ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Ο Κυριος ομίλησε προς τον Μωϋσήν λέγων·
2 εἶπον Ἀαρὼν καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ· καὶ προσεχέτωσαν ἀπὸ τῶν ἁγίων τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, καὶ οὐ βεβηλώσουσι τὸ ὄνομα τὸ ἅγιόν μου, ὅσα αὐτοὶ ἁγιάζουσί μοι· ἐγὼ Κύριος.
“ειπέ στον Ααρών και τους υιούς του τους ιερείς· Να προσέχουν τας θυσίας, τας οποίας προσφέρουν οι Ισραηλίται, ώστε να είναι καθαραί και άγιαι, δια να μη μολύνουν το άγιον όνομά μου με όσα αυτοί θα μου προσφέρουν. Εγώ είμαι ο Κυριος !
3 εἶπον αὐτοῖς· εἰς τὰς γενεὰς ὑμῶν πᾶς ἄνθρωπος, ὃς ἂν προσέλθῃ ἀπὸ παντὸς τοῦ σπέρματος ὑμῶν πρὸς τὰ ἅγια, ὅσα ἂν ἁγιάζωσιν οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ τῷ Κυρίῳ, καὶ ἡ ἀκαθαρσία αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτῷ ᾖ, ἐξολοθρευθήσεται ἡ ψυχὴ ἐκείνη ἀπ᾿ ἐμοῦ· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν.
Ειπέ εις αυτούς· εάν εις τας δια μέσου των αιώνων γενεάς σας ένας άνθρωπος εκ των απογόνων της ιερατικής φυλής σας προσέλθη προς τα Αγια της Σκηνής του Μαρτυρίου, δια να προσφέρη τας θυσίας, τας οποίας οι Ισραηλίται φέρουν δια τον Θεόν, και είναι αυτός ακάθαρτος, θα εξολοθρευθή ο ιερεύς εκείνος από εμέ. Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σας, ο οποίος διατάσσω αυτά.
4 καὶ ἄνθρωπος ἐκ τοῦ σπέρματος Ἀαρὼν τοῦ ἱερέως καὶ οὗτος λεπρᾷ ἢ γονορρυεῖ, τῶν ἁγίων οὐκ ἔδεται, ἕως ἂν καθαρισθῇ· καὶ ὁ ἁπτόμενος πάσης ἀκαθαρσίας ψυχῆς ἢ ἄνθρωπος, ᾧ ἂν ἐξέλθῃ ἐξ αὐτοῦ κοίτη σπέρματος,
Ανθρωπος, απόγονος του αρχιερέως Ααρών, λεπρός η γονορρυής, δεν θα φάγη από τας αγίας θυσίας, μέχρις ότου καθαρισθή. Εκείνος επίσης ο οποίος εγγίζει ακάθαρτον άνθρωπον η ο ίδιος είναι ακάθαρτος, διότι έπαθε νυκτερινήν ρεύσιν,
5 ἢ ὅστις ἂν ἅψηται παντὸς ἑρπετοῦ ἀκαθάρτου, ὃ μιανεῖ αὐτόν, ἢ ἐπ᾿ ἀνθρώπῳ, ἐν ᾧ μιανεῖ αὐτὸν κατὰ πᾶσαν ἀκαθαρσίαν αὐτοῦ·
η εκείνος ο οποίος θα εγγίση οιονδήποτε ακάθαρτον ζώον, το οποίον θα μολύνη αυτόν η άνθρωπος ο οποίος κατά κάποιον οιονδήποτε τρόπον κατέστη ακάθαρτος και μολυσμένος από κάποιον άλλον,
6 ψυχὴ ἥτις ἐὰν ἅψηται αὐτῶν, ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας· οὐκ ἔδεται ἀπὸ τῶν ἁγίων, ἐὰν μὴ λούσηται τὸ σῶμα αὐτοῦ ὕδατι
Ο άνθρωπος αυτός ο οποίος, έστω και ακουσίως, ήγγισεν αυτούς, θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν. Δεν θα φάγη από τα προσφερθέντα άγια, εάν πρώτον δεν λούση το σώμα αυτού με νερό.
7 καὶ δύῃ ὁ ἥλιος καὶ καθαρὸς ἔσται, καὶ τότε φάγεται τῶν ἁγίων, ὅτι ἄρτος αὐτοῦ ἐστι.
Θα δύση ο ήλιος και τότε αυτός θα είναι καθαρός, οπότε και θα δυνηθή να φάγη από τας προσφερθείσας θυσίας διότι αυταί είναι η καθημερινή του διατροφή.
8 θνησιμαῖον καὶ θηριάλωτον οὐ φάγεται, μιανθῆναι αὐτὸν ἐν αὐτοῖς· ἐγὼ Κύριος.
Θνησιμαίον και ζώον κατασπαραχθέν από θηρίον δεν θα φάγη ο ιερεύς, δια να μη μολυνθή με αυτά. Εγώ είμαι ο Κυριος !
9 καὶ φυλάξονται τὰ φυλάγματά μου, ἵνα μὴ λάβωσι δι᾿ αὐτὰ ἁμαρτίαν καὶ ἀποθάνωσι δι᾿ αὐτά, ἐὰν βεβηλώσωσιν αὐτά· ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὁ ἁγιάζων αὐτούς.
Θα φυλάξουν τα προστάγματά μου, δια να μη διαπράξουν αμαρτίαν και τιμωρηθούν με θάνατον, εάν τα παραβούν. Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός, ο οποίος καθιστώ και θέλω αγίους τους ιερείς.
10 καὶ πᾶς ἀλλογενὴς οὐ φάγεται ἅγια· πάροικος ἱερέως ἢ μισθωτὸς οὐ φάγεται ἅγια.
Κανένας που δεν κατάγεται από ιερατικόν γένος, δεν θα φάγη από τας αγιασθείσας αυτάς τροφάς ούτε ο φιλοξενούμενος ξένος του ιερέως ούτε ο ημερομίσθιος εργάτης θα φάγη ιεράς τροφάς.
11 ἐὰν δὲ ἱερεὺς κτήσηται ψυχὴν ἔγκτητον ἀργυρίου, οὗτος φάγεται ἐκ τῶν ἄρτων αὐτοῦ· καὶ οἱ οἰκογενεῖς αὐτοῦ, καὶ οὗτοι φάγονται τὸν ἄρτον αὐτοῦ.
Εάν όμως ο ιερεύς αγοράση δια χρημάτων και αποκτήση άνθρωπον ως δούλον, αυτός ημπορεί να φάγη από τας ηγιασμένας τροφάς του ιερέως. Επίσης όσοι, γεννηθούν στον οίκον του ιερέως από τον δούλον του και θα είναι δούλοι του ημπορούν να φάγουν από τας τροφάς αυτάς.
12 καὶ θυγάτηρ ἀνθρώπου ἱερέως ἐὰν γένηται ἀνδρὶ ἀλλογενεῖ, αὐτὴ τῶν ἀπαρχῶν ἁγίου οὐ φάγεται.
Θυγάτηρ ιερέως, η οποία ήθελεν υπανδρευθή άνδρα μη ανείκοντα εις την φυλήν Λευϊ, δεν δύναται να φάγη από τας προσφερομένας στον ναόν θυσίας.
13 καὶ θυγάτηρ ἱερέως ἐὰν γένηται χήρα ἢ ἐκβεβλημένη, σπέρμα δὲ μὴ ᾖ αὐτῇ, ἐπαναστρέψει ἐπὶ τὸν οἶκον τὸν πατρικὸν κατὰ τὴν νεότητα αὐτῆς, ἀπὸ τῶν ἄρτων τοῦ πατρὸς αὐτῆς φάγεται· καὶ πᾶς ἀλλογενὴς οὐ φάγεται ἀπ᾿ αὐτῶν.
Εάν όμως η θυγάτηρ του ιερέως χηρεύση η διαζευχθή, δεν έχη δε αποκτήσει παιδί και επιστρέψη στον πατρικόν της οίκον, δύναται να φάγη από την τροφήν του πατρός της. Αλλά κανείς μη ανήκων εις την ιερατικήν οικογένειαν, κανείς δηλαδή εξ άλλης φυλής, δεν πρέπει να φάγη από αυτά.
14 καὶ ἄνθρωπος, ὃς ἂν φάγῃ ἅγια κατ᾿ ἄγνοιαν, καὶ προσθήσει τὸ ἐπίπεμπτον αὐτοῦ ἐπ᾿ αὐτὸ καὶ δώσει τῷ ἱερεῖ τὸ ἅγιον.
Ο Ισραηλίτης, ο οποίος από άγνοιαν θα φάγη από τας αγίας τροφάς του ιερέως, θα επιστρέψη την τροφήν αυτήν, προσθέτων ως πρόστιμον το εν πέμπτον επί πλέον της τροφής και θα τα δώση στον ιερέα.
15 καὶ οὐ βεβηλώσουσι τὰ ἅγια τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ἃ αὐτοὶ ἀφαιροῦσι τῷ Κυρίῳ,
Δεν πρέπει όσοι δεν είναι ιερείς να τρώγουν και να βεβηλώνουν έτσι τας ηγιασμένας προσφοράς, τας οποίας οι Ισραηλίται αφιερώνουν στον Κυριον,
16 καὶ ἐπάξουσιν ἐφ᾿ ἑαυτοὺς ἀνομίαν πλημμελείας ἐν τῷ ἐσθίειν αὐτοὺς τὰ ἅγια αὐτῶν· ὅτι ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων αὐτούς.
διότι άλλως θα επισύρουν την τιμωρίαν εκ μέρους του Θεού δια την παρανομίαν των αυτήν και την αμαρτίαν των να φάγουν τας ηγιασμένας τροφάς. Εγώ είμαι Κυριος ο Θεός, ο οποίος αγιάζω τους ιερείς και διατάσσω αυτά”.
17 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν λέγων·
18 λάλησον Ἀαρὼν καὶ τοῖς υἱοῖς αὐτοῦ καὶ πάσῃ συναγωγῇ Ἰσραὴλ καὶ ἐρεῖς πρὸς αὐτούς· ἄνθρωπος ἄνθρωπος ἀπὸ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, ἢ τῶν προσηλύτων τῶν προσκειμένων πρὸς αὐτοὺς ἐν Ἰσραήλ, ὃς ἂν προσενέγκῃ τὰ δῶρα αὐτοῦ κατὰ πᾶσαν ὁμολογίαν αὐτῶν ἢ κατὰ πᾶσαν αἵρεσιν αὐτῶν, ὅσα ἂν προσενέγκωσι τῷ Θεῷ εἰς ὁλοκαύτωμα,
“ομίλησε προς τον Ααρών, προς τους υιούς του τους ιερείς και προς όλον τον λαόν του Ισραήλ και ειπέ προς αυτούς· Εάν ένας άνθρωπος από τους Ισραηλίτας η από τους ξένους οι οποίοι κατοικούν μεταξύ σας προσφέρη την θυσίαν αυτού δι' οιονδήποτε τάξιμόν του η δια χάποιαν άλλην αυτοπροαίρετον προσφοράν, αυτά τα οποία θα προσφέρουν οι ιερείς ως ολοκαυτώματα προς τον Κυριον
19 δεκτὰ ὑμῖν ἄμωμα ἄρσενα ἐκ τῶν βουκολίων ἢ ἐκ τῶν προβάτων καὶ ἐκ τῶν αἰγῶν.
θα γίνωνται δεκτά από σας, εάν είναι άρρενα χωρίς κανένα σωματικόν ελάττωμα από την αγέλην των βοών η των προβάτων η των αιγών σας.
20 πάντα, ὅσα ἂν ἔχῃ μῶμον ἐν αὐτῷ, οὐ προσάξουσι Κυρίῳ, διότι οὐ δεκτὸν ἔσται ὑμῖν.
Εάν κανένα από αυτά έχη σωματικόν τι ελάττωμα, δεν θα το προσφέρουν στον Κυριον, διότι δεν θα γίνεται δεκτόν από σας.
21 καὶ ἄνθρωπος ὃς ἂν προσενέγκῃ θυσίαν σωτηρίου τῷ Κυρίῳ διαστείλας εὐχὴν ἢ κατὰ αἵρεσιν ἢ ἐν ταῖς ἑορταῖς ὑμῶν, ἐκ τῶν βουκολίων ἢ ἐκ τῶν προβάτων ἄμωμον ἔσται εἰσδεκτόν, πᾶς μῶμος οὐκ ἔσται ἐν αὐτῷ.
Ανθρωπος, ο οποίος θα προσφέρη ειρηνικήν ευχαριστήριον θυσίαν προς τον Κυριον εις εκτέλεσιν ταξίματός του η άλλης τινός καλής επιθυμίας του η λόγω των εορτών σας, το προσφερόμενον προς θυσίαν ζώον από την αγέλην των βοών η των προβάτων θα γίνεται δεκτόν από σας, εφ' όσον θα είναι σωματικώς αρτιμελές. Ουδέν ελάττωμα πρέπει να υπάρχη εις αυτό.
22 τυφλὸν ἢ συντετριμμένον ἢ γλωσσότμητον ἢ μυρμηκιῶντα ἢ ψωραγριῶντα ἢ λειχῆνας ἔχοντα, οὐ προσάξουσι ταῦτα τῷ Κυρίῳ. καὶ εἰς κάρπωσιν οὐ δώσετε ἀπ᾿ αὐτῶν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον τῷ Κυρίῳ.
Ζώον τυφλόν η έχον κάταγμα η κομμένην την γλώσσαν, πάσχον από φαγούραν η από αγρίαν ψώραν η έχει λειχήνας, δεν θα προσφέρουν τέτοια ζώα στον Κυριον. Δεν θα τα δώσετε να θυσιασθούν στο θυσιαστήριον των ολοκαυτωμάτων ως πρόσφοράν στον Κυριον.
23 καὶ μόσχον ἢ πρόβατον ὠτότμητον ἢ κολοβόκερκον σφάγια ποιήσεις αὐτὰ σεαυτῷ, εἰς δὲ εὐχήν σου οὐ δεχθήσεται.
Μοσχάρι η πρόβατον που έχουν κομμένα τα αυτιά των η κολοβήν την ουράν των θα τα δεχθήτε και θα τα σφάξετε ως τροφήν ιδικήν σας. Ως θυσίαν όμως δια το τάξιμόν σου δεν θα γίνωνται δεκτά.
24 θλαδίαν καὶ ἐκτεθλιμμένον καὶ ἐκτομίαν καὶ ἀπεσπασμένον οὐ προσάξεις αὐτὰ τῷ Κυρίῳ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς ὑμῶν οὐ ποιήσετε.
Ζώον του οποίου οι όρχεις είναι ολίγον η πολύ σπασμένοι δια συνθλίψεως η κομμένοι η απεσπασμένοι, δεν θα το προσφέρης στον Κυριον και εις την περιοχήν που κατοικείτε δεν θα κάμνετε σεις δι' ευνουχισμού τέτοια ζώα.
25 καὶ ἐκ χειρὸς ἀλλογενοῦς οὐ προσοίσετε τὰ δῶρα τοῦ Θεοῦ ὑμῶν ἀπὸ πάντων τούτων, ὅτι φθάρματά ἐστιν ἐν αὐτοῖς, μῶμος ἐν αὐτοῖς, οὐ δεχθήσεται ταῦτα ὑμῖν.
Και από τα χέρια ξένου δεν θα δεχθήτε τέτοια ζώα, δια να τα προσφέρετε θυσίαν στον Θεόν, διότι αυτά έχουν υποστή φθοράν, ακρωτηριασμόν· υπάρχει σωματικόν ελάττωμα εις αυτά. Δεν θα τα δεχθήτε, δια να τα προσφέρετε θυσίαν”.
26 Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν λέγων·
Ο Κυριος ωμίλησε προς τον Μωϋσήν λέγων·
27 μόσχον ἢ πρόβατον ἢ αἶγα, ὡς ἂν τεχθῇ, καὶ ἔσται ἑπτὰ ἡμέρας ὑπὸ τὴν μητέρα, τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ὀγδόῃ καὶ ἐπέκεινα δεχθήσεται εἰς δῶρα, κάρπωμα Κυρίῳ.
“μοσχάρι η πρόβατον η, ερίφιον, όταν γεννηθή, θα μείνη επτά ημέρας κοντά εις την μητέρα του. Από την ογδόην ημέραν και πέραν δύναται να προσφερθή και να γίνη δεκτόν ως θυσία δια τον Κυριον.
28 καὶ μόσχον καὶ πρόβατον, αὐτὴν καὶ τὰ παιδία αὐτῆς, οὐ σφάξεις ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ.
Μοσχάρι και πρόβατον, την μητέρα και τα τέκνα της δεν θα τα σφάξης κατά την αυτήν ημέραν.
29 ἐὰν δὲ θύσῃς θυσίαν εὐχὴν χαρμοσύνην Κυρίῳ, εἰσδεκτὸν ὑμῖν θύσετε αὐτό·
Εάν προσφέρης θυσίαν στον Κυριον εις εκπλήρωσιν χαρμοσύνου τάματος, θα την προσφέρης κατά τον πρέποντα τρόπον, ώστε να γίνη δεκτή από τον Θεόν.
30 αὐτῇ τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ βρωθήσεται, οὐκ ἀπολείψετε ἀπὸ τῶν κρεῶν εἰς τὸ πρωΐ· ἐγώ εἰμι Κύριος.
Θα φαγωθή η θυσία αυτή κατά την ημέραν, κατά την οποίαν και θα προσφερθή. Δεν θα αφήσετε υπολείμματα από τα κρέατα αυτά έως το πρωί της επομένης ημέρας. Εγώ είμαι ο Κυριος!
31 Καὶ φυλάξετε τὰς ἐντολάς μου καὶ ποιήσετε αὐτάς.
Θα φυλάξετε τας εντολάς μου και θα τας εφαρμόσετε.
32 καὶ οὐ βεβηλώσετε τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου, καὶ ἁγιασθήσομαι ἐν μέσῳ τῶν υἱῶν Ἰσραήλ· ἐγὼ Κύριος ὁ ἁγιάζων ὑμᾶς,
Τηρούντες αυτάς δεν θα μολύνετε το άγιον όνομά μου. Ετσι θα είμαι άγιος μεταξύ σας και θα δοξάζωμαι από τους Ισραηλίτας. Εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος σας ηγίασα και σας καθιέρωσα εις την διακονίαν μου.
33 ὁ ἐξαγαγὼν ὑμᾶς ἐκ γῆς Αἰγύπτου, ὥστε εἶναι ὑμῶν Θεός, ἐγὼ Κύριος.
Εγώ είμαι εκείνος, ο οποίος σας έβγαλα από την δουλείαν της Αιγύπτου, ώστε να είμαι ο Θεός σας. Εγώ είμαι ο Κυριος.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα