ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυσῆν καὶ Ἀαρὼν λέγων·
Ωμίλησεν ο Κυριος προς τον Μωϋσήν και τον Ααρών λέγων·
2 λαλήσατε τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ λέγοντες· ταῦτα τὰ κτήνη, ἃ φάγεσθε ἀπὸ πάντων τῶν κτηνῶν τῶν ἐπὶ τῆς γῆς·
“είπατε στους Ισραηλίτας τα εξής· Αυτά είναι τα ζώα, τα οποία θα έχετε το δικαίωμα να τρώγετε από όλα τα επί της γης ζώα.
3 πᾶν κτῆνος διχηλοῦν ὁπλὴν καὶ ὀνυχιστῆρας ὀνυχίζον δύο χηλῶν καὶ ἀνάγον μηρυκισμὸν ἐν τοῖς κτήνεσι, ταῦτα φάγεσθε.
Καθε ζώον δίχηλον, αυτό που έχει σχισμένην εις δύο την οπλήν, και το οποίον μηρυκάζει, αυτά θα τρώγετε.
4 πλὴν ἀπὸ τούτων οὐ φάγεσθε, ἀπὸ τῶν ἀναγόντων μηρυκισμὸν καὶ ἀπὸ τῶν διχηλούντων τὰς ὁπλὰς καὶ ὀνυχιζόντων ὀνυχιστῆρας· τὸν κάμηλον, ὅτι ἀνάγει μηρυκισμὸν τοῦτο, ὁπλὴν δὲ οὐ διχηλεῖ, ἀκάθαρτον τοῦτο ὑμῖν·
Δεν θα τρώγετε από τα ζώα εκείνα, τα οποία είναι μηρυκαστικά, χωρίς να είναι δίχηλα, όπως είναι η κάμηλος, διότι αυτή είναι μεν μηρυκαστικόν, αλλά δεν έχει τα νύχια της δίχηλα. Αυτό είναι ζώον ακάθαρτον.
5 καὶ τὸν δασύποδα, ὅτι οὐκ ἀνάγει μηρυκισμὸν τοῦτο, καὶ ὁπλὴν οὐ διχηλεῖ, ἀκάθαρτον τοῦτο ὑμῖν·
Επίσης δεν θα τρώγετε τον λαγωόν, διότι αυτός δεν είναι μηρυκαστικόν και δεν έχει δίχηλον οπλήν. Αυτός είναι ακάθαρτος δια σας.
6 καὶ τὸν χοιρογρύλλιον, ὅτι οὐκ ἀνάγει μηρυκισμὸν τοῦτο, καὶ ὁπλὴν οὐ διχηλεῖ, ἀκάθαρτον τοῦτο ὑμῖν·
Δεν θα τρώγετε τον ακανθόχοιρον, διότι δεν είναι μηρυκαστικόν και δεν είναι δίχηλον. Ακάθαρτον θα είναι και τούτο δια σας.
7 καὶ τὸν ὗν, ὅτι διχηλεῖ ὁπλὴν τοῦτο, καὶ ὀνυχίζει ὄνυχας ὁπλῆς, καὶ τοῦτο οὐκ ἀνάγει μηρυκισμόν, ἀκάθαρτον τοῦτο ὑμῖν·
Δεν θα τρώγετε τον χοίρον, διότι είναι μεν δίχηλον καθ' ο έχον δύο σχιστά νύχια, δεν είναι όμως μηρυκαστικόν. Και τούτο θα είναι ακάθαρτον δια σας.
8 ἀπὸ τῶν κρεῶν αὐτῶν οὐ φάγεσθε καὶ τῶν θνησιμαίων αὐτῶν οὐχ ἅψεσθε, ἀκάθαρτα ταῦτα ὑμῖν.
Ούτε το κρέας αυτών θα φάγετε ούτε τα πτώματά των θα εγγίσετε. Αυτά θα είναι ακάθαρτα δια σας.
9 Καὶ ταῦτα, ἃ φάγεσθε ἀπὸ πάντων τῶν ἐν τοῖς ὕδασι· πάντα ὅσα ἐστὶν αὐτοῖς πτερύγια καὶ λεπίδες ἐν τοῖς ὕδασι καὶ ἐν ταῖς θαλάσσαις καὶ ἐν τοῖς χειμάρροις, ταῦτα φάγεσθε.
Αυτά τα οποία θα φάγετε από τα ζώα των υδάτων είναι τα εξής· Ολα όσα ευρίσκονται, εις τας θαλάσσας και στους χειμάρρους και τα οποία έχουν πτερύγια και λέπια· αυτά ημπορείτε να τα τρώγετε.
10 καὶ πάντα ὅσα οὐκ ἔστιν αὐτοῖς πτερύγια, οὐδὲ λεπίδες ἐν τῷ ὕδατι, ἢ ἐν ταῖς θαλάσσαις καὶ ἐν τοῖς χειμάρροις, ἀπὸ πάντων, ὧν ἐρεύγεται τὰ ὕδατα, καὶ ἀπὸ πάσης ψυχῆς τῆς ζώσης ἐν τῷ ὕδατι, βδέλυγμά ἐστι·
Ολα όμως όσα δεν έχουν πτερύγια ούτε λέπια και ζουν εις τα ύδατα, εις τας θαλάσσας και τους χειμάρρους, κάθε ζωντανόν, που προέρχεται από τα ύδατα αλλά δεν έχει πτερύγια και λέπια είναι ακάθαρτον.
11 καὶ βδελύγματα ἔσονται ὑμῖν· ἀπὸ τῶν κρεῶν αὐτῶν οὐκ ἔδεσθε καὶ τὰ θνησιμαῖα αὐτῶν βδελύξεσθε·
Ακάθαρτα θα είναι για σας· τα κρέατά των δεν θα τα τρώγετε και τα πτώματά των δεν θα τα εγγίζετε, καθ' ο μολυσμένα.
12 καὶ πάντα ὅσα οὐκ ἔστιν αὐτοῖς πτερύγια, οὐδὲ λεπίδες, τῶν ἐν τοῖς ὕδασι, βδέλυγμα τοῦτό ἐστιν ὑμῖν.
Ολα όσα ζουν εις τα ύδατα, αλλά δεν έχουν πτερύγια και λέπια, θα είναι ακάθαρτα και βδελυκτά δια σας.
13 Καὶ ταῦτα, ἃ βδελύξεσθε ἀπὸ τῶν πετεινῶν, καὶ οὐ βρωθήσεται, βδέλυγμά ἐστι· τὸν ἀετὸν καὶ τὸν γρύπα καὶ τὸν ἁλιαίετον
Αυτά δε είναι τα πτηνά, τα οποία θα αποστρέφεσθε, διότι είναι ακάθαρτα και δεν θα τα τρώγετε ως σιχαμερά· Ο αετός, ο γρυπάετος, ο θαλάσσιος αετός,
14 καὶ τὸν γύπα καὶ τὸν ἴκτινον καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ
ο γυψ, ο ιέραξ και οι όμοιοι προς αυτόν ιέρακες.
15 καὶ στρουθὸν καὶ γλαῦκα καὶ λάρον καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ
Δεν θα τρώγετε το στρουθίον, την γλαύκα, τον γλάρον και τα ομοία προς αυτόν·
16 καὶ πάντα κόρακα καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ καὶ ἱέρακα καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ
κάθε είδος κόρακος και τα όμοια προς αυτόν, τον ιέρακα και τα όμοια προς αυτόν,
17 καὶ νυκτικόρακα καὶ καταρράκτην καὶ ἶβιν
τον νυκτοκόρακα, τον καταρράκτην και την ίβιν.
18 καὶ πορφυρίωνα καὶ πελεκᾶνα καὶ κύκνον
Τον πορφυρίωνα, τον πελεκάνον και τον κύκνον.
19 καὶ ἐρωδιὸν καὶ χαραδριόν, καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ καὶ ἔποπα καὶ νυκτερίδα
Τον ερωδιόν, τον χαραδριόν και τα όμοια προς αυτόν, όπως επίσης τον τσαλαπετεινόν και την νυκτερίδα,
20 καὶ πάντα τὰ ἑρπετὰ τῶν πετεινῶν, ἃ πορεύεται ἐπὶ τέσσαρα, βδελύγματά ἐστιν ὑμῖν.
όλα τα ερπετά που πετούν και βαδίζουν επίσης με τα τέσσερα θα είναι σιχαμερά και δεν θα τα τρώγετε.
21 ἀλλὰ ταῦτα φάγεσθε ἀπὸ τῶν ἑρπετῶν τῶν πετεινῶν, ἃ πορεύεται ἐπὶ τέσσαρα, ἃ ἔχει σκέλη ἀνώτερον τῶν ποδῶν αὐτοῦ, πηδᾶν ἐν αὐτοῖς ἐπὶ τῆς γῆς.
Επιτρέπεται να τρώγετε από τα ερπετά-πτηνά εκείνα, τα οποία βαδίζουν με τα τέσσερα πόδια και έχουν τα πίσω πόδια μεγαλύτερα από τα εμπρόσθια, δια να πηδούν στο έδαφος.
22 καὶ ταῦτα φάγεσθε ἀπ᾿ αὐτῶν· τὸν βροῦχον καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ καὶ τὸν ἀττάκην καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ καὶ ὀφιομάχην καὶ τὰ ὅμοια αὐτῷ καὶ τὴν ἀκρίδα καὶ τὰ ὅμοια αὐτῇ.
Ημπορείτε να τρώγετε από αυτά τα εξής είδη των ακρίδων· Τον βρούχον και τα όμοια με αυτόν, τον αττάκην και τα όμοια προς αυτόν, τον οφιομάχην και τα όμοια προς αυτόν, την κυρίως ακρίδα και τα όμοια προς αυτήν.
23 πᾶν ἑρπετὸν ἀπὸ τῶν πετεινῶν, οἷς εἰσι τέσσαρες πόδες, βδελύγματά ἐστιν ὑμῖν,
Καθε άλλο ερπετόν, που πετά και το οποίον έχει τέσσερα πόδια, θα είναι δια σας ακάθαρτον.
24 καὶ ἐν τούτοις μιανθήσεσθε, πᾶς ὁ ἁπτόμενος τῶν θνησιμαίων αὐτῶν ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας,
Με αυτά μολύνεται ο άνθρωπος. Μολύνεται επίσης και εκείνος, που εγγίζει τα θνησιμαία αυτών· θα είναι ακάθαρτος μέχρις εσπέρας.
25 καὶ πᾶς ὁ αἴρων τῶν θνησιμαίων αὐτῶν πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας.
Εάν όμως ευρεθή κανείς εις την ανάγκην να σηκώση και να πετάξη ένα πτώμα από τα ακάθαρτα αυτά ζώα, θα πλύνη τα ιμάτιά του και θα είναι ακάθαρτος μέχρις εσπέρας.
26 καὶ ἐν πᾶσι τοῖς κτήνεσιν, ὅ ἐστι διχηλοῦν ὁπλήν, καὶ ὀνυχιστῆρας ὀνυχίζει καὶ μηρυκισμὸν οὐ μηρυκᾶται, ἀκάθαρτα ἔσονται ὑμῖν· πᾶς ὁ ἁπτόμενος τῶν θνησιμαίων αὐτῶν ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας.
Μεταξύ των κτηνών καθένα, το οποίον είναι δίχηλον, έχει δηλαδή δύο νύχια σχιστά, δεν μηρυκάζει όμως, θα είναι δια σας ακάθαρτον. Και καθένας που εγγίζει τα πτώματα αυτών θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν.
27 καὶ πᾶς ὃς πορεύεται ἐπὶ χειρῶν ἐν πᾶσι τοῖς θηρίοις, ἃ πορεύεται ἐπί τέσσαρα, ἀκάθαρτά ἐστιν ὑμῖν· πᾶς ὁ ἁπτόμενος τῶν θνησιμαίων αὐτῶν ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας,
Καθε άγριον ζώον το οποίον βαδίζει με τα τέσσερα, αλλά χρησιμοποιεί τους εμπροσθίους πόδας και ως χέρια θα είναι ακάθαρτον δια σας και οποίος εγγίζει τα πτώματα αυτών θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν.
28 καὶ ὁ αἴρων τῶν θνησιμαίων αὐτῶν πλυνεῖ τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας· ἀκάθαρτα ταῦτά ἐστιν ὑμῖν.
Εκείνος που θα σηκώση εξ ανάγκης ένα πτώμα από τα ζώα αυτά, δια να το πετάξη, θα πλύνη τα ενδύματά του, και θα είναι δια σας ακάθαρτος έως την εσπέραν. Αυτά είναι ακάθαρτα δια σας.
29 Καὶ ταῦτα ὑμῖν ἀκάθαρτα ἀπὸ τῶν ἑρπετῶν τῶν ἐπί τῆς γῆς· ἡ γαλῆ καὶ ὁ μῦς καὶ ὁ κροκόδειλος ὁ χερσαῖος,
Από τα ζώα, τα οποία περιπατούν στο έδαφος, αυτά είναι τα ακάθαρτα. Η γάτα, ο ποντικός, ο χερσαίος κροκόδειλος.
30 μυγάλη καὶ χαμαιλέων, καὶ χαλαβώτης καὶ σαῦρα καὶ ἀσπάλαξ.
Ο αρουραίος, ο χαμαιλέων, η παρδαλή σαύρα, η σαύρα και ο τυφλοπόντικας.
31 ταῦτα ἀκάθαρτα ὑμῖν ἀπὸ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἐπὶ τῆς γῆς· πᾶς ὁ ἁπτόμενος αὐτῶν τεθνηκότων ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας.
Αυτά είναι ακάθαρτα από τα άλλα ζώα, που περιπατούν στο έδαφος. Και καθένας που εγγίζει τα πτώματά των, θα είναι ακάθαρτος έως την εσπέραν.
32 καὶ πᾶν, ἐφ᾿ ὃ ἂν ἐπιπέσῃ ἀπ᾿ αὐτῶν ἐπ᾿ αὐτὸ τεθνηκότων αὐτῶν, ἀκάθαρτον ἔσται ἀπὸ παντὸς σκεύους ξυλίνου ἢ ἱματίου ἢ δέρματος ἢ σάκκου· πᾶν σκεῦος, ὃ ἂν ποιηθῇ ἔργον ἐν αὐτῷ, εἰς ὕδωρ βαφήσεται καὶ ἀκάθαρτον ἔσται ἕως ἑσπέρας· καὶ καθαρὸν ἔσται.
Καθε πράγμα, επάνω στο οποίον θα πέση το πτώμα ενός από αυτά τα ζώα, θα είναι ακάθαρτον, είτε ξύλινον σκεύος είναι τούτο η ένδυμα η δέρμα η σάκκος. Καθε σκεύος, στο οποίον θα συμβή να πέση ένα τέτοιο ζώον, θα πλυθή με νερό και θα μείνη ακάθαρτον έως την εσπέραν. Κατόπιν θα είναι καθαρόν.
33 καὶ πᾶν σκεῦος ὀστράκινον, εἰς ὃ ἐὰν πέσῃ ἀπὸ τούτων ἔνδον, ὅσα ἐὰν ἔνδον ᾖ, ἀκάθαρτα ἔσται, καὶ αὐτὸ συντριβήσεται.
Και κάθε πήλινον δοχείον, μέσα στο οποίον θα πέση ένα από τα ακάθαρτα αυτά ζώα, το περιεχόμενον του δοχείου θα είναι ακάθαρτον και το δοχείον πρέπει να συντριβή.
34 καὶ πᾶν βρῶμα, ὃ ἔσθεται, εἰς ὃ ἂν ἐπέλθῃ ἐπ᾿ αὐτὸ ὕδωρ, ἀκάθαρτον ἔσται· καὶ πᾶν ποτόν, ὃ πίνεται ἐν παντὶ ἀγγείῳ, ἀκάθαρτον ἔσται.
Από τα μολυσμένα αυτά δοχεία, εντός των οποίων έπεσεν ένα τέτοιο ακάθαρτον ζώον, εάν πέση νερό εις κάθε φαγώσιμον είδος, αυτό θα είναι ακάθαρτον. Επίσης κάθε ποτόν στο δοχείον, εντός του οποίου ευρίσκεται, εάν πέση ακάθαρτον νερό, θα είναι και αυτό ακάθαρτον.
35 καὶ πᾶν, ὃ ἐὰν ἐπιπέσῃ ἀπὸ τῶν θνησιμαίων αὐτῶν ἐπ᾿ αὐτό, ἀκάθαρτον ἔσται· κλίβανοι καὶ χυτρόποδες καθαιρεθήσονται· ἀκάθαρτα ταῦτά ἐστι καὶ ἀκάθαρτα ταῦτα ὑμῖν ἔσονται·
Αλλά και κάθε αντικείμενον, στο οποίον θα πέση κάποιο από αυτά τα θνησιμαία, θα είναι ακάθαρτον, κλίβανοι, χύτραι με πόδας θα καταστραφούν. Είναι αυτά ακάθαρτα, και ακάθαρτα πρέπει να θεωρούνται από σας.
36 πλὴν πηγῶν ὑδάτων καὶ λάκκου καὶ συναγωγῆς ὕδατος, ἔσται καθαρόν· ὁ δὲ ἁπτόμενος τῶν θνησιμαίων αὐτῶν ἀκάθαρτος ἔσται.
Εάν όμως εις πηγήν υδάτων η εις φρέαρ η εις δεξαμένην ύδατος πέση ένα θνησιμαίον, αυτά θα είναι καθαρά αλλά ο εγγίζων τα πτώματα των ακαθάρτων ζώων, που έπεσαν εις αυτά τα ύδατα, θα είναι ακάθαρτος.
37 ἐὰν δὲ ἐπιπέσῃ ἀπὸ τῶν θνησιμαίων αὐτῶν ἐπὶ πᾶν σπέρμα σπόριμον, ὃ σπαρήσεται, καθαρὸν ἔσται.
Εάν πτώμα ακάθαρτον ζώου πέση εις ξηρόν σπέρμα, που προορίζεται δια σποράν, το σπέρμα αυτό θα είναι καθαρόν.
38 ἐὰν δὲ ἐπιχυθῇ ὕδωρ ἐπί πᾶν σπέρμα καὶ ἐπιπέσῃ τῶν θνησιμαίων αὐτῶν ἐπ᾿ αὐτό, ἀκάθαρτόν ἐστιν ὑμῖν.
Εάν όμως πέση νερό εις αυτό το σπέρμα, επάνω δε εις αυτό πέση πτώμα ακαθάρτου ζώου, το σπέρμα αυτό θα είναι δια σας ακάθαρτον.
39 ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ τῶν κτηνῶν, ὃ ἐστιν ὑμῖν φαγεῖν τοῦτο, ὁ ἁπτόμενος τῶν θνησιμαίων αὐτῶν ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας·
Εάν ένα από τα καθαρά ζώα, το οποίον σας επιτρέπεται να φάγετε, αποθάνη, ο έγγιζων το πτώμα αυτού θα είναι ακάθαρτος μέχρι την εσπέραν.
40 καὶ ὁ ἐσθίων ἀπὸ τῶν θνησιμαίων τούτων πλυνεῖ τὰ ἱμάτια καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας· καὶ ὁ αἴρων ἀπὸ θνησιμαίων αὐτῶν πλυνεῖ τὰ ἱμάτια καὶ λούσεται ὕδατι καὶ ἀκάθαρτος ἔσται ἕως ἑσπέρας.
Εκείνος που τρώγει από το θνησιμαίον, έστω και καθαρού ζώου, θα πλύνη τα ενδύματά του, θα λουσθή ο ίδιος με νερό και θα είναι ακάθαρτος έως εσπέρας.
41 Καὶ πᾶν ἑρπετόν, ὃ ἕρπει ἐπὶ τῆς γῆς, βδέλυγμα ἔσται τοῦτο ὑμῖν, οὐ βρωθήσεται.
Καθε ερπετόν, που έρπει επί του εδάφους, θα είναι δια σας ακάθαρτον και δεν θα φαγωθή.
42 καὶ πᾶς ὁ πορευόμενος ἐπὶ κοιλίας καὶ πᾶς ὁ πορευόμενος ἐπὶ τέσσαρα διαπαντός, ὃ πολυπληθεῖ ποσὶν ἐν πᾶσι τοῖς ἑρπετοῖς τοῖς ἕρπουσιν ἐπὶ τῆς γῆς, οὐ φάγεσθε αὐτό, ὅτι βδέλυγμα ὑμῖν ἐστι.
Καθε ζώον, το οποίον σύρεται με την κοιλίαν του και κάθε ένα το οποίον σύρεται πάντοτε με τα τέσσερα, όπως επίσης παν ερπετόν το οποίον έχει πολυάριθμα πόδια μεταξύ των άλλων ερπετών που έρπουν επί της γης, δεν θα φάγετε αυτό, διότι είναι ακάθαρτον.
43 καὶ οὐ μὴ βδελύξητε τὰς ψυχὰς ὑμῶν ἐν πᾶσι τοῖς ἑρπετοῖς τοῖς ἕρπουσιν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ οὐ μιανθήσεσθε ἐν τούτοις καὶ οὐκ ἀκάθαρτοι ἔσεσθε ἐν αὐτοῖς,
Τηρήσατε αυτά και μη καταστήσετε ακαθάρτους τας ψυχάς σας τρώγοντες τα ερπετά αυτά, που σύρονται επί της γης· προσέξετε να μη μολυνθήτε τρώγοντες αυτά και γίνετε έτσι, εξ αιτίας των, ακάθαρτοι.
44 ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν, καὶ ἁγιασθήσεσθε καὶ ἅγιοι ἔσεσθε, ὅτι ἅγιός εἰμι ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν, καὶ οὐ μιανεῖτε τὰς ψυχὰς ὑμῶν ἐν πᾶσι τοῖς ἑρπετοῖς τοῖς κινουμένοις ἐπὶ τῆς γῆς·
Εγώ παραγγέλλω αυτά, διότι εγώ είμαι Κυριος ο Θεός σας· θα αγιάζεσθε και θα είσθε άγιοι, διότι εγώ ο Κυριος και Θεός σας είμαι άγιος. Μη μολύνεσθε με τα ερπετά, τα οποία κινούνται επάνω εις την γην.
45 ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ ἀναγαγὼν ὑμᾶς ἐκ τῆς Αἰγύπτου εἶναι ὑμῶν Θεός, καὶ ἔσεσθε ἅγιοι, ὅτι ἅγιός εἰμι ἐγὼ Κύριος.
Εγώ είμαι ο Κυριος, ο οποίος σας έβγαλα ελευθέρους από την χώραν της Αιγύπτου, δια να είμαι πάντοτε ο Θεός σας· να είσθε άγιοι, διότι άγιος είμαι εγώ ο Κυριος.
46 Οὗτος ὁ νόμος περὶ τῶν κτηνῶν καὶ τῶν πετεινῶν καὶ πάσης ψυχῆς τῆς κινουμένης ἐν τῷ ὕδατι καὶ πάσης ψυχῆς ἑρπούσης ἐπὶ τῆς γῆς,
Αυτός είναι ο νόμος ο περί των ζώων, και των πτηνών και πάσης ζωϊκής υπάρξεως, που ζη εις τα ύδατα και παντός ζώου, που έρπει εις την γην.
47 διαστεῖλαι ἀνὰ μέσον τῶν ἀκαθάρτων καὶ ἀνὰ μέσον τῶν καθαρῶν καὶ ἀνὰ μέσον τῶν ζωογονούντων τὰ ἐσθιόμενα, καὶ ἀνὰ μέσον τῶν ζωογονούντων τὰ μὴ ἐσθιόμενα.
Αυτός είναι ο νόμος του διαχωρισμού μεταξύ των ακαθάρτων και των καθαρών, των ζωϊκών υπάρξεων που θα τρώγωνται, και των ζωϊκών υπάρξεων που δεν πρέπει να τρώγωνται”.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα