκεπαζόμενος Ἰουδαῖος, ἄβατος καὶ πυριφλεγὴς γινέσθω καὶ πάσῃ θνητῇ φύσει κατὰ πάντα ἄχρηστος φανήσεται εἰς τὸν ἀεὶ χρόνον>.
Καθε δε τόπος, όπου τυχόν θα ευρεθή κρυπτόμενος Εβραίος, θα κηρυχθή απροσπέλαστος και θα παραδοθή στο πυρ και θα είναι άβατος εις κάθε θνητήν ύπαρξιν, κατά πάντα άχρηστος εις όλον τον κατόπιν χρόνον”.
30 Καὶ ὁ μὲν τῆς ἐπιστολῆς τύπος οὕτως ἐγέγραπτο.
Αυτά περιείχεν η γραπτή διαταγή του Πτολεμαίου.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα