ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΣΥΝΕΒΗ δὲ καὶ ἑπτὰ ἀδελφοὺς μετὰ τῆς μητρὸς συλληφθέντας ἀναγκάζεσθαι ὑπὸ τοῦ βασιλέως ἀπὸ τῶν ἀθεμίτων ὑείων κρεῶν ἐφάπτεσθαι μάστιξι καὶ νευραῖς αἰκιζομένους.
Συνέβη δε κατά τον καιρόν εκείνον να συλληφθούν επτά αδελφοί μαζή με την μητέρα των και να εξαναγκάζωνται υπό του βασιλέως να φάγουν τα απαγορευομένα από τον Νομον χοιρινά κρέατα, βασανιζόμενοι δια κτυπημάτων με μαστίγια και με νευράς.
2 εἶς δὲ αὐτῶν γενόμενος προήγορος οὕτως ἔφη· τί μέλλεις ἐρωτᾶν καὶ μανθάνειν παρ᾿ ἡμῶν; ἕτοιμοι γὰρ ἀποθνῃ£σκειν ἐσμὲν ἢ παραβαίνειν τοὺς πατρίους νόμους.
Ενας δε από αυτούς ο πρώτος, εξ ονόματος και των άλλων αδελφών ομιλών, είπε προς τον βασιλέα· “τι θέλεις να ερωτάς και να μάθης από ημάς; Ημείς είμεθα έτοιμοι να αποθάνωμεν, παρά να παραβώμεν τους πατροπαραδότους νόμους μας”.
3 ἔκθυμος δὲ γενόμενος ὁ βασιλεὺς προσέταξε τήγανα καὶ λέβητας ἐκπυροῦν.
Από μεγάλην οργήν εκυριεύθη ο βασιλεύς και διέταξε να θέσουν εις την φωτιάν και να πυρακτώσουν τηγάνια και λέβητας.
4 τῶν δὲ παραχρῆμα ἐκπυρωθέντων, παραχρῆμα τὸν γενόμενον αὐτῶν προήγορον προσέταξε γλωσσοτομεῖν καὶ περισκυθίσαντες ἀκρωτηριάζειν, τῶν λοιπῶν ἀδελφῶν καὶ τῆς μητρὸς συνορώντων.
Οταν αυτά αμέσως επυρακτώθησαν, διέταξεν ο βασιλεύς να κόψουν την γλώσσαν εκείνου, ο οποίος έτσι πρώτος είχεν ομιλήσει, έπειτα δε διέταξε και αφαιρέθη το δέρμα της κεφαλής του και του έκοψαν χέρια και πόδια υπό τα βλέμματα των άλλων αδελφών του και της μητρός του.
5 ἄχρηστον δὲ αὐτὸν τοῖς ὅλοις γενόμενον ἐκέλευσε τῇ πυρᾷ προσάγειν ἔμπνουν καὶ τηγανίζειν. τῆς δὲ ἀτμίδος ἐφ᾿ ἱκανὸν διαδιδούσης τοῦ τηγάνου, ἀλλήλους παρεκάλουν σὺν τῇ μητρὶ γενναίως τελευτᾶν λέγοντες οὕτως·
Οταν δε αυτός δεν ημπορούσε πλέον καθόλου να κινηθή, μόλις δε και ανέπνεε, διέταξεν ο βασιλεύς να τον ρίψουν εις την πυράν, δια να τον τηγανίσουν. Καθ' ον δε χρόνον ο ατμός από το τηγάνι ανεδίδετο επί μακρόν εις την γύρω περιοχήν, οι αδελφοί του μαζή με την μητέρα του παρακινούσαν ο ένας τον άλλον να αποθάνουν ηρωϊκώς λέγοντες τα εξής·
6 ὁ Κύριος ὁ Θεὸς ἐφορᾷ καὶ ταῖς ἀληθείαις ἐφ' ἡμῖν παρακαλεῖται, καθάπερ διὰ τῆς κατὰ πρόσωπον ἀντιμαρτυρούσης ᾠδῆς διεσάφησε Μωυσῆς λέγων· καὶ ἐπὶ τοῖς δούλοις αὐτοῦ παρακληθήσεται.
“Κυριος ο Θεός βλέπει και είναι πράγματι ελεήμων και ευσυμπάθητος προς ημάς, όπως ο Μωϋσής σαφώς διεκήρυξεν εις την ωδήν, εις την οποίαν ενώπιον όλου του Ισραηλιτικού λαού διελάλησε λέγων· ο Κυριος σπλαγχνίζεται και ελεεί τους δούλους του”.
7 μεταλλάξαντος δὲ τοῦ πρώτου τὸν τρόπον τοῦτον, τὸν δεύτερον ἦγον ἐπὶ τὸν ἐμπαιγμὸν καὶ τὸ τῆς κεφαλῆς δέρμα σὺν ταῖς θριξὶ περισύραντες ἐπηρώτων· εἰ φάγεσαι πρὸ τοῦ τιμωρηθῆναι τὸ σῶμα κατὰ μέλος;
Οταν κατ' αυτόν τον μαρτυρικόν τρόπον εξεδήμησεν ο πρώτος αδελφός, ωδήγησαν οι άνθρωποι του βασιλέως τον δεύτερον αδελφόν προς το μαρτύριον. Αφού δε εξερρίζωσαν το δέρμα της κεφαλής με τας τρίχας, τον ερωτούσαν εάν συγκατατίθεται να φάγη χοιρινόν κρέας, πριν βασανισθή και εις ένα έκαστον από τα άλλα μέλη του σώματός του.
8 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς τῇ πατρίῳ φωνῇ εἶπεν· οὐχί· διόπερ καὶ οὗτος τὴν ἑξῆς ἔλαβε βάσανον ὡς ὁ πρῶτος.
Αυτός απεκρίθη εις την πατρικήν του γλώσσαν και είπεν· “όχι”. Δια τούτο και αυτός υπέστη με την σειράν του το μαρτύριον, όπως και ο πρώτος.
9 ἐν ἐσχάτῃ δὲ πνοῇ γενόμενος εἶπε· σὺ μὲν ἀλάστωρ ἐκ τοῦ παρόντος ἡμᾶς ζῆν ἀπολύεις, ὁ δὲ τοῦ κόσμου βασιλεὺς ἀποθανόντας ἡμᾶς ὑπὲρ τῶν αὐτοῦ νόμων εἰς αἰώνιον ἀναβίωσιν ζωῆς ἡμᾶς ἀναστήσει.
Οταν δε έπνεε πλέον τα λοίσθια, είπε προς τον βασιλέα· “συ μέν, αλιτήριε, αφαιρείς από ημάς την παρούσαν ζωήν, ο βασιλεύς όμως του κόσμου θα μας αναστήση εις μίαν αιωνίαν ζωήν, εφ' όσον ημείς απεθάνομεν, δια να μείνωμεν πιστοί στους νόμους του”.
10 μετὰ δὲ τοῦτον ὁ τρίτος ἐνεπαίζετο καὶ τὴν γλῶσσαν αἰτηθεὶς ταχέως προέβαλε καὶ τὰς χεῖρας εὐθαρσῶς προέτεινε
Επειτα δε από αυτόν εβασανίσθη ο τρίτος αδελφός. Οταν δε ο δήμιος του εζήτησε να εξαγάγη αμέσως την γλώσσαν του και τας χείρας του, δια να του τα κόψουν, εκείνος τα επρότεινε με θάρρος
11 καὶ γενναίως εἶπεν· ἐξ οὐρανοῦ ταῦτα κέκτημαι καὶ διὰ τοὺς αὐτοῦ νόμους ὑπερορῶ ταῦτα καὶ παρ᾿ αὐτοῦ ταῦτα πάλιν ἐλπίζω κομίσασθαι·
και ηρωϊκώς είπεν· “έχω πάρει τα μέλη αυτά από τον ουράνιον Θεόν και χάριν του νόμου του Θεού δεν τα λογαριάζω, διότι πιστεύω ότι από τον Θεόν θα τα αποκτήσω πάλιν κάποτε”.
12 ὥστε αὐτὸν τὸν βασιλέα καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ ἐκπλήσσεσθαι τὴν τοῦ νεανίσκου ψυχήν, ὡς ἐν οὐδενὶ τὰς ἀλγηδόνας ἐτίθετο.
Ητο δε τόσον το θάρρος του, ώστε και ο ίδιος ο βασιλεύς και εκείνοι οι οποίοι τον ακολουθούσαν, εξεπλάγησαν με τον ηρωϊσμόν του νέου αυτού, ο οποίος εις ουδέν υπελόγιζε τους πόνους από τα βασανιστήρια.
13 καὶ τούτου δὲ μεταλλάξαντος, τὸν τέταρτον ὡσαύτως ἐβασάνιζον αἰκιζόμενοι.
Οταν αυτός εξεδήμησεν, έφεραν και με τον ίδιον τρόπον ήρχισαν να βασανίζουν με πληγάς τον τέταρτον υιόν.
14 καὶ γενόμενος πρὸς τὸ τελευτᾶν οὕτως ἔφη· αἱρετὸν μεταλλάσσοντα ὑπ᾿ ἀνθρώπων τὰς ὑπὸ τοῦ Θεοῦ προσδοκᾶν ἐλπίδας πάλιν ἀναστήσεσθαι ὑπ᾿ αὐτοῦ· σοὶ μὲν γὰρ ἀνάστασις εἰς ζωὴν οὐκ ἔσται.
Οταν δε και εκείνος επλησίαζε να αποθάνη, ομίλησε κατ' τον τον τρόπον προς τον βασιλέα· “είναι προτιμότερον να πεθαίνη κανείς από τα χέρια των ανθρώπων με την ελπίδα που έχει προς τον Θεόν ότι και πάλιν θα αναστηθή από εκείνον. Δια σε όμως, βασιλεύ, η ανάστασίς σου δεν θα είναι προς ζωήν”.
15 ἐχομένως δὲ τὸν πέμπτον προσάγοντες ᾐκίζοντο.
Εν συνεχεία δε ωδηγήθη ο πέμπτος υιός, τον οποίον και ήρχισαν να βασανίζουν.
16 ὁ δὲ πρὸς αὐτὸν ἰδὼν εἶπεν· ἐξουσίαν ἐν ἀνθρώποις ἔχων φθαρτὸς ὤν, ὃ θέλεις ποιεῖς· μὴ δόκει δὲ τὸ γένος ἡμῶν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ καταλελεῖφθαι.
Αυτός ατενίσας προς τον βασιλέα είπεν· “έχεις την δύναμιν μεταξύ των ανθρώπων, αν και είσαι θνητός, και ημπορείς να πράξης ο,τι θέλεις. Μη νομίσης όμως ότι το γένος μας έχει εγκαταλειφθή από τον Θεόν.
17 σὺ δὲ καρτέρει καὶ θεώρει τὸ μεγαλεῖον αὐτοῦ κράτος, ὡς σὲ καὶ τὸ σπέρμα σου βασανίσει.
Περίμενε δε συ και θα ίδης την μεγαλειώδη δύναμιν του Θεού, πόσον σε και τους απογόνους σου θα βασανίση”.
18 μετὰ δὲ τοῦτον ἦγον τὸν ἕκτον, καὶ μέλλων ἀποθνήσκειν ἔφη· μὴ πλανῶ μάτην, ἡμεῖς γὰρ δι᾿ ἑαυτοὺς ταῦτα πάσχομεν ἁμαρτάνοντες εἰς τὸν ἑαυτῶν Θεόν, διὸ ἄξια θαυμασμοῦ γέγονε.
Επειτα από αυτόν έφεραν προς το μαρτύριον τον έκτον αδελφόν. Οταν δε και αυτός επρόκειτο να αποθάνη, είπε προς τον βασιλέα· “μη πλανάσαι ματαίως. Ημείς από τον εαυτόν μας υποφέρομεν αυτά, διότι έχομεν αμαρτήσει ενώπιον του Θεού μας, δια τούτο επήλθον εναντίον μας τα καταπληκτικά αυτά κακά.
19 σὺ δὲ μὴ νομίσῃς ἀθῷος ἔσεσθαι θεομαχεῖν ἐπιχειρήσας.
Αλλά και συ μη φαντασθής, ότι θα μείνης ατιμώρητος, εφ' όσον ανέλαβες και έκαμες πόλεμον εναντίον του Θεού”.
20 ὑπεραγόντως δὲ ἡ μήτηρ θαυμαστὴ καὶ μνήμης ἀγαθῆς ἀξία, ἥτις ἀπολλυμένους υἱοὺς ἑπτὰ συνορῶσα μιᾶς ὑπὸ καιρὸν ἡμέρας εὐψύχως ἔφερε διὰ τὰς ἐπὶ Κύριον ἐλπίδας.
Παρα πολύ αξιοθαύμαστος και αξία της πλέον αγαθής μνήμης ήτο η μητέρα, η οποία, καίτοι έβλεπε να αποθνήσκουν τα παιδιά της εις διάστημα μιας ημέρας, απέμεινε γενναίως τα μαρτύρια των παιδιών της, διότι εστήριζε τας ελπίδας της στον Κυριον.
21 ἕκαστον δὲ αὐτῶν παρεκάλει τῇ πατρίῳ φωνῇ γενναίῳ πεπληρωμένη φρονήματι καὶ τὸν θῆλυν λογισμὸν ἄρσενι θυμῷ διεγείρασα, λέγουσα πρὸς αὐτούς·
Αυτή, εις την πατρικήν της γλώσσαν ωμιλούσε και παρακινούσε το καθένα από τα παιδιά της και πλήρης από ευγενέστατα αισθήματα και φρονήματα τα ενεθάρρυνε προς το μαρτύριον, μεταβάλλουσα την γυναικείαν τρυφερότητα εις ανδρικόν θάρρος και έλεγε προς αυτούς·
22 οὐκ οἶδ᾿ ὅπως εἰς τὴν ἐμὴν ἐφάνητε κοιλίαν, οὐδὲ ἐγὼ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ζωὴν ὑμῖν ἐχαρισάμην, καὶ τὴν ἑκάστου στοιχείωσιν οὐκ ἐγὼ διερρύθμισα.
“Δεν γνωρίζω πως έχετε γεννηθή εις την κοιλίαν μου, δεν είμαι εγώ εκείνη που σας έδωσα το πνεύμα και την ζωήν, δεν είμαι εγώ εκείνη οποία ωργάνωσα τα στοιχεία, που αποτελούν το σώμα σας. Αυτά είναι του Θεού δώρα.
23 τοιγαροῦν ὁ τοῦ κόσμου κτίστης, ὁ πλάσας ἀνθρώπου γένεσιν καὶ πάντων ἐξευρὼν γένεσιν καὶ τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ζωὴν ὑμῖν πάλιν ἀποδώσει μετ᾿ ἐλέους, ὡς νῦν ὑπερορᾶται ἑαυτοὺς διὰ τοὺς αὐτοῦ νόμους.
Δια τούτο, λοιπόν, ο Δημιουργός του κόσμου, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπον και εμόρφωσε το ανθρώπινον γένος, εκείνος ο οποίος έδωσεν αρχήν και ύπαρξιν εις όλα τα πράγματα, αυτός και πάλιν εν τη ευσπλαγχνία του θα αποδώση εις σας το πνεύμα και την ζωήν, διότι τώρα σεις καταφρονείτε τον εαυτόν σας προς χάριν των νόμων του”.
24 ὁ δὲ Ἀντίοχος οἰόμενος καταφρονεῖσθαι καὶ τὴν ὀνειδίζουσαν ὑφορώμενος φωνήν, ἔτι τοῦ νεωτέρου περιόντος, οὐ μόνον διὰ λόγων ἐποιεῖτο τὴν παράκλησιν, ἀλλὰ καὶ δι᾿ ὅρκων ἐπίστου ἅμα πλουτιεῖν καὶ μακαριστὸν ποιήσειν μεταθέμενον ἀπὸ τῶν πατρίων νόμων καὶ φίλον ἕξειν καὶ χρείας ἐμπιστεύσειν.
Ο Αντίοχος επειδή ενόμιζεν ότι κατεφρονείτο και εξηυτελίζετο, και επειδή υπωπτεύετο ότι υβρίζεται με τα λόγια αυτής της μητέρας, ενώ ακόμη ο νεώτερος υιός εζούσεν, όχι μόνον με απλά λόγια τον ενεθάρρυνε και τον εκολάκευε, αλλά και με όρκους υπέσχετο εις αυτόν να τον κάμη πλούσιον και ευτυχή, να τον καταστήση φίλον του, να του εμπιστευθή μεγάλα αξιώματα, εάν εγκαταλείψη τους νόμους των πατέρων του.
25 τοῦ δὲ νεανίου μηδαμῶς προσέρχοντος, προσκαλεσάμενος ὁ βασιλεὺς τὴν μητέρα παρῃ£νει τοῦ μειρακίου γενέσθαι σύμβουλον ἐπὶ σωτηρίᾳ.
Επειδή όμως ο νεαρός αυτός δεν έδιδε καμμίαν προσοχήν εις τας δελεαστικάς προσφοράς του βασιλέως, εκείνος εκάλεσε την μητέρα και την παρακινούσε να συμβουλεύση το παιδί της, που ήτο μειράκιον ακόμη, και να αποφύγη έτσι τον μαρτυρικόν θάνατον.
26 πολλὰ δὲ αὐτοῦ παραινέσαντος ἐπεδέξατο πείσειν τὸν υἱόν.
Επειδή ο βασιλεύς με πολλούς λόγους την παρακινούσε, η μητέρα εδέχθη να πείση το παιδί της.
27 προσκύψασα δὲ αὐτῷ, χλευάσασα τὸν ὠμὸν τύραννον οὕτως ἔφησε τῇ πατρῴᾳ φωνῇ· υἱέ, ἐλέησόν με τὴν ἐν γαστρὶ περιενέγκασάν σε μῆνας ἐννέα καὶ θηλάσασάν σε ἔτη τρία καὶ ἐκθρέψασάν σε καὶ ἀγαγοῦσαν εἰς τὴν ἡλικίαν ταύτην καὶ τροφοφορήσασαν.
Εκείνη έσκυψε προς το παιδί της, ενέπαιξε τον σκληρόν βασιλέα και κατ' αυτόν τον τρόπον ομίλησε προς το παιδί της εις την γλώσσαν των πατέρων της· “παιδί μου, λυπήσου εμέ, η οποία επί εννέα μήνας σε έφερα εις την κοιλίαν μου. Εμέ, η οποία σε εθήλασα επί τρία έτη, σε ανέθρεψα και σε έφερα έως εις την ηλικίαν αυτήν, που είσαι.
28 ἀξιῶσε, τέκνον, ἀναβλέψαντα εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὰ ἐν αὐτοῖς πάντα ἰδόντα, γνῶναι ὅτι ἐξ οὐκ ὄντων ἐποίησεν αὐτὰ ὁ Θεὸς καὶ τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος οὕτως γεγένηται.
Σε παρακαλώ, λοιπόν, και σε εξορκίζω, παιδί μου, να αναβλέψης στον ουρανόν και εις την γην και να ίδης όλα όσα υπάρχουν εις αυτά. Να γνωρίσης δε καλά, ότι Θεός εδημιούργησεν όλα αυτά εκ του μηδενός. Επίσης και το γένος των ανθρώπων παρά του Θεού έλαβε την ύπαρξιν.
29 μὴ φοβηθῇς τὸν δήμιον τοῦτον, ἀλλὰ τῶν ἀδελφῶν ἄξιος γενόμενος, ἐπίδεξαι τὸν θάνατον, ἵνα ἐν τῷ ἐλέει σὺν τοῖς ἀδελφοῖς σου κομίσωμαί σε.
Μη φοβηθής, λοιπόν, αυτόν τον δήμιον, αλλά να φανής αντάξιος των αδελφών σου. Δέξαι ηρωϊκώς τον μαρτυρικόν θάνατον, δια να σε επαναποκτήσω πάλιν μαζή με τους αδελφούς σου στον καιρόν του ελέους του Θεού, της αναστάσεως δηλαδή των νεκρών”.
30 ἔτι δὲ ταύτης καταλεγούσης ὁ νεανίας εἶπε· τίνα μένετε; οὐχ ὑπακούω τοῦ προστάγματος τοῦ βασιλέως, τοῦ δὲ προστάγματος ἀκούω τοῦ νόμου τοῦ δοθέντος τοῖς πατράσιν ἡμῶν διὰ Μωυσέως.
Ενῷ δε ακόμη έλεγεν αυτά εντόνως η μητέρα, ο νεώτερος αυτός αδελφός είπε προς τους δημίους· “τι περιμένετε; Δεν υπακούω εις την προσταγήν του βασιλέως, αλλά υπακούω εις τας εντολάς του Νομου, ο οποίος εδόθη παρά του Θεού δια του Μωϋσέως στους πατέρας μας.
31 σὺ δὲ πάσης κακίας εὑρετὴς γενόμενος εἰς τοὺς Ἑβραίους, οὐ μὴ διαφύγῃς τὰς χεῖρας τοῦ Θεοῦ.
Συ δέ, βασιλεύ, ο οποίος έγινες αιτία και επινοητής όλων αυτών των συμφορών εναντίον των Εβραίων, δεν θα διαφύγης την τιμωρόν χείρα του Θεού.
32 ἡμεῖς γὰρ διὰ τὰς ἑαυτῶν ἁμαρτίας πάσχομεν.
Ημείς πάσχομεν εξ αιτίας των αμαρτιών μας.
33 εἰ δὲ χάριν ἐπιπλήξεως καὶ παιδείας ὁ ζῶν Κύριος ἡμῶν βραχέως ἐπώργισται, καὶ πάλιν καταλλαγήσεται τοῖς ἑαυτοῦ δούλοις.
Εάν δε ο αιωνίως ζων Κυριος μας, δια να μας τιμωρήση και παιδαγωγήση, έδειξε προς στιγμήν μόνον την οργήν του εναντίον μας, πάλιν θα συμφιλιωθή με ημάς τους δούλους του.
34 σὺ δέ, ὦ ἀνόσιε καὶ πάντων ἀνθρώπων μιαρώτατε, μὴ μάτην μετεωρίζου φρυαττόμενος ἀδήλοις ἐλπίσιν, ἐπὶ τοὺς δούλους αὐτοῦ ἐπαιρόμενος χεῖρα·
Συ δέ, ω ανόσιε και μιαρώτατε μεταξύ όλων των ανθρώπων, μη αλαζονεύεσαι ματαίως καυχώμενος και στηριζόμενος εις ψευδείς ελπίδας και υψώνων το φονικόν σου χέρι εναντίον των δούλων του Θεού.
35 οὕπω γὰρ τὴν τοῦ Παντοκράτορος ἐπόπτου Θεοῦ, κρίσιν ἐκπέφευγας.
Διότι δεν εξέφυγες ακόμη την καταδίκην εκ μέρους του παντοκράτορας Θεού, ο οποίος εποπτεύει όλον τον κόσμον και ημάς.
36 οἱ μὲν γὰρ νῦν ἡμέτεροι ἀδελφοὶ βραχὺν ὑπενέγκαντες πόνον ἀεννάου ζωῆς ὑπὸ διαθήκην Θεοῦ πεπτώκασι· σὺ δὲ τῇ τοῦ Θεοῦ κρίσει δίκαια τὰ πρόστιμα τῆς ὑπερηφανίας ἀποίσῃ.
Οι αδελφοί μας υπέμειναν ολιγοχρόνιον πόνον και έχουν πέσει μαρτυρικώς, δια να κερδήσουν την αιωνίαν ζωήν, σύμφωνα με την Διαθήκην του Θεού.
37 ἐγὼ δὲ καθάπερ οἱ ἀδελφοί μου καὶ σῶμα καὶ ψυχὴν προδίδωμι περὶ τῶν πατρίων νόμων, ἐπικαλούμενος τὸν Θεὸν ἵλεων ταχὺ τῷ ἔθνει γενέσθαι καὶ σὲ μετὰ ἐτασμῶν καὶ μαστίγων ἐξομολογήσασθαι, διότι μόνος αὐτὸς Θεός ἐστιν,
Εγώ, όπως και οι άλλοι αδελφοί μου, παραδίδω το σώμα και την ψυχήν προς χάριν των πατροπαραδότων νόμων, παρακαλών τον Θεόν να φανή συντομώτατα ίλεως προς τον λαόν του, να κάμη δε και σέ, με βάσανα και με θλίψεις, στο να ομολογήσης τον αληθινόν Θεόν, διότι αυτός μόνος είναι Θεός.
38 ἐν ἐμοὶ δὲ καὶ τοῖς ἀδελφοῖς μου στῆναι τὴν τοῦ Παντοκράτορος ὀργὴν τὴν ἐπὶ τὸ σύμπαν ἡμῶν γένος δικαίως ἐπηγμένην.
Παρακαλώ δε και εύχομαι, εις εμέ και στους αδελφούς μου να σταματήση ο Θεός την οργήν του, η οποία κατά λόγον δικαιοσύνης εξέσπασεν εναντίον του γένους μας”.
39 ἔκθυμος δὲ γενόμενος ὁ βασιλεύς, τούτῳ παρὰ τοὺς ἄλλους χειρίστως ἀπήντησε πικρῶς φέρων ἐπὶ τῷ μυκτηρισμῷ.
Εξαλλος από οργήν έγινεν ο βασιλεύς και διέταξε να βασανισθή ο νεώτερος αυτός αδελφός σκληρότερον από τους άλλους αδελφούς, διότι βαρέως έφερε την περιφρόνησιν εκ μέρους αυτού.
40 καὶ οὗτος οὖν καθαρὸς τὸν βίον μετήλλαξε παντελῶς ἐπὶ τῷ Κυρίῳ πεποιθώς.
Ετσι δε αγνός και καθαρός εξεδήμησεν και ο νεώτερος αυτός αδελφός πλήρως αφωσιωμένος και πιστός στον Θεόν.
41 ἐσχάτη δὲ τῶν υἱῶν ἡ μήτηρ ἐτελεύτησε.
Τελευταία δε από τα παιδιά της εξεδημησε μαρτυρικώς και η μητέρα.
42 τὰ μὲν οὖν περὶ τοὺς σπλαγνισμούς καὶ τὰς ὑπερβαλλούσας αἰκίας ἐπὶ τοσοῦτον δεδηλώσθω.
Αυτά μεν λοιπόν που ελέχθησαν δια τον εξαναγκασμόν των πιστών προς συμμετοχήν εις ειδωλολατρικάς θυσίας και τας υπερβολικάς σκληρότητας του Αντιόχου εναντίον των Ιουδαίων, είναι αρκετά.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα