ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΤΗΣ ἁγίας τοίνυν πόλεως κατοικουμένης μετὰ πάσης εἰρήνης καὶ τῶν νόμων ἔτι κάλλιστα συντηρουμένων διὰ τὴν Ὀνίου τοῦ ἀρχιερέως εὐσέβειάν τε καὶ μισοπονηρίαν,
Κατά την εποχήν εκείνην, τότε που οι κάτοικοι της αγίας πόλεως απελάμβανον ειρήνην, οι δε νόμοι ετηροντο άριστα και κάλλιστα χάρις εις την ευσέβειαν του αρχιερέως Ονίου και την αποστροφήν του προς το κακόν,
2 συνέβαινε καὶ αὐτοὺς τοὺς βασιλεῖς τιμᾶν τὸν τόπον, καὶ τὸ ἱερὸν ἀποστολαῖς ταῖς κρατίσταις δοξάζειν,
συνέβαινεν ώστε και οι βασιλείς ακόμη να τιμούν τον άγιον τόπον και να μεγαλύνουν τον ιερόν ναόν με σπουδαιότατα δώρα,
3 ὥστε καὶ Σέλευκον τὸν τῆς Ἀσίας βασιλέα χορηγεῖν ἐκ τῶν ἰδίων προσόδων πάντα τὰ πρὸς τὰς λειτουργίας τῶν θυσιῶν ἐπιβάλλοντα δαπανήματα.
ώστε και αυτός ο Σέλευκος, ο βασιλεύς της Ασίας, να χορηγή από τα ιδικά του εισοδήματα όλας τας δαπάνας, αι οποίαι εχρειάζοντο δια τας θυσίας.
4 Σίμων δέ τις ἐκ τῆς Βενιαμὶν φυλῆς προστάτης τοῦ ἱεροῦ καθεσταμένος διηνέχθη τῷ ἀρχιερεῖ περὶ τῆς κατὰ τὴν πόλιν ἀγορανομίας·
Αλλά κάποιος Σιμων, που κατήγετο από την φυλήν Βενιαμίν, προϊστάμενος του ναού, ήλθεν εις φιλονεικίαν με τον αρχιερέα δια την επίβλεψιν της δημοσίας αγοράς εις την πόλιν.
5 καὶ νικῆσαι τὸν Ὀνίαν μὴ δυνάμενος, ἦλθε πρὸς Ἀπολλώνιον Θρασαίου τὸν κατ᾿ ἐκεῖνον τὸ καιρὸν Κοίλης Συρίας καὶ Φοινίκης στρατηγὸν
Επειδή όμως δεν ηδύνατο να υπερισχύση απέναντι του Ονίου, ήλθε προς τον Απολλώνιον, υιόν του Θρασαίου, ο οποίος κατ' εκείνον τον καιρόν ήτο στρατιωτικός διοικητής της Συρίας και της Φοινίκης.
6 καὶ προσήγγειλε περὶ τοῦ χρημάτων ἀμυθήτων γέμειν τὸ ἐν Ἱεροσολύμοις γαζοφυλάκιον, ὥστε τὸ πλῆθος τῶν διαφόρων ἐναρίθμητον εἶναι, καὶ μὴ προσήκειν αὐτὰ πρὸς τὸν τῶν θυσιῶν λόγον, εἶναι δὲ δυνατὸν ὑπὸ τὴν τοῦ βασιλέως ἐξουσίαν πεσεῖν ἅπαντα ταῦτα.
Ανέφερε, λοιπόν, εις αυτόν, ότι το θησαυροφυλάκιον του ναού εις την Ιερουσαλήμ ήτο γεμάτον από αναρίθμητα χρηματικά ποσά, των οποίων το πλήθος το αδύνατον να υπολογισθή, και ότι τα χρήματα αυτά δεν είναι όλα απαραίτητα δια τας προσφερομένας εκεί θυσίας. Αρα ότι είναι δυνατόν να περιέλθουν όλα αυτά εις την εξουσίαν του βασιλέως.
7 συμμείξας δὲ ὁ Ἀπολλώνιος τῷ βασιλεῖ περὶ τῶν μηνυθέντων αὐτῷ χρημάτων ἐνεφάνισεν· ὁ δὲ προχειρισάμενος Ἡλιόδωρον τὸν ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἀπέστειλε δοὺς ἐντολὰς τὴν τῶν προειρημένων χρημάτων ἐκκομιδὴν ποιήσασθαι.
Ο Απολλώνιος συναντήσας προς τούτο τον βασιλέα κατέστησεν εις αυτόν γνωστά τα περί των αναφερθέντων χρημάτων. Ο βασιλεύς εξέλεξε τον Ηλιόδωρον, ο οποίος είχεν αναλάβει τας υποθέσστου κράτους, και τον απέστειλε με την εντολήν, να πάρη τα προαναφερθέντα εκείνα χρήματα.
8 εὐθέως δὲ ὁ Ἡλιόδωρος ἐποιεῖτο τὴν πορείαν, τῇ μὲν ἐμφάσει ὡς τὰς κατὰ Κοίλην Συρίαν καὶ Φοινίκην πόλεις ἐφοδεύσων, τῷ πράγματι δὲ τὴν τοῦ βασιλέως πρόθεσιν ἐπιτελέσων.
Ο Ηλιόδωρος αμέσως ανέλαβε πορείαν προφάσει μέν, δια να επιθεωρήση τας πόλεις της Κοίλης Συρίας και της Φοινίκης, πράγματι δε δια να μεταβή εις την Ιερουσαλήμ και να εκτελέση τας εντολάς του βασιλέως.
9 παραγενηθεὶς δὲ εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ φιλοφρόνως ὑπὸ τοῦ ἀρχιερέως τῆς πόλεως ἀποδεχθείς, ἀνέθετο περὶ τοῦ γεγονότος ἐμφανισμοῦ, καὶ τίνος ἕνεκεν πάρεστι διεσάφησεν· ἐπυνθάνετο δέ, εἰ ταῖς ἀληθείας ταῦτα οὕτως ἔχοντα τυγχάνει.
Οταν έφθασεν εις την Ιερουσαλήμ, έγινε δεκτός με φιλοφροσύνην εκ μέρους του αρχιερέως και των κατοίκων της πόλεως. Επειτα διηγήθη στον αρχιερέα εκείνα, τα οποία του είχαν αποκαλύψει και τον σκοπόν, δια τον οποίον είχεν έλθει. Εζητούσε δε να μάθη, εάν όλα αυτά είναι πράγματι αληθινά.
10 τοῦ δὲ ἀρχιερέως ὑποδείξαντος παραθήκας εἶναι χηρῶν τε καὶ ὀρφανῶν,
Ο αρχιερεύς κατέστησε γνωστόν στον Ηλιόδωρον, ότι αι καταθέσεις αυταί είναι των χηρών και των ορφανών.
11 τινὰ δὲ καὶ Ὑρκανοῦ τοῦ Τωβίου σφόδρα ἀνδρὸς ἐν ὑπεροχῇ κειμένου ~οὐχ ὥσπερ ἦν διαβάλλων ὁ δυσεβὴς Σίμων~ τὰ δὲ πάντα ἀργυρίου τετρακόσια τάλαντα, χρυσίου δὲ διακόσια·
Μερικά από αυτά τα χρήματα ανήκουν στον Υρκανόν, υιόν του Τωβίου, ένδοξον και επίσημον άνδρα. Παντως τα χρήματα αυτά δεν ήσαν τόσα όσα ο συκοφάντης και ασεβής Σιμων είχε καταγγείλει, αλλά ανήρχοντο μόνον εις τετρακόσια τάλαντα αργυρίου και διακόσια τάλαντα χρυσίου.
12 ἀδικηθῆναι δὲ τοὺς πεπιστευκότας τῇ τοῦ τόπου ἁγιωσύνῃ καὶ τῇ τοῦ τετιμημένου κατὰ τὸν σύμπαντα κόσμον ἱεροῦ σεμνότητι καὶ ἀσυλίᾳ παντελῶς ἀμήχανον εἶναι.
Προσέθεσε δέ, ότι είναι απολύτως αδύνατον να αδικηθούν οι καταθέται, οι οποίοι ενεπιστεύθησαν τα χρήματά των στον ιερόν ναόν, τον οποίον ναόν σέβεται όλος ο κόσμος δια την ιερότητα αυτού και το απαραβίαστον.
13 ὁ δὲ Ἡλιόδωρος, δι᾿ ἃς εἶχε βασιλικὰς ἐντολάς, πάντως ἔλεγεν εἰς τὸ βασιλικὸν ἀναληπτέα ταῦτα εἶναι.
Ο Ηλιόδωρος όμως έλεγεν, ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάρη τα χρήματα αυτά δια το βασιλικόν ταμείον, διότι τοιαύτας διαταγάς είχε παρά του βασιλέως.
14 ταξάμενος δὲ ἡμέραν εἰσήει τὴν περὶ τούτων ἐπίσκεψιν οἰκονομήσων· ἦν δὲ οὐ μικρὰ καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν ἀγωνία.
Εις ορισθείσαν, λοιπόν, από αυτόν ημέραν μετέβη στον ναόν, δια να λάβη προσωπικήν γνώσιν περί των χρημάτων εκείνων. Καθ' όλην δε την πόλιν επικρατούσε μεγάλη αγωνία.
15 οἱ δὲ ἱερεῖς πρὸ τοῦ θυσιαστηρίου ἐν ταῖς ἱερατικαῖς στολαῖς ρίψαντες ἑαυτούς, ἐπεκαλοῦντο εἰς οὐρανὸν τὸν περὶ παραθήκης νομοθετήσαντα τοῖς παρακαταθεμένοις ταῦτα σῷα διαφυλάξαι.
Οι ιερείς έπεσαν ενώπιον του θυσιαστηρίου των ολοκαυτωμάτων είχαν φορέσει τας ιεράς στολάς των και επεκαλούντο Εκείνον, ο οποίος είχε νομοθετήσει σχετικώς με τας καταθέσεις αυτάς, ίνα τα χρήματα των καταθέτων παραμένουν άθικτα.
16 ἦν δὲ ὁρῶντα τὴν τοῦ ἀρχιερέως ἰδέαν τιτρώσκεσθαι τὴν διάνοιαν· ἡ γὰρ ὄψις καὶ τὸ τῆς χρόας παρηλλαγμένον ἐνέφαινε τὴν κατὰ ψυχὴν ἀγωνίαν.
Ητο δε δυνατόν, όταν έβλεπε κανείς το πρόσωπον του αρχιερέως, να αντιληφθή, ότι αυτός επληγώνετο βαθύτατα εις την καρδίαν από το γεγονός εκείνο. Διότι η μορφή του και το αλλοιωμένον χρώμα του προσώπου του εμαρτύρουν την ψυχικήν του αγωνίαν.
17 περιεκέχυτο γὰρ περὶ τὸν ἄνδρα δέος τι καὶ φρικασμὸς σώματος, δι᾿ ὧν πρόδηλον ἐγίνετο τοῖς θεωροῦσι τὸ κατὰ καρδίαν ἐνεστὸς ἄλγος.
Εφαίνετο, ως εάν είχε περιχυθή γύρω από τον άνδρα ένα δέος, μία φρικίασις του σώματος, δια των οποίων εγίνετο φανερόν εις τα βλέμματα εκείνων, που τον έβλεπαν, η βαθεία θλίψις που κατείχε την καρδίαν του.
18 οἱ δὲ ἐκ τῶν οἰκιῶν ἀγεληδὸν ἐξεπήδων ἐπὶ πάνδημον ἱκετείαν, διὰ τὸ μέλλειν εἰς καταφρόνησιν ἔρχεσθαι τὸν τόπον.
Οι κάτοικοι καθ' ομάδας εξεχύνοντο από τα σπίτια και παρεκάλουν όλοι μαζή τον Θεόν, να μη επιτρέψη και βεβηλωθή και καταφρονηθή ο ιερός τόπος.
19 ὑπεζωσμέναι δὲ ὑπὸ τοὺς μαστοὺς αἱ γυναῖκες σάκκους κατὰ τὰς ὁδοὺς ἐπλήθυον· αἱ δὲ κατάκλειστοι τῶν παρθένων, αἱ μὲν συνέτρεχον ἐπὶ τοὺς πυλῶνας, αἱ δὲ ἐπὶ τὰ τείχη, τινὲς δὲ διὰ τῶν θυρίδων διεξέκυπτον·
Αι γυναίκες είχαν ζωσθή και εφορούσαν υπό το στήθος σάκκους εις ένδειξιν πένθους και εγέμισαν τους δρόμους. Αι δε παρθένοι, αι οποίαι έως τότε έμεναν κλεισμέναι εις τα σπίτια, έτρεχαν άλλαι μεν εις τας θύρας των οικιών των, άλλαι δε ανέβαιναν στους τοίχους των αυλών και μερικαί άλλαι έσκυβαν από τα παράθυρα.
20 πᾶσαι δὲ προτείνουσαι τὰς χεῖρας εἰς τὸν οὐρανὸν ἐποιοῦντο τὴν λιτανείαν·
Ολαι δε με ανυψωμένας τας χείρας προς τον ουρανόν έκαμναν θερμήν δέησιν προς τον Θεόν.
21 ἐλεεῖν δ᾿ ἦν τὴν τοῦ πλήθους παμμιγῆ πρόπτωσιν τήν τε τοῦ μεγάλου διαγωνιῶντος ἀρχιερέως προσδοκίαν.
Ητο δε άξιον ελέους και οίκτου, να βλέπη κανείς το γονατισμένον αυτό και συγκεχυμένον πλήθος, καθώς και τον φόβον και την εναγώνιον προσμονήν του αρχιερέως.
22 οἱ μὲν οὖν ἐπεκαλοῦντο τὸν παντοκράτορα Θεὸν τὰ πεπιστευμένα τοῖς πεπιστευκόσι σῶα διαφυλάσσειν μετὰ πάσης ἀσφαλείας,
Αλλοι από αυτούς ικέτευον τον παντοδύναμον Θεόν, να διαφυλάξη άθικτα και εις κάθε ασφάλειαν όσα είχαν κατατεθή στον ναόν.
23 ὁ δὲ Ἡλιόδωρος τὸ διεγνωσμένον ἐπετέλει.
Ο δε Ηλιόδωρος έθεσεν εις εφαρμογήν το προαποφασισμένον σχέδιόν του.
24 αὐτόθι δὲ αὐτοῦ σὺν τοῖς δορυφόροις κατὰ τὸ γαζοφυλάκιον ἤδη παρόντος, ὁ τῶν πατέρων Κύριος καὶ πάσης ἐξουσίας δυνάστης ἐπιφάνειαν μεγάλην ἐποίησεν, ὥστε πάντας τοὺς κατοτολμήσαντας συνελθεῖν, καταπλαγέντας τὴν τοῦ Θεοῦ δύναμιν, εἰς ἔκλυσιν καὶ δειλίαν τραπῆναι.
Οταν δε ο Ηλιόδωρος μαζή με τους στρατιώτας δορυφόρους του ήλθε πλησίον του θησαυροφυλακίου, τότε ο Κυριος των πατέρων, ο παντοδύναμος Θεός έκαμε φοβεράν την εμφάνισίν του, ώστε όλοι εκείνοι, που είχαν την θρασύτητα να εισέλθουν με τον Ηλιόδωρον στο θησαυροφυλάκιον, εκτυπήθησαν από την δύναμιν του Θεού και περιέπεσαν εις παράλυσιν και δειλίαν.
25 ὤφθη γάρ τις ἵππος αὐτοῖς φοβερὸν ἔχων τὸν ἐπιβάτην καὶ καλλίστῃ σαγῇ διακεκοσμημένος, φερόμενος δὲ ρύδην ἐνέσεισε τῷ Ἡλιοδώρῳ τὰς ἐμπροσθίους ὁπλάς· ὁ δὲ ἐπικαθήμενος ἐφαίνετο χρυσῆν πανοπλίαν ἔχων.
Διότι παρουσιάσθη εμπρός εις τα μάτια των ένας ίππος, επάνω εις την ωραιοτάτην και πλουσίως κεκοσμημένην σαγήν του οποίου εκάθητο ένας φοβερός ιππευς. Ο ίππος αυτός ωρμούσε εναντίον του Ηλιοδώρου και τον συνεκλόνιζε με τους δύο εμπροσθίους πόδας του. Ο δε ιππεύς, που εκάθητο επάνω εις αυτόν, εφαίνετο να έχη χρυσήν πανοπλίαν.
26 ἕτεροι δὲ δύο προεφάνησαν αὐτῷ νεανίαι τῇ ρώμῃ μὲν ἐκπρεπεῖς, κάλλιστοι δὲ τῇ δόξῃ, διαπρεπεῖς δὲ τὴν περιβολήν, οἳ καὶ παραστάντες ἐξ ἑκατέρου μέρους ἐμαστίγουν αὐτὸν ἀδιαλείπτως, πολλὰς ἐπιρριπτοῦντες αὐτῷ πληγάς.
Συγχρόνως δε παρουσιάσθησαν εμπρός εις τον Ηλιόδωρον δύο νέοι με ακατανίκητον δύναμιν, ωραιότατοι κατά την εμφάνισιν, ενδεδυμένοι μεγαλοπρεπή απαστράπτουσαν στολήν, οι οποίοι εστάθησαν εκατέρωθεν από τον Ηλιόδωρον, τον εμαστίγωναν συνεχώς και του επροξένησαν πολλάς πληγάς.
27 ἄφνω δὲ πεσόντα πρὸς τὴν γῆν καὶ πολλῷ σκότει περιχυθέντα συναρπάσαντες καὶ εἰς φορεῖον ἐνθέντες
Ο Ηλιόδωρος έπεσεν έξαφνα κάτω εις την γην βυθισθείς εις πολύ σκοτάδι. Οι άνθρωποι του περιβάλλοντός του τον ήρπασαν και τον έθεσαν εις ένα φορείον.
28 τὸν ἄρτι μετὰ πολλῆς παραδρομῆς καὶ πάσης δορυφορίας εἰς τὸ προειρημένον εἰσελθόντα γαζοφυλάκιον ἔφερον ἀβοήθητον ἑαυτῷ καθεστῶτα, φανερῶς τὴν τοῦ Θεοῦ δυναστείαν ἐπεγνωκότες.
Και έτσι τον άνθρωπον αυτόν, ο οποίος προ ολίγου είχεν εισέλθει στο προειρημένον θησαυροφυλάκιον του ναού περιστοιχιζόμενος από συνοδούς και από άνδρας οπλισμένους, τον μετέφεραν τώρα εις τέτοιαν κατάστασιν, ώστε να του είναι αδύνατον να βοηθήση τον εαυτόν του. Ετσι δε αυτός και οι περί αυτόν εγνώρισαν κατά ένα τρόπον ολοφάνερον την δύναμιν του Θεού.
29 καὶ ὁ μὲν διὰ τὴν θείαν ἐνέργειαν ἄφωνος καὶ πάσης ἐστερημένος ἐλπίδος καὶ σωτηρίας ἔρριπτο,
Και ο μεν Ηλιόδωρος χάρις εις την θαυματουργικήν θείαν αυτήν ενέργειαν κατέκειτο άφωνος, χωρίς καμμίαν ελπίδα σωτηρίας.
30 οἱ δὲ τὸν Κύριον εὐλόγουν τὸν παραδοξάζοντα τὸν ἑαυτοῦ τόπον, καὶ τὸ μικρῷ πρότερον δέους καὶ ταραχῆς γέμον ἱερὸν τοῦ παντοκράτορος ἐπιφανέντος Κυρίου χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης ἐπεπλήρωτο.
Οι δε Ιουδαίοι υμνολογούσαν τον Κυριον, ο οποίος είχε δοξάσει τον ιερόν τόπον. Και ο ιερός ναός, ο οποίος προ ολίγου ήτο γεμάτος φόβον και ταραχήν, με την θαυματουργικήν εμφάνισιν του παντοδυνάμου Κυρίου εγέμισε χαράν και ευφροσύνην.
31 ταχὺ δέ τινες τῶν τοῦ Ἡλιοδώρου συνήθων ἠξίουν τὸν Ὀνίαν ἐπικαλέσασθαι τὸν Ὓψιστον καὶ τὸ ζῆν χαρίσασθαι τῷ παντελῶς ἐν ἐσχάτῃ πνοῇ κειμένῳ.
Αμέσως δε μερικοί από την συνοδείαν του Ηλιοδώρου παρεκάλεσαν θερμώς τον Ονίαν να προσευχηθή προς τον Υψιστον να χαρίση την ζωήν στον πνέοντα τα λοίσθια Ηλιόδωρον.
32 ὕποπτος δὲ γενόμενος ὁ ἀρχιερεύς, μήποτε διάληψιν ὁ βασιλεὺς σχῇ κακουργίαν τινὰ περὶ τὸν Ἡλιόδωρον ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων συντετελέσθαι, προσήγαγε θυσίαν ὑπὲρ τῆς τοῦ ἀνδρὸς σωτηρίας.
Ο αρχιερεύς, επειδή υπωπτεύθη, μήπως τυχόν ο βασιλεύς νομίση ότι έγινε κανένα έγκλημα εναντίον του Ηλιοδώρου υπό των Ιουδαίων, προσέφερε θυσίαν δια την σωτηρίαν του ανθρώπου εκείνου.
33 ποιουμένου δὲ τοῦ ἀρχιερέως τὸν ἱλασμόν, οἱ αὐτοὶ νεανίαι πάλιν ἐνεφάνησαν τῷ Ἡλιοδώρῳ ἐν ταῖς αὐταῖς ἐσθήσεσιν ἐστολισμένοι καὶ στάντες εἶπον· πολλὰς τῷ Ὀνίᾳ τῷ ἀρχιερεῖ χάριτας ἔχε, διὰ γὰρ αὐτόν σοι κεχάρισται τὸ ζῆν ὁ Κύριος·
Καθ' ον δε χρόνον ο αρχιερεύς προσέφερε την εξιλαστήριον θυσίαν, παρουσιάσθησαν στον Ηλιόδωρον οι ίδιοι νεανίαι στολισμένοι με τας ιδίας λαμπράς στολάς και όρθιοι κοντά του του είπαν· “να ευχαριστής τον αρχιερέα, διότι χάριν αυτού ο Θεός σου εχάρισε την ζωήν.
34 σὺ δὲ ὑπ᾿ αὐτοῦ μεμαστιγωμένος διάγγελλε πᾶσι τὸ μεγαλεῖον τοῦ Θεοῦ κράτος. ταῦτα δὲ εἰπόντες ἀφανεῖς ἐγένοντο.
Συ δέ, ο οποίος δια την ασέβειάν σου εμαστιγώθης από τον Θεόν, να διακηρύξης εις όλους την ακατανίκητον δύναμιν του Θεού”. Αυτά δε αφού είπαν οι νεανίαι εξηφανίσθησαν.
35 ὁ δὲ Ἡλιόδωρος θυσίαν ἀνενέγκας τῷ Κυρίῳ καὶ εὐχὰς μεγίστας εὐξάμενος τῷ τὸ ζῆν περιποιήσαντι καὶ τὸν Ὀνίαν ἀποδεξάμενος, ἀνεστρατοπέδευσε πρὸς τὸν βασιλέα.
Ο Ηλιόδωρος προσέφερε τότε θυσίαν προς τον Θεόν, έκαμε μεγάλα τάματα στον Θεόν, ο οποίος του εχάρισε την ζωήν, εχαιρέτησε φιλικώτατα τον Ονίαν και επανήλθε με τους στρατιώτας του προς τον βασιλέα.
36 ἐξεμαρτύρει δὲ πᾶσιν ἅπερ ἦν ὑπ᾿ ὄψιν τεθεαμένος ἔργα τοῦ μεγίστου Θεοῦ.
Διεκήρηττε δε και διεβεβαίωνε εις όλους τα έργα του μεγίστου Θεού, τα οποία ε*χεν ίδει με τα ίδια του τα μάτια.
37 τοῦ δὲ βασιλέως ἐπερωτήσαντος τὸν Ἡλιόδωρον ποῖός τις εἴη ἐπιτήδειος ἔτι ἅπαξ διαπεμφθῆναι εἰς Ἱεροσόλυμα, ἔφησεν·
Οταν δε βασιλεύς ηρώτησε τον Ηλιόδωρον ποιός τάχα είναι ικανός, δια να τον στείλη ακόμη μίαν φοράν εις την Ιερουσαλήμ, ο Ηλιόδωρος απήντησεν·
38 εἴ τινα ἔχεις πολέμιον ἢ πραγμάτων ἐπίβουλον, πέμψον αὐτὸν ἐκεῖ, καὶ μεμαστιγωμένον αὐτὸν προσδέξῃ, ἐάν περ καὶ διασωθείη, διὰ τὸ περὶ τὸν τόπον ἀληθῶς εἶναί τινα Θεοῦ δύναμιν·
“εάν έχεις κανένα εχθρόν η κανένα επίβουλον άνθρωπον, στείλε τον εκεί και θα τον δεχθής μαστιγωμένον, εάν βέβαια κατωρθώση και διασωθή. Διότι γύρω από τον ιερόν εκείνον τόπον υπάρχει η δύναμις του Θεού.
39 αὐτὸς γὰρ ὁ τὴν κατοικίαν ἐπουράνιον ἔχων, ἐπόπτης ἐστὶ καὶ βοηθὸς ἐκείνου τοῦ τόπου καὶ τοὺς παραγινομένους ἐπὶ κακώσει τύπτων ἀπόλλυσι.
Διότι ο Θεός, ο οποίος ως οίκον του έχει τον ουρανόν, επιβλέπει και προστατεύει τον τόπον εκείνον. Εκείνους δε που θα πλησιάσουν τον τόπον με ασεβείς και κακάς διαθέσεις, τους κτυπά και τους θανατώνει”.
40 καὶ τὰ μὲν κατὰ Ἡλιόδωρον καὶ τὴν τοῦ γαζοφυλακίου τήρησιν οὕτως ἐχώρησεν.
Ετσι εξελίχθησαν τα γεγονότα, τα αφορώντα τον Ηλιόδωρον και την διατήρησιν του γαζοφυλακίου του ναού.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα