ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 Ο μὲν οὖν ἀρχιερεὺς Σίμων ἐξεναντίας τοῦ ναοῦ κάμψας τὰ γόνατα καὶ τὰς χεῖρας προτείνας εὐτάκτως, ἐποιήσατο τὴν δέησιν τοιαύτην.
Ο μεν λοιπόν αρχιερεύς Σιμων έκαμψε τα γόνατα απέναντι του ναού, ύψωσε με ευλαβειαν τας χείρας του στον ουρανόν και έκαμε την εξής προσευχήν.
2 Κύριε Κύριε, βασιλεῦ τῶν οὐρανῶν καὶ δέσποτα πάσης κτίσεως, ἅγιε ἐν ἁγίοις, μόναρχε, παντοκράτωρ, πρόσχες ἡμῖν καταπονουμένοις ὑπὸ ἀνοσίου καὶ βεβήλου θράσει καὶ σθένει πεφρυαγμένου.
“Κυριε, Κυριε, βασιλεύ των ουρανών, Δέσποτα ολοκλήρου της κτίσεως, αγιώτατε, μονοκράτωρ, παντοκράτωρ, δώσε προσοχήν εις ημάς σήμερον, οι οποίοι καταταλαιπωρούμεθα από ανόσιον και βέβηλον, ο οποίος καυχάται και αυθαδιάζει δια την θρασύτητά του και την δύναμίν του.
3 σὺ γὰρ ὁ κτίσας τὰ πάντα καὶ τῶν ὅλων ἐπικρατῶν δυνάστης δίκαιος εἶ καὶ τοὺς ὕβρει καὶ ἀγερωχίᾳ πράσσοντάς τι κρίνεις.
Διότι συ, ο οποίος εδημιούργησες τα σύμπαντα και εν τη απείρω σου δυνάμει, είσαι κυρίαρχος όλων των ορατών και αοράτων, είσαι δίκαιος και εν τη δικαιοσύνη σου κρίνεις όλους, όσοι επάνω εις την αλαζονείαν και αγερωχίαν των κάμνουν κάτι το ασεβές.
4 σὺ τοὺς ἔμπροσθεν ἀδικίαν ποιήσαντας, ἐν οἷς καὶ γίγαντες ἦσαν ρώμῃ καὶ θράσει πεποιθότες, διέφθειρας ἐπαγαγὼν αὐτοῖς ἀμέτρητον ὕδωρ.
Συ εξηφάνισες εκείνους, οι οποίοι εις προηγουμένας εποχάς διέπραξαν αδικίας. Μεταξύ αυτών ήσαν και γίγαντες κατά την σωματικήν δύναμιν, οι οποίοι είχαν πεποίθησιν εις την θρασύτητά των. Αυτούς τους εξωλόθρευσες αποστείλας εναντίον των απροσμετρήτους όγκους υδάτων δια του κατακλυσμού.
5 σὺ τοὺς ὑπερηφανίαν ἐργαζομένους Σοδομίτας, διαδήλους ταῖς κακίαις γενομένους, πυρὶ καὶ θείῳ κατέφλεξας, παράδειγμα τοῖς ἐπιγινομένοις καταστήσας.
Συ τους Σοδομίτας, οι οποίοι ήσαν δούλοι εις την αλαζονείαν των και έγιναν γνωστοί από τας κακίας των, τους κατέκαυσες δια του πυρός και του θείου, και κατέστησες έτσι αυτούς παράδειγμα τιμωρίας εις τας κατόπιν γενεάς.
6 σὺ τὸν θρασὺν Φαραὼ καταδουλωσάμενον τὸν λαόν σου τὸν ἅγιον Ἰσραήλ, ποικίλαις καὶ πολλαῖς δοκιμάσας τιμωρίαις, ἐγνώρισας τὴν σὴν δυναστείαν, ἐφ' αἷς ἐγνώρισας τὸ μέγα σου κράτος·
Συ τον θρασύν Φαραώ, ο οποίος είχε καταδουλώσει τον άγιόν σου λαόν, τον ισραηλιτικόν, τον ετιμώρησες με πολλάς και ποικίλας τιμωρίας και κατέστησες γνωστήν την ακατανίκητον δύναμίν σου. Με αυτάς έκαμες γνώστην εις όλους την ακατανίκητον ισχύν σου.
7 καὶ ἐπιδιώξαντα αὐτὸν σὺν ἅρμασι καὶ ὄχλων πλήθει ἐπέκλυσας βάθει θαλάσσης, τοὺς δὲ ἐμπιστεύσαντας ἐπὶ σοὶ τῷ τῆς ἁπάσης κτίσεως δυναστεύοντι σώους διεκόμισας,
Διότι αυτόν τον Φαραώ, ο οποίος με πολεμικά άρματα και με πλήθος λαού κατεδίωξε τον ισραηλιτικόν λαόν, τον έπνιξες εις τα βάθη της θαλάσσης. Τους δε Ισραηλίτας, οι οποίοι είχαν εμπιστευθή την σωτηρίαν των εις σε τον βασιλέα όλης της κτίσεως, ωδήγησες σώους δια μέσου της θαλάσσης.
8 οἳ καὶ συνιδόντες ἔργα σῆς χειρὸς ᾔνεσάν σε τὸν παντοκράτορα.
Αυτοί δε όταν είδαν και κατενόησαν τα θαυμαστά έργα της παντοδυνάμου δεξιάς σου, εδοξολόγησαν σε τον παντοκράτορα.
9 σύ, βασιλεῦ, κτίσας τὴν ἀπέραντον καὶ ἀμέτρητον γῆν, ἐξελέξω τὴν πόλιν ταύτην καὶ ἁγιάσας τὸν τόπον τοῦτον εἰς ὄνομά σοι τῷ τῶν ἁπάντων ἀπροσδεεῖ καὶ παρεδόξασας ἐν ἐπιφανείᾳ μεγαλοπρεπεῖ, σύστασιν ποιησάμενος αὐτοῦ πρὸς δόξαν τοῦ μεγάλου καὶ ἐντίμου ὀνόματός σου.
Συ, βασιλεύ, είσαι εκείνος, ο οποίος εδημιούργησες τον απέραντον και αμέτρητον αυτόν κόσμον της γης. Συ εξέλεξες την πόλιν αυτήν, την Ιερουσαλήμ, και ηγίασες τον ιερόν τούτον τόπον, τον ναόν, δια να δοξάζεται το Ονομά σου, καίτοι συ από τίποτε δεν έχεις ανάγκην. Συ με την μεγαλοπρεπή εις αυτόν εμφάνισίν σου εδόξασες τον ιερόν τούτον ναόν και τον κατέστησες έτσι άγιον, δια να δοξάζεται το μέγα και πανέντιμον Ονομά σου.
10 καὶ ἀγαπῶν τὸν οἶκον τοῦ Ἰσραὴλ ἐπηγγείλω δὴ ὅτι ἐὰν γένηται ἡμῶν ἀποστροφὴ καὶ καταλάβῃ ἡμᾶς στενοχωρία καὶ ἐλθόντες εἰς τὸν τόπον τοῦτον δεηθῶμεν, εἰσακούσῃ τῆς δεήσεως ἡμῶν.
Επειδή αγαπάς το ισραηλιτικόν έθνος, υπεσχέθης εις αυτό, ότι εάν αποστατήσωμεν και απομακρυνθώμεν από σε και μας καταλάβη στενοχωρία και κατόπιν έλθωμεν συντετριμμένοι στον ιερόν τούτον ναόν και προσευχηθώμεν εις αυτόν, συ θα ακούσης την δέησιν ημών.
11 καὶ δὴ πιστὸς εἶ καὶ ἀληθινός.
Και είσαι, Κυριε, πράγματι αξιόπιστος και αληθινός εις τας υποσχέσεις σου.
12 ἐπεὶ δὲ πλεονάκις θλιβέντων τῶν πατέρων ἡμῶν ἐβοήθησας αὐτοῖς ἐν τῇ ταπεινώσει καὶ ἐρρύσω αὐτοὺς ἐκ μεγάλων κινδύνων,
Επειδή, λοιπόν, πολλές φορές οι πατέρες μας εθλίβησαν και συ τους εβοήθησες κατά την ταλαιπωρίαν των αυτήν και τους εγλύτωσες από μεγάλους κινδύνους,
13 ἰδοὺ δὲ νῦν, ἅγιε βασιλεῦ, διὰ τὰς πολλὰς καὶ μεγάλας ἡμῶν ἁμαρτίας καταπονούμεθα καὶ ὑπετάγημεν τοῖς ἐχθροῖς ἡμῶν καὶ παρείμεθα ἐν ἀδυναμίαις.
προς σε και ημείς καταφεύγομεν και ομολογούμεν, ιδού και τώρα, άγιε βασιλεύ, εξ αιτίας των πολλών και μεγάλων αμαρτιών μας έχομεν υποδουλωθή στους εχθρούς μας, έχομεν παραλύσει από τας αδυναμίας μας.
14 ἐν δὲ τῇ ἡμετέρᾳ καταπτώσει ὁ θρασὺς καὶ βέβηλος οὗτος ἐπιτηδεύει καθυβρίσαι τὸν ἐπὶ τῆς γῆς ἀναδεδειγμένον τῷ ὀνόματι τῆς δόξης σου ἅγιον τόπον.
Ακριβώς δε εξ αιτίας της καταπτώσεώς μας ο θρασύς και βέβηλος βασιλεύς επιτηδεύεται με κάθε τρόπον να εξευτελίση τον άγιον τούτον ναόν, ο οποίος ευρίσκεται στον τόπον τούτον και είναι αφιερωμένος στο ένδοξον Ονομά σου.
15 τὸ μὲν γὰρ οἰκητήριόν σου οὐρανὸς τοῦ οὐρανοῦ ἀνέφικτος ἀνθρώποις ἐστίν.
Η κατοικία σου είναι ο ουρανός του ουρανού, και μένει απρόσιτος στους ανθρώπους.
16 ἀλλ' ἐπεὶ εὐδοκήσας τὴν δόξαν σου ἐν τῷ λαῷ σου Ἰσραὴλ ἡγίασας τὸν τόπον τοῦτον,
Επειδή όμως ηυδόκησες προς δόξαν του αγίου Ονόματός σου και ηγίασες και αφιέρωσες τον τόπον τούτον εν μέσω του ισραηλιτικού λαού,
17 μὴ ἐκδικήσῃς ἡμᾶς ἐν τῇ τούτων ἀκαθαρσίᾳ, μηδὲ εὐθύνῃς ἡμᾶς ἐν βεβηλώσει, ἵνα μὴ καυχήσωνται οἱ παράνομοι ἐν θυμῷ αὐτῶν, μηδὲ ἀγαλλιάσωνται ἐν ὑπερηφανίᾳ γλώσσης αὐτῶν λέγοντες·
μη τιμωρήσης ημάς παραχωρών την βεβήλωσιν αυτήν και μη καταλογίσης εις ημάς ευθύνας δια τον μολυσμόν τούτον· δια να μη καυχώνται οι παράνομοι επάνω στον θυμόν των και να μη αγάλλωνται με την κομπαστικήν των γλώσσαν λέγοντες·
18 ἡμεῖς κατεπατήσαμεν τὸν οἶκον τοῦ ἁγιασμοῦ, ὡς καταπατοῦνται οἱ οἶκοι τῶν προσοχθισμάτων.
Ημείς κατεπατήσαμεν τον οίκον τούτον του αγιασμού του Θεού, όπως καταπατούνται και οι ναοί των ειδωλολατρικών βδελυγμάτων!
19 ἀπάλειψον τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ διασκέδασον τὰς ἀμπλακίας ἡμῶν καὶ ἐπίφανον τὸ ἔλεός σου κατὰ τὴν ὥραν ταύτην.
Σβήσε, λοιπόν, τας αμαρτίας μας, συγχώρησε τας παραβάσεις μας και κάμε φανερόν το έλεός σου προς ημάς κατά την ώραν αυτήν.
20 ταχὺ προκαταλαβέτωσαν ἡμᾶς οἱ οἰκτιρμοί σου, καὶ δὸς αἰνέσεις ἐν στόματι τῶν καταπεπτωκότων καὶ συντετριμμένων τὰς ψυχὰς ποιήσας ἡμῖν εἰρήνην.
Ας μας καταλάβουν αμέσως οι οικτιρμοί σου και δώσε στο στόμα ημών των καταπεπτωκότων και συντετριμμένων δοξολογίαν προς το Ονομά σου, ειρηνεύων τας καρδίας μας”.
21 Ἐνταῦθα ὁ πάντων ἐπόπτης Θεὸς καὶ πρὸ πάντων ἅγιος ἐν ἁγίοις εἰσακούσας τῆς ἐνθέσμου λιτανείας, τὸν ὕβρει καὶ θράσει μεγάλως ἐπῃρμένον ἐμάστιξεν αὐτόν,
Αμέσως μετά την προσευχήν αυτήν ο Θεός, ο οποίος επιβλέπει επί όλων των ανθρωπίνων πραγμάτων, ο προαιώνιος, ο αγιώτατος, ήκουσε την σύμφωνον προς τον Νομον του προσευχήν αυτήν και εμαστίγωσε τον επηρμένον επάνω εις την αλαζονείαν του και θρασύτητα Φιλοπάτορα.
22 ἔνθεν καὶ ἔνθεν κραδάνας αὐτὸν ὡς κάλαμον ὑπὸ ἀνέμου, ὥστε κατ' ἐδάφους ἄπρακτον, ἔτι καὶ τοῖς μέλεσι παραλελυμένον μηδὲ φωνῆσαι δύνασθαι δικαίᾳ περιπεπλεγμένον κρίσει.
Τον περιέφερεν ο Θεός από εδώ και από εκεί ωσάν κάλαμον υπό ανέμου σαλευόμενον, ώστε εν τέλει να πέση ακίνητος στο έδαφος με παράλυτα όλα τα μέλη του και να μη δύναται ούτε μίαν λέξιν να αρθρώση. Ετσι υπέστη την δικαίαν τιμωρίαν εκ μέρους του Θεού.
23 ὅθεν οἵ τε φίλοι καὶ οἱ σωματοφύλακες αὐτοῦ ταχεῖαν καὶ ὀξεῖαν ἰδόντες τὴν καταλαβοῦσαν αὐτὸν εὔθυναν, φοβούμενοι μὴ καὶ τὸ ζῆν ἐκλείπῃ, ταχέως αὐτὸν ἐξείλκυσαν ὑπερβάλλοντι καταπεπληγμένοι φόβῳ.
Εις το γεγονός αυτό οι φίλοι και οι σωματοφυλακές του είδον άμεσον και δεινήν τιμωρίαν, που τον κατέλαβε, και επειδή εφοβήθησαν, μήπως χάση και την ζωήν του, τον έσυραν ταχέως έξω από τον ναόν, συνεχόμενοι από μέγιστον φόβον.
24 ἐν χρόνῳ δὲ ὕστερον ἀναλεξάμενος ἑαυτὸν οὐδαμῶς εἰς μετάμελον ἦλθεν ἐπιτιμηθείς, μετ' ἀπειλῆς δὲ πικρᾶς ἀνέλυσε.
Συνήλθεν έπειτα ο βασιλεύς, χωρίς όμως καθόλου να συνετισθη και μεταμεληθη από την τιμωρίαν, που υπέστη, αλλά έφυγε με πικράς απειλάς εναντίον της πόλεως.
25 Διακομισθεὶς δὲ εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ τὰ τῆς κακίας ἐπαύξων, διὰ δὲ τῶν προαποδεδειγμένων συμποτῶν καὶ ἑταίρων τοῦ παντὸς δικαίου κεχωρισμένων,
Οταν δε ήλθεν εις την Αίγυπτον υπό την κακήν επίδρασιν των προμνημονευθέντων συντρόφων και συμποτών του, οι οποίοι είχαν χωρισθή από κάθε έννοιαν δικαίου, επηύξησεν ακόμη περισότερον την κακίαν του.
26 οὐ μόνον ταῖς ἀναριθμήτοις ἀσελγείαις διηρκέσθη, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοσοῦτον θράσους προῆλθεν, ὥστε δισφυμίας ἐν τοῖς τόποις συνίστασθαι καὶ πολλοὺς τῶν φίλων ἀτενίζοντας εἰς τὴν τοῦ βασιλέως πρόθεσιν καὶ αὐτοὺς ἕπεσθαι τῇ ἐκείνου θελήσει.
Δεν ηρκέσθη ότι παρεδόθη εις αναριθμήτους ασελγείας, αλλά επροχώρησεν εις τόσην μεγάλην θρασύτητα, ώστε συστηματικώς διέδιδεν εις όλους τους τόπους συκοφαντίας κατά των Εβραίων. Πολλοί δε από τους φίλους του, κόλακες καθώς ήσαν, βλέποντες την πρόθεσιν του βασιλέως, τον ακολουθούσαν εις την εχθρικήν του διάθεσιν κατά των Ιουδαίων.
27 προέθετο δὲ δημοσίᾳ κατὰ τοῦ ἔθνους διαδοῦναι ψόγον· καὶ ἐπὶ τοῦ κατὰ τὴν αὐλὴν πύργου στήλην ἀναστήσας ἐξεκόλαψε γραφήν,
Επήρε δε την απόφασιν και ακόμη δημοσιώτερον να δυσφημήση το έθνος των Εβραίων. Εις τον πύργον του, λοιπόν, ο οποίος ευρίσκετο στο ανάκτορόν του, διέταξε και έστησαν μίαν στήλην επάνω εις την οποίαν εχάραξαν την ακόλουθον επιγραφήν·
28 μηδένα τῶν μὴ θυόντων εἰς τὰ ἱερὰ αὐτῶν εἰσιέναι, πάντας δὲ τοὺς Ἰουδαίους εἰς λαογραφίαν καὶ οἰκετικὴν διάθεσιν ἀχθῆναι, τοὺς δὲ ἀντιλέγοντας βίᾳ φερομένους τοῦ ζῆν μεταστῆσαι,
“Δεν επιτρέπεται εις κανένα από εκείνους, που δεν προσφέρουν θυσίαν στους θεούς της χώρας, να εισέρχωνται εις τα ιερά των, δηλαδή εις τας συναγωγάς. Ολοι οι Ιουδαίοι, που ευρίσκονται εις την Αίγυπτον να καταγραφούν στους καταλόγους των δούλων, και να περιέλθουν εις την κατάστασιν της δουλείας. Εκείνοι δε από αυτούς, οι οποίοι τυχόν θα ανθίσταντο εις την διαταγήν αυτήν, να συλλαμβάνωνται δια της βίας και να εκτελούνται.
29 τούς τε ἀπογραφομένους χαράσσεσθαι καὶ διὰ πυρὸς εἰς τὸ σῶμα παρασήμῳ Διονύσου κισσοφύλλῳ, οὓς καὶ καταχωρίσαι εἰς τὴν προσυνεσταλμένην αὐθεντίαν.
Οι Ιουδαίοι, οι οποίοι θα απογράφωνται στους καταλόγους των υποδούλων θα στιγματίζωνται και με πυρακτωμένον σίδηρον στο σώμα των δια του σήματος του Θεού Διονύσου, ήτοι με φύλλον κισσού, και να κατατάσσωνται εις την προαναφερθείσαν ταπεινήν κοινωνικήν θέσιν”.
30 ἵνα δὲ μὴ τοῖς πᾶσιν ἀπεχθόμενος φαίνηται, ὑπέγραψεν· ἐὰν δέ τινες ἐξ αὐτῶν προαιρῶνται ἐν τοῖς κατὰ τὰς τελετὰς μεμυημένοις ἀναστρέφεσθαι, τούτους ἰσοπολίτας Ἀλεξανδρεῦσιν εἶναι.
Δια να μη φανή δε και καταστή ο βασιλεύς μισητός από όλους, διέταξε και έγραψαν και το εξής· “εάν μερικοί από τους Ιουδαίους προτιμούν να λαμβάνουν μέρος εις τας ειδωλολατρικάς τελετάς μαζή με τους άλλους μεμυημένους, αυτοί να είναι ίσοι προς τους πολίτας Αλεξανδρείς”.
31 Ἔνιοι μὲν οὖν ἐπὶ πόλεως τὰς τῆς πόλεως εὐσεβείας ἐπιβάθρας στυγοῦντες εὐχερῶς ἑαυτοὺς ἐδίδοσαν ὡς μεγάλης τινὸς κοινωνήσοντες εὐκλείας ἀπὸ τῆς ἐσομένης τῷ βασιλεῖ συναναστροφῆς.
Μερικοί, λοιπόν, από τους Ιουδαίους, τους κατοίκους της Αλεξανδρείας οι οποίοι εμισούσαν την είσοδόν των εις την πόλιν της ευσεβείας, την Ιερουσαλήμ, ευχερώς υπετάχθησαν εις την διαταγήν του Φιλοπάτορος, διότι επίστευαν ότι με την επικοινωνίαν αυτήν προς τον βασιλέα θα αποκτήσουν μεγάλην δόξαν.
32 οἱ δὲ πλεῖστοι γενναίᾳ ψυχῇ ἐνίσχυσαν καὶ οὐ διέστησαν τῆς εὐσεβείας, τά τε χρήματα περὶ τοῦ ζῆν ἀντικαταλλασσόμενοι ἀδεῶς ἐπειρῶντο ἑαυτοὺς ρύσασθαι ἐκ τῶν ἀπογραφῶν·
Οι περισσότεροι όμως έμειναν στερεοί εις την πίστιν των με γενναίαν ψυχήν, και δεν απεμακρύνθησαν από την ευσέβειάν των. Προσφέροντες δε χρήματα, δια να εξασφαλίσουν μίαν άνευ φόβου ζωήν, προσπαθούσαν με αυτά να απαλλαγούν από τας απογραφάς.
33 εὐέλπιδες δὲ καθειστήκεισαν ἀντιλήψεως τεύξεσθαι· καὶ τοὺς ἀποχωροῦντας ἐξ αὐτῶν ἐβδελύσσοντο καὶ ὡς πολεμίους τοῦ ἔθνους ἔκρινον καὶ τῆς κοινῆς συναναστροφῆς καὶ εὐχρηστίας ἐστέρουν.
Στηρίζοντες δε τας ωραίας ελπίδας των εις την εκ μέρους του Θεού βοήθειαν, εβδελύσσοντο εκείνους, που αποχωρούσαν από την θρησκείαν των, τους εθεωρούσαν εχθρούς του έθνους των και ουδεμίαν εις αυτούς συναναστροφήν και βοήθειαν παρείχον.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα