ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἤκουσεν Ἰούδας τὸ ὄνομα τῶν Ρωμαίων, ὅτι εἰσὶ δυνατοὶ ἰσχύϊ καὶ αὐτοὶ εὐδοκοῦσιν ἐν πᾶσι τοῖς προστιθεμένοις αὐτοῖς, καὶ ὅσοι ἂν προσέλθωσιν αὐτοῖς, ἱστῶσιν αὐτοῖς φιλίαν,
Ηκουσεν ο Ιούδας την φήμην των Ρωμαίων, ότι δηλαδή είναι μεν πολύ ισχυροί κατά τον πόλεμον, αλλά φέρονται με ευμένειαν προς όλους εκείνους, οι οποίοι τίθενται με τα μέρος των, και συνάπτουν φιλίαν με όσους οικειοθελώς ήθελαν προσέλθει προς αυτούς.
2 καὶ ὅτι εἰσὶ δυνατοὶ ἰσχύϊ. καὶ διηγήσαντο αὐτῷ τοὺς πολέμους αὐτῶν καὶ τὰς ἀνδραγαθίας, ἃς ποιοῦσιν ἐν τοῖς Γαλάταις, καὶ ὅτι κατεκράτησαν αὐτῶν καὶ ἤγαγον αὐτοὺς ὑπὸ φόρον,
Οτι δε αυτοί ήσαν ισχυροί, το επληροφορήθη ο Ιούδας, από όσα διηγήθησαν εις αυτόν δια τους πολέμους των και τα ανδραγαθήματά των, που έκαμαν εναντίον των Γαλατών, τους οποίους υπέταξαν και τους κατέστησαν φόρου υποτελείς των.
3 καὶ ὅσα ἐποίησαν ἐν χώρᾳ Ἱσπανίας τοῦ κατακρατῆσαι τῶν μετάλλων τοῦ ἀργυρίου καὶ τοῦ χρυσίου τοῦ ἐκεῖ·
Του διηγήθησαν επίσης, όσα είχαν κατορθώσει οι Ρωμαίοι εις την Ισπανίαν, δια να γίνουν κύριοι των μεταλλείων του χρυσού και του αργύρου, που ευρίσκοντο εκεί·
4 καὶ κατεκράτησαν τοῦ τόπου παντὸς τῇ βουλῇ αὐτῶν καὶ τῇ μακροθυμίᾳ, καὶ ὁ τόπος ἦν μακρὰν ἀπέχων ἀπ᾿ αὐτῶν σφόδρα, καὶ τῶν βασιλέων τῶν ἐπελθόντων ἐπ᾿ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἄκρου τῆς γῆς ἕως συνέτριψαν αὐτοὺς καὶ ἐπάταξαν ἐν αὐτοῖς πληγὴν μεγάλην, καὶ οἱ ἐπίλοιποι διδόασιν αὐτοῖς φόρον κατ᾿ ἐνιαυτόν·
ότι έγιναν κύριοι όλης της Ισπανίας χάρις εις την ευφυΐαν των και την μακροθυμίαν των, μολονότι η χώρα αυτή απείχε πάρα πολύ από την ιδικήν των χώραν. Ακόμη δε και ότι βασιλείς, οι οποίοι είχαν επέλθει εναντίον των Ρωμαίων από τα άκρα της γης, συνετρίβησαν από τους Ρωμαίους, οι οποίοι επροξένησαν μεγάλην φθοράν εις αυτούς. Οι άλλοι ηναγκάσθησαν να πληρώνουν εις αυτούς φόρον υποτελείας κάθε έτος.
5 καὶ τὸν Φίλιππον καὶ τὸν Περσέα Κιτιέων βασιλέα καὶ τοὺς ἐπῃρμένους ἐπ᾿ αὐτοὺς συνέτριψαν αὐτοὺς ἐν πολέμῳ καὶ κατεκράτησαν αὐτῶν·
Και αυτόν ακόμη τον Φιλιππον και τον Περσέα, βασιλέα των Κιτιέων, όπως επίσης και όλους εκείνους που είχαν πάρει όπλα εναντίον των, οι Ρωμαίοι κατόπιν πολέμων τους συνέτριψαν και εγιναν κύριοι αυτών.
6 καὶ Ἀντίοχον τὸν μέγαν βασιλέα τῆς Ἀσίας τὸν πορευθέντα ἐπ᾿ αὐτοὺς εἰς πόλεμον ἔχοντα ἑκατὸν εἴκοσιν ἐλέφαντας καὶ ἵππον καὶ ἅρματα καὶ δύναμιν πολλὴν σφόδρα, καὶ συνετρίβη ὑπ᾿ αὐτῶν,
Τον Αντίοχον, τον μέγαν βασιλέα της Ασίας, ο οποίος εβάδισεν εναντίον των με εκατόν είκοσι ελέφαντας, με ιππικόν, με πολεμικά άρματα και με μεγάλην δύναμιν, τον συνέτριψαν.
7 καὶ ἔλαβον αὐτὸν ζῶντα καὶ ἔστησαν αὐτοῖς διδόναι αὐτόν τε καὶ τοὺς βασιλεύοντας μετ᾿ αὐτὸν φόρον μέγαν καὶ διδόναι ὅμηρα καὶ διαστολὴν
Τον συνέλαβαν δε ζώντα και υπεχρέωσαν αυτόν τον ίδιον και τους διαδόχους του να πληρώνουν μεγάλον φόρον εις αυτούς. Αυτός επίσης υπεχρεώθη να τους παραδώση και ομήρους, να παραχωρήση δε ένα μεγάλο τμήμα του βασιλείου του,
8 καὶ χώραν τὴν Ἰνδικὴν καὶ Μηδίαν καὶ Λυδίαν καὶ ἀπὸ τῶν καλλίστων χωρῶν αὐτῶν, καὶ λαβόντες αὐτὰς παρ᾿ αὐτοῦ ἔδωκαν αὐτὰς Εὐμένει τῷ βασιλεῖ·
δηλαδή την Ινδικήν, την Μηδίαν, την Λυδίαν, περιοχάς από τας πλέον εκλεκτάς του βασιλείου του. Οι Ρωμαίοι επήραν τας χώρας αυτάς από αυτόν και τας παρεχώρησαν στον βασιλέα Ευμένην.
9 καὶ ὅτι οἱ ἐκ τῆς Ἑλλάδος ἐβουλεύσαντο ἐλθεῖν καὶ ἐξᾶραι αὐτούς,
Είπαν ακόμη στον Ιούδαν, ότι και οι κάτοικοι της Ελλάδος είχαν πάρει την απόφασιν να εκστρατεύσουν και να εξολοθρεύσουν τους Ρωμαίους.
10 καὶ ἐγνώσθη ὁ λόγος αὐτοῖς, καὶ ἀπέστειλαν ἐπ᾿ αὐτοὺς στρατηγὸν ἕνα καὶ ἐπολέμησαν πρὸς αὐτούς, καὶ ἔπεσον ἐξ αὐτῶν τραυματίαι πολλοί, καὶ ᾐχμαλώτευσαν τὰς γυναῖκας αὐτῶν καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν καὶ ἐπρονόμευσαν αὐτοὺς καὶ κατεκράτησαν τῆς γῆς αὐτῶν καὶ καθεῖλον τὰ ὀχυρώματα αὐτῶν καὶ κατεδουλώσαντο αὐτοὺς ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης·
Αυτό όμως το σχέδιόν των έγινεν γνωστόν στους Ρωμαίους, οι οποίοι απέστειλαν εναντίον των ένα στρατηγόν με την ανάλογον στρατιωτικήν δύναμιν. Οι Ρωμαίοι επολέμησαν εναντίον των Ελλήνων, εφόνευσαν πολλούς από αυτούς, επήραν αιχμαλώτους τας γυναίκας των και τα παιδιά των, ελεηλάτησαν τας περιουσίας των και έγιναν κύριοι της χώρας των. Κατέστρεψαν τας οχυράς αυτών θέσεις και κατέστησαν αυτούς δούλους μέχρις αυτής της ημέρας.
11 καὶ τὰς ἐπιλοίπους βασιλείας καὶ τὰς νήσους, ὅσοι ποτὲ ἀντέστησαν αὐτοῖς, κατέφθειραν καὶ ἐδούλωσαν αὐτούς,
Ολα τα άλλα βασίλεια και τας νήσους και γενικώς όσους έφεραν αντίστασιν εναντίον των, τους κατέστρεψαν και τους κατέστησαν δούλους.
12 μετὰ δὲ τῶν φίλων αὐτῶν καὶ τῶν ἐπαναπαυομένων αὐτοῖς συνετήρησαν φιλίαν· καὶ κατεκράτησαν τῶν βασιλειῶν τῶν ἐγγὺς καὶ τῶν μακράν, καὶ ὅσοι ἤκουον τὸ ὄνομα αὐτῶν, ἐφοβοῦντο ἀπ᾿ αὐτῶν.
Με τους φίλους των όμως, όπως και με εκείνους οι οποίοι επανεπαύοντο εις αυτούς, ήσαν και έμεναν φίλοι. Γενικώς οι Ρωμαίοι έγιναν κύριοι των πλησίον και των μακράν από αυτούς βασιλείων, ώστε όλοι εκείνοι, οι οποίοι ήκουαν το όνομά των, τους εφοβούντο.
13 ὅσοις δ᾿ ἂν βούλωνται βοηθεῖν καὶ βασιλεύειν, βασιλεύουσιν· οὓς δ᾿ ἂν βούλωνται, μεθιστῶσι· καὶ ὑψώθησαν σφόδρα.
Οσους δε οι Ρωμαίοι ήθελαν να βοηθήσουν και να τους υποστηρίξουν εις την βασιλείαν των, τους άφηναν ανενοχλήτους στον θρόνον των. Οσους όμως ήθελαν να τους απομακρύνουν από την βασιλείαν των, τους απεμάκρυναν. Κατ' αυτόν τον τρόπον οι Ρωμαίοι έγιναν πολύ ένδοξοι.
14 καὶ ἐν πᾶσι τούτοις οὐκ ἐπέθετο οὐδεὶς αὐτῶν διάδημα καὶ οὐ περιεβάλοντο πορφύραν ὥστε ἁδρυνθῆναι ἐν αὐτῇ·
Παρ' όλα όμως αυτά, κανείς από τους Ρωμαίους δεν έθεσε βασιλικόν διάδημα εις την κεφαλήν του, ούτε και ενεδύθη βασιλικήν πορφύραν, ώστε να φανή ισχυρός εν τη εξουσία του.
15 καὶ βουλευτήριον ἐποίησαν ἑαυτοῖς, καὶ καθ᾿ ἡμέραν ἐβουλεύοντο τριακόσιοι καὶ εἴκοσι βουλευόμενοι διαπαντὸς περὶ τοῦ πλήθους τοῦ εὐκοσμεῖν αὐτούς·
Εχουν δε σχηματίσει δια την εξυπηρέτησιν του έθνους των και βουλήν, την σύγκλητον. Καθημερινώς δε συσκέπτονται τριακόσια είκοσι μέλη, που ασχολούνται επιμελώς δια τα συμφέροντα του λαού και δια να κρατούν αυτόν εις καλήν κατάστασιν.
16 καὶ πιστεύουσιν ἑνὶ ἀνθρώπῳ τὴν ἀρχὴν αὐτῶν κατ᾿ ἐνιαυτὸν καὶ κυριεύειν πάσης τῆς γῆς αὐτῶν, καὶ πάντες ἀκούουσι τοῦ ἑνός, καὶ οὐκ ἔστι φθόνος οὐδὲ ζῆλος ἐν αὐτοῖς.
Καθε έτος παραδίδουν με εμπιστοσύνην την διοίκησίν των εις ένα άνδρα, ο οποίος και κυβερνά όλην την χώραν των. Ολοι υπακούουν εις αυτόν τον ένα άνδρα και δεν υπάρχει μεταξύ των φθόνος και ζηλοτυπία.
17 καὶ ἐπέλεξεν Ἰούδας τὸν Εὐπόλεμον υἱὸν Ἰωάννου τοῦ Ἀκκὼς καὶ Ἰάσονα υἱὸν Ἐλεαζάρου καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς Ρώμην στῆσαι αὐτοῖς φιλίαν καὶ συμμαχίαν
Κατόπιν αυτών των πληροφοριών, ο Ιούδας εξέλεξε τον Ευπόλεμον υιόν Ιωάννου του Ακκώς, και τον Ιάσονα υιόν του Ελεαζάρου, και τους έστειλεν εις την Ρωμην, να συνάψουν με τους Ρωμαίους φιλίαν και συμμαχίαν,
18 καὶ τοῦ ἆραι τὸν ζυγὸν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι εἶδον τὴν βασιλείαν τῶν Ἑλλήνων καταδουλουμένους τὸν Ἰσραὴλ δουλείᾳ.
και να τους απαλλάξουν από τον ζυγόν, διότι έβλεπον ότι το βασίλειον των Ελλήνων είχε σκοπόν και επιδίωξιν να καταδουλώση τους Ισραηλίτας.
19 καὶ ἐπορεύθησαν εἰς Ρώμην, καὶ ἡ ὁδὸς πολλὴ σφόδρα, καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸ βουλευτήριον καὶ ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον·
Αυτοί, λοιπόν, κατόπιν πάρα πολύ μακρυνού ταξιδίου επήγαν εις την Ρωμην, εισήλθον στο βουλευτήριον και επήραν τον λόγον και είπαν·
20 Ἰούδας ὁ Μακκαβαῖος καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ καὶ τὸ πλῆθος τῶν Ἰουδαίων ἀπέστειλαν ἡμᾶς πρὸς ὑμᾶς στῆσαι μεθ᾿ ὑμῶν συμμαχίαν καὶ εἰρήνην καὶ γραφῆναι ἡμᾶς συμμάχους καὶ φίλους ὑμῶν.
“ο Ιούδας ο Μακκαβαίος, οι αδελφοί αυτού και ο λαός των Ιουδαίων μας απέστειλαν προς σας, να συνάψωμεν συμμαχίαν και ειρήνην και να εγγραφώμεν και ημείς μεταξύ των συμμάχων και των φίλων σαςό
21 καὶ ἤρεσεν ὁ λόγος ἐνώπιον αὐτῶν.
Ο λόγος αυτός ήρεσεν στους Ρωμαίους και η αίτησις των Ιουδαίων έγινε δεκτή.
22 καὶ τοῦτο τὸ ἀντίγραφον τῆς ἐπιστολῆς, ἧς ἀντέγραψεν ἐπὶ δέλτοις χαλκαῖς καὶ ἀπέστειλεν εἰς Ἱερουσαλὴμ εἶναι παρ᾿ αὐτοῖς ἐκεῖ μνημόσυνον εἰρήνης καὶ συμμαχίας.
Αυτό δε είναι και το αντίγραφαν της συμφωνίας, την οποίαν εχάραξαν επάνω εις χαλκίνας πινακίδας και απέστειλαν εις την Ιερουσαλήμ, ώστε να μένη εκεί εις αυτούς εις υπόμνησιν της φιλίας και της συμμαχίας.
23 <Καλῶς γένοιτο Ρωμαίοις καὶ τῷ ἔθνει Ἰουδαίων ἐν τῇ θαλάσσῃ καὶ ἐπὶ τῆς ξηρᾶς εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ ρομφαία καὶ ἐχθρὸς μακρυνθείη ἀπ᾿ αὐτῶν.
“Ευτυχία και ειρήνη είθε να υπάρχη στους Ρωμαίους και το Ιουδαϊκόν έθνος, κατά θάλασσαν και κατά ξηράν πάντοτε. Μακράν ας είναι από αυτούς η ρομφαία και ο εχθρός.
24 ἐὰν δὲ ἐνστῇ πόλεμος ἐν Ρώμῃ προτέρᾳ ἢ πᾶσι τοῖς συμμάχοις αὐτῶν ἐν πάσῃ κυρείᾳ αὐτῶν,
Εις περίπτωσιν όμως που θα ενσκήψη πόλεμος εναντίον των Ρωμαίων κατά πρώτον η εις ένα εκ των συμμάχων των καθ' όλην την έκτασιν της κυριαρχίας του,
25 συμμαχήσει τὸ ἔθνος τῶν Ἰουδαίων, ὡς ἂν ὁ καιρὸς ὑπογραφῇ αὐτοῖς καρδίᾳ πλήρει.
το έθνος των Ιουδαίων θα συμμαχήση και θα δώση βοήθειαν εις αυτούς, καθώς αι περιστάσεις θα υπαγορεύσουν, με όλην των την καρδίαν.
26 καὶ τοῖς πολεμοῦσιν οὐ δώσουσιν οὐδὲ ἐπαρκέσουσι σῖτον, ὅπλα, ἀργύριον, πλοῖα, ὡς ἔδοξε Ρωμαίοις· καὶ φυλάξονται τὰ φυλάγματα αὐτῶν οὐθὲν λαβόντες.
Δεν θα δώσουν βοήθειαν ούτε και θα προμηθεύσουν στους πολεμούντας τους Ρωμαίους σίτον, ούτε όπλα, ούτε χρήματα, ούτε πλοία. Αυτή είναι η θέλησις των Ρωμαίων. Οι Ιουδαίοι είναι υποχρεωμένοι να τηρήσουν όλα αυτά, χωρίς να λάβουν κανένα αντάλλαγμα.
27 κατὰ τὰ αὐτὰ δὲ ἐὰν ἔθνει Ἰουδαίων συμβῇ προτέροις πόλεμος, συμμαχήσουσιν οἱ Ρωμαῖοι ἐκ ψυχῆς, ὡς ἂν αὐτοῖς ὁ καιρὸς ὑπογράφῃ·
Κατά παρόμοιον τρόπον εάν συμβή πόλεμος εναντίον των Ιουδαίων, οι Ρωμαίοι θα συμμαχήσουν με όλην των την ψυχήν με αυτούς, όπως θα υπαγορεύουν εις αυτούς αι περιστάσεις.
28 καὶ τοῖς συμμαχοῦσιν οὐ δοθήσεται σῖτος, ὅπλα, ἀργύριον, πλοῖα, ὡς ἔδοξε Ρώμῃ· καὶ φυλάξονται τὰ φυλάγματα αὐτῶν καὶ οὐ μετὰ δόλου. ~
Οι Ρωμαίοι είναι υποχρεωμένοι να μη δώσουν εις τα εχθρικά σύμμαχα κατά των Εβραίων έθνη ούτε σίτον, ούτε όπλα ούτε χρήματα, ούτε πλοία. Αυτά απεφάσισεν η Ρωμη. Οι Ρωμαίοι υπόσχονται ότι θα τηρήσουν τας υποχρεώσεις των ακριβώς και ειλικρινώς”.
29 κατὰ τοὺς λόγους τούτους ἔστησαν Ρωμαῖοι τῷ δήμῳ τῶν Ἰουδαίων.
Αυτούς τους όρους έθεσαν οι Ρωμαίοι στον λαόν των Ιουδαίων δια την συνθήκην.
30 ἐὰν δὲ μετὰ τοὺς λόγους τούτους βουλεύσωνται οὗτοι καὶ οὗτοι προσθεῖναι ἢ ἀφελεῖν, ποιήσονται ἐξ αἱρέσεως αὐτῶν, καὶ ὃ ἐὰν προσθῶσιν ἢ ἀφέλωσιν, ἔσται κύρια.
Εάν δε έπειτα από την υπογραφείσαν με τους όρους αυτούς συνθήκην θελήσουν είτε οι Ρωμαίοι είτε οι Ιουδαίοι να προσθέσουν η να αφαιρέσουν κάτι, θα το κάμουν κατόπιν κοινής συμφωνίας και αυτό που θα προσθέσουν η θα αφαιρέσουν, θα έχη κύρος και θα είναι υποχρεωτικόν δι' αμφοτέρους.
31 καὶ περὶ τῶν κακῶν, ὧν ὁ βασιλεὺς Δημήτριος συντελεῖται εἰς αὐτούς, ἐγράψαμεν αὐτῷ λέγοντες· διατί ἐβάρυνας τὸν ζυγόν σου ἐπὶ τοὺς φίλους ἡμῶν τοὺς συμμάχους Ἰουδαίους;
Ως προς δε τα δεινά, τα οποία ο βασιλεύς Δημήτριος διαπράττει εις βάρος των Ιουδαίων, εγράψαμεν προς αυτόν τα εξής· “Διατί κατέστησας βαρύν τον ζυγόν σου επάνω στους φίλους μας, τους συμμάχους μας τους Ιουδαίους;
32 ἐὰν οὖν ἔτι ἐντύχωσι κατὰ σοῦ, ποιήσομεν αὐτοῖς τὴν κρίσιν καὶ πολεμήσομέν σε διὰ τῆς θαλάσσης καὶ διὰ τῆς ξηρᾶς>.
Εάν αυτοί σε κατηγορήσουν και πάλιν προς ημάς, ημείς θα πράξωμεν σύμφωνα με το δίκαιόν των και θα σε πολεμήσωμεν κατά θάλασσαν και κατά ξηράν”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα