ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΑΝ δὲ ψυχὴ ἁμάρτῃ, καὶ ἀκούσῃ φωνὴν ὁρκισμοῦ, καὶ οὗτος μάρτυς, ἢ ἑώρακεν, ἢ σύνοιδεν, ἐὰν μὴ ἀπαγγείλῃ, λήψεται τὴν ἁμαρτίαν.
Εάν κανείς αμαρτήση δι' απόκρυψιν αληθείας, όταν καλούμενος ως αυτόπτης η ως πληροφορημένος εξ ακοής μάρτυς να καταθέση ενόρκως, αυτός δε αρνηθή να καταθέση ο,τι γνωρίζει, θα του καταλογισθή αμαρτία και ενοχή.
2 ἡ ψυχὴ ἐκείνη, ἥτις ἐὰν ἅψηται παντὸς πράγματος ἀκαθάρτου, ἢ θνησιμαίου, ἢ θηριαλώτου ἀκαθάρτου, ἢ τῶν θνησιμαίων βδελυγμάτων τῶν ἀκαθάρτων, ἢ τῶν θνησιμαίων κτηνῶν τῶν ἀκαθάρτων,
Εάν κανείς εγγίση οιονδήποτε ακάθαρτον πράγμα, δηλαδή θνησιμαίον ζώον η ζώον κατασπαραχθέν υπό θηρίου, είτε τούτο είναι από τα βδελυκτά ακάθαρτα ζώα άλλων λαών είτε από τα συνήθη κατοικίδια ζώα των Εβραίων,
3 ἢ ἅψηται ἀπὸ ἀκαθαρσίας ἀνθρώπου, ἀπὸ πάσης ἀκαθαρσίας αὐτοῦ, ἧς ἂν ἁψάμενος μιανθῇ, καί ἔλαθεν αὐτόν, μετὰ τοῦτο δὲ γνῷ, καὶ πλημμελήσῃ·
η εγγίση ακαθαρσίαν ανθρώπου, κάθε είδος ακαθαρσίας αυτού, δια της οποίας ο εγγίσας μολύνεται, και έπραξε τούτο εξ αγνοίας, κατόπιν δε κατενόησε και συνησθάνθη τον μολυσμόν, είναι ένοχος ενώπιον του θείου Νομου και πρέπει να καθαρισθή.
4 ἡ ψυχή, ἣ ἂν ὀμόσῃ διαστέλλουσα τοῖς χείλεσι κακοποιῆσαι ἢ καλῶς ποιῆσαι κατὰ πάντα, ὅσα ἐὰν διαστείλῃ ὁ ἄνθρωπος μεθ᾿ ὅρκου, καὶ λάθῃ αὐτὸν πρὸ ὀφθαλμῶν, καὶ οὗτος γνῷ, καὶ ἁμάρτῃ ἕν τι τούτων,
Εάν κανείς υποσχεθή να κάμη τούτο η εκείνο και βεβαιώση την υπόσχεσίν του με προφορικόν όρκον οιονδήποτε και αν είναι αυτό που ενόρκως υπεσχέθη να κάμη, του διαφύγη όμως από τον νουν και το ενθυμηθή κατόπιν, είναι ένοχος δι' αυτό που ωρκίσθη να κάμη και δεν το έκαμε.
5 καὶ ἐξαγορεύσει τὴν ἁμαρτίαν, περὶ ὧν ἡμάρτηκε κατ᾿ αὐτῆς,
Αυτός πρέπει να ομολογήση την αμαρτίαν αυτήν, την οποίαν έκαμε λησμονήσας τον όρκον του.
6 καὶ οἴσει περὶ ὧν ἐπλημμέλησε Κυρίῳ, περὶ τῆς ἁμαρτίας ἧς ἥμαρτε, θῆλυ ἀπὸ τῶν προβάτων, ἀμνάδα ἢ χίμαιραν ἐξ αἰγῶν, περὶ ἁμαρτίας· καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ, ἧς ἥμαρτε, καὶ ἀφεθήσεται αὐτῷ ἡ ἁμαρτία.
Θα φέρη εις την Σκηνήν του Μαρτυρίου δια την διαπραχθείσαν αμαρτίαν του αμνάδα η αίγα δια την συγχώρησιν της αμαρτίας. Ο ιερεύς θα προσφέρη την περί αμαρτίας εξιλαστήριον αυτήν θυσίαν, και θα του συγχωρηθή αυτή η αμαρτία του.
7 Ἐὰν δὲ μὴ ἰσχύῃ ἡ χεὶρ αὐτοῦ τὸ ἱκανὸν εἰς τὸ πρόβατον, οἴσει περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ, ἧς ἥμαρτε, δύο τρυγόνας, ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν Κυρίῳ, ἕνα περὶ ἁμαρτίας καὶ ἕνα εἰς ὁλοκαύτωμα.
Εάν όμως ο παραβάτης δεν έχη την δυνατότητα και την οικονομικήν ευχέρειαν να δώση πρόβατον, θα προσφέρη δια την αμαρτίαν, την οποίαν διέπραξε, δύο τρυγόνας η δύο νεοσσούς περιστερών. Το ένα ως θυσίαν δια την αμαρτίαν και το άλλο ως ολοκαύτωμα προς τον Κυριον.
8 καὶ οἴσει αὐτὰ πρὸς τὸν ἱερέα, καὶ προσάξει ὁ ἱερεὺς τὸ περὶ τῆς ἁμαρτίας πρότερον· καὶ ἀποκνίσει ὁ ἱερεὺς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ σφονδύλου, καὶ οὐ διελεῖ·
Θα φέρη αυτάς προς τον ιερέα ο οποίος θα προσφέρη θυσίαν πρώτον το περί αμαρτίας. Θα αποκόψη με τα νύχια του την κεφαλήν του πτηνού από τον σπόνδυλον, χωρίς να την αποχωρίση από τον κορμόν.
9 καὶ ρανεῖ ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ περὶ τῆς ἁμαρτίας ἐπὶ τὸν τοῖχον τοῦ θυσιαστηρίου, τὸ δὲ κατάλοιπον τοῦ αἵματος καταστραγγιεῖ ἐπὶ τὴν βάσιν τοῦ θυσιαστηρίου· ἁμαρτία γάρ ἐστι.
Θα ραντίση από το αίμα του προσφερομένου πτηνού περί αμαρτίας εις την πλευράν του θυσιαστηρίου, το δε υπόλοιπον αίμα θα το στραγγίση εις την βάσιν του θυσιαστηρίου. Τούτο δέ, διότι η θυσία αυτή προσφέρεται δι' άφεσιν αμαρτίας.
10 καὶ τὸ δεύτερον ποιήσει ὁλοκάρπωμα, ὡς καθήκει. καὶ ἐξιλάσεται ὁ ἱερεὺς περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ, ἧς ἥμαρτε, καὶ ἀφεθήσεται αὐτῷ.
Το δεύτερον πτηνόν θα το προσφέρη ολοκαύτωμα, όπως είναι καθωρισμένον και πρέπον. Και με τον τρόπον αυτόν θα εξιλεώση ο ιερεύς τον Θεόν δια την αμαρτίαν, την οποίαν ο προσφέρων και θα του συγχωρηθή αυτή.
11 ἐὰν δὲ μὴ εὑρίσκῃ ἡ χεὶρ αὐτοῦ ζεῦγος τρυγόνων, ἢ δύο νεοσσοὺς περιστερῶν, καὶ οἴσει τὸ δῶρον αὐτοῦ, περὶ οὗ ἥμαρτε, τὸ δέκατον τοῦ οἰφὶ σεμιδάλεως περὶ ἁμαρτίας· οὐκ ἐπιχεεῖ ἐπ᾿ αὐτὸ ἔλαιον, οὐδὲ ἐπιθήσει ἐπ᾿ αὐτῷ λίβανον, ὅτι περὶ ἁμαρτίας ἐστί·
Εάν όμως δεν έχη την οικονομικήν δυνατότητα να αγοράση και προσφέρη ζεύγος τρυγόνων η δύο νεοσσούς περιστεριών, θα προσφέρη ως θυσίαν δια την αμαρτίαν, που διέπραξε το εν δέκατον του οιφί σημιγδάλι (δύο περίπου χιλιόγραμμα). Δεν θα χύση επάνω εις αυτό έλαιον ούτε θα θέση λιβάνι, διότι πρόκειται περί θυσίας εις εξιλέωσιν αμαρτίας.
12 καὶ οἴσει αὐτὸ πρὸς τὸν ἱερέα. καὶ δραξάμενος ὁ ἱερεὺς ἀπ᾿ αὐτῆς πλήρη τὴν δράκα, τὸ μνημόσυνον αὐτῆς ἐπιθήσει ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων Κυρίῳ· ἁμαρτία ἐστί.
Θα φέρη αυτό στον ιερέα. Ο δε ιερεύς, εις ανάμνησιν υπέρ του προσφέροντας θα πάρη από αυτό μίαν γεμάτην χούφταν και θα το βάλη επάνω στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων δια τον Κυριον. Τούτο, επειδή η θυσία αυτή είναι περί αμαρτίας.
13 καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ, ἧς ἥμαρτεν, ἀφ᾿ ἑνὸς τούτων, καὶ ἀφεθήσεται αὐτῷ. τὸ δὲ καταλειφθὲν ἔσται τῷ ἱερεῖ, ὡς ἡ θυσία τῆς σεμιδάλεως.
Ετσι δε ο ιερεύς θα εξιλεώση αυτόν δια την αμαρτίαν, την οποίαν διέπραξε και η οποία θα του συγχωρηθή. Το υπόλοιπον από την θυσίαν αλεύρι θα ανήκη στον ιερέα, όπως η θυσία του σημιγδαλιού”.
14 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν, λέγων·
Ωμίλησεν ακόμη ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και είπε·
15 ψυχὴ ἣ ἂν λάθῃ αὐτὸν λήθῃ καὶ ἁμάρτῃ ἀκουσίως ἀπὸ τῶν ἁγίων Κυρίου, καὶ οἴσει τῆς πλημμελείας αὐτοῦ τῷ Κυρίῳ κριὸν ἄμωμον ἐκ τῶν προβάτων, τιμῆς ἀργυρίου σίκλων, τῷ σίκλῳ τῶν ἁγίων, περὶ οὗ ἐπλημμέλησε.
“εάν κανείς ακουσίως και εξ αγνοίας αμαρτήση ασυναισθήτως εις τα άγια του Κυρίου πράγματα, θα προσφέρη θυσίαν προς τον Κυριον δια το εξ αγνοίας αυτό πλημμέλημά του ένα κριον από τα πρόβατά του, χωρίς κανένα σωματικόν ελάττωμα, αξίας δύο τουλάχιστον αργυρών σίκλων από τους σίκλους τους κυκλοφορούντας ως νόμισμα εις την περιοχήν της Σκηνής του Μαρτυρίου (τέσσαρες αττικαί δραχμαί).
16 καὶ ὃ ἥμαρτεν ἀπὸ τῶν ἁγίων ἀποτίσει αὐτό. καὶ τὸ ἐπίπεμπτον προσθήσει ἐπ᾿ αὐτὸ καὶ δώσει αὐτὸ τῷ ἱερεῖ· καὶ ὁ ἱερεὺς ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ἐν τῷ κριῷ τῆς πλημμελείας, καὶ ἀφεθήσεται αὐτῷ.
Θα πληρώση δε και την ζημίαν, που επροξένησεν εις τα άγια πράγματα, θα προσθέση επί πλέον και το εν πέμπτον της αξίας, αυτά δε θα τα δώση στον ιερέα. Ο ιερεύς προσφέρων τον κριον θυσίαν θα εξιλεώση αυτόν δια την αμαρτίαν του και θα του συγχωρηθή αυτή η αμαρτία.
17 Καὶ ἡ ψυχὴ ἣ ἂν ἁμάρτῃ καὶ ποιήσῃ μίαν ἀπὸ πασῶν τῶν ἐντολῶν Κυρίου, ὧν οὐ δεῖ ποιεῖν, καὶ οὐκ ἔγνω, καὶ πλημμελήσῃ καὶ λάβῃ τὴν ἁμαρτίαν,
Εάν κανείς από άγνοιαν αμαρτήση παραβαίνων μίαν από όλας τας εντολάς του Κυρίου, την οποίαν δεν θα έπρεπε να παραβή, είναι ένοχος δια την αμαρτίαν αυτήν.
18 καὶ οἴσει κριὸν ἄμωμον ἐκ τῶν προβάτων, τιμῆς ἀργυρίου εἰς πλημμέλειαν πρὸς τὸν ἱερέα. καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς περὶ τῆς ἀγνοίας αὐτοῦ, ἧς ἠγνόησε, καὶ αὐτὸς οὐκ ᾔδει, καὶ ἀφεθήσεται αὐτῷ·
Δια την συγχώρησιν της αμαρτίας του θα προσφέρη από τα πρόβατά του αρτιμελή κριον αξίας ενός αργυρού σίκλου, προς τον ιερέα· ο δε ιερεύς προσφέρων αυτήν την θυσίαν θα εξιλεώση αυτόν δια την αμαρτίαν, την οποίαν αυτός εξ αγνοίας και χωρίς να γνωρίζη διέπραξε, η οποία και θα του συγχωρηθή.
19 ἐπλημμέλησε γὰρ πλημμελείᾳ ἔναντι Κυρίου.
Ημάρτησε, διότι εφάνη τόσον επιπόλαιος και αμελής ενώπιον του Κυρίου”.
20 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν και είπεν
21 ψυχὴ ἣ ἐὰν ἁμάρτῃ καὶ παριδὼν παρίδῃ τὰς ἐντολὰς Κυρίου καὶ ψεύσηται τὰ πρὸς τὸν πλησίον ἐν παραθήκῃ ἢ περὶ κοινωνίας ἢ περὶ ἁρπαγῆς ἢ ἠδίκησέ τι τὸν πλησίον
“εάν κανείς αμαρτήση παραβλέπων και παραβαίνων τας εντολάς του Κυρίου, και είπη ψέματα προς τον πλησίον του δια πράγμα που έχει κατατεθή εις αυτόν προς φύλαξιν η δι' ενέχυρον η δι' αρπαγήν η δι' άλλην τινά αδικίαν εναντίον του πλησίον,
22 ἢ εὗρεν ἀπώλειαν καὶ ψεύσηται περὶ αὐτῆς καὶ ὀμόσῃ ἀδίκως περὶ ἑνὸς ἀπὸ πάντων, ὧν ἐὰν ποιήσῃ ὁ ἄνθρωπος, ὥστε ἁμαρτεῖν ἐν τούτοις,
η εύρε χαμένον πράγμα και είπη ψέματα δι' αυτό και ορκισθή ψευδώς, και γενικώς αν διαπράξη άλλην τινά αμαρτίαν παραβαίνων τας εντολάς του Κυρίου, ώστε να γίνη παραβάτης αυτών,
23 καὶ ἔσται ἡνίκα ἐὰν ἁμάρτῃ καὶ πλημμελήσῃ, καὶ ἀποδῷ τὸ ἅρπαγμα, ὃ ἥρπασεν, ἢ τὸ ἀδίκημα, ὃ ἠδίκησεν, ἢ τὴν παραθήκην, ἥτις παρετέθη αὐτῷ, ἢ τὴν ἀπώλειαν, ἣν εὗρεν,
εάν λοιπόν αμαρτήση και κατόπιν συναισθανθή το αμάρτημά του, θα αποδώση αυτό το οποίον ήρπασεν η θα αποκαταστήση την αδικίαν που διέπραξεν η θα επιοτρέψη την παρακαταθήκην που του είχαν εμπιστευθή η θα αποδώση το χαιμένον πράγμα που ευρήκεν στον κύριόν του,
24 ἀπὸ παντὸς πράγματος, οὗ ὤμοσε περὶ αὐτοῦ ἀδίκως, καὶ ἀποτίσει αὐτὸ τὸ κεφάλαιον καὶ τὸ ἐπίπεμπτον προσθήσει ἐπ᾿ αὐτό· τίνος ἐστίν, αὐτῷ ἀποδώσει ᾗ ἡμέρᾳ ἐλεγχθῇ.
δια κάθε γενικώς πράγμα, δια το οποίον εψευδόρκησε θα δώση ολόκληρον το κεφάλαιον και επί πλέον το εν πέμπτον του κεφαλαίου ως πρόστιμον. Θα επιστρέψη αυτό στον ιδιοκτήτην του, όταν συναισθανθή και κατανοήση το σφάλμα του.
25 καὶ τῆς πλημμελείας αὐτοῦ οἴσει τῷ Κυρίῳ κριὸν ἀπὸ τῶν προβάτων ἄμωμον, τιμῆς, εἰς ὃ ἐπλημμέλησε.
Δια την αδικίαν αυτήν, που διέπραξε, θα προσφέρη προς τον Κυριον από τα πρόβατά του προς θυσίαν κριον αρτιμελή αξίας αναλόγου προς την αδικίαν, που διέπραξε.
26 καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς ἔναντι Κυρίου, καὶ ἀφεθήσεται αὐτῷ περὶ ἑνὸς ἀπὸ πάντων, ὧν ἐποίησε καὶ ἐπλημμέλησεν αὐτῷ.
Ο ιερεύς δια της θυσίας του κριου θα εξιλεώση υπέρ αυτού τον Κυριον δια την παράβασιν και θα του συγχωρηθή η οιαδήποτε αμαρτία, την οποίαν διέπραξε.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα