ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΠΩΣ ἀμαυρωθήσεται χρυσίον, ἀλλοιωθήσεται τὸ ἀργύριον τὸ ἀγαθόν; ἐξεχύθησαν λίθοι ἅγιοι ἀπ' ἀρχῆς πασῶν ἐξόδων.
Πως εμαύρισεν ο χρυσός, πως ηλλοιώθη ο εκλεκτός άργυρος ! Εξεχύθησαν και διεσκορπίσθησαν εις τας γωνίας όλων των οδών οι πολύτιμοι ιεροί λίθοι !
2 Υἱοὶ Σιὼν οἱ τίμιοι, οἱ ἐπῃρμένοι ἐν χρυσίῳ, πῶς ἐλογίσθησαν εἰς ἀγγεῖα ὀστράκινα, ἔργα χειρῶν κεραμέως;
Τα τέκνα της Σιών, τα πολύτιμα αυτά διαμάντια, ανώτεροι και από τον χρυσόν, πως εθεωρήθησαν ωσάν πήλινα αγγεία, έργα κεραμοποιού και συνετρίβησαν;
3 Καί γε δράκοντες ἐξέδυσαν μαστούς, ἐθήλασαν σκύμνοι αὐτῶν· θυγατέρες λαοῦ μου εἰς ἀνίατον ὡς στρουθίον ἐν ἐρήμῳ.
Τα μικρά των θηρίων ευρίσκουν την θηλήν του μητρικού μαστού και οι σκύμνοι των λεόντων θηλάζουν το γάλα των μητέρων των. Αι θυγατέρες όμως του λαού μου αποστεωμέναι από την πείναν, ωσάν στρουθία εις την έρημον που δεν ευρίσκουν κόκκον δια να τραφούν, αδυνατούν να γαλουχήσουν τα παιδιά των.
4 Ἐκολλήθη ἡ γλῶσσα θηλάζοντες πρὸς τὸν φάρυγγα αὐτοῦ ἐν δίψει· νήπια ᾔτηησαν ἄρτον, ὁ διακλῶν οὐκ ἔστιν αὐτοῖς.
Η γλώσσα του θηλάζοντος βρέφους εκολλήθη στον λάρυγγα αυτού από την έλλειψιν γάλακτος. Τα νήπια εζήτησαν ολίγον άρτον και δεν υπάρχει κανείς να κόψη δι'αυτά ένα κομμάτι.
5 Οἱ ἔσθοντες τὰς τρυφὰς ἠφανίσθησαν ἐν ταῖς ἐξόδοις, οἱ τιθηνούμενοι ἐπὶ κόκκων περιεβάλλοντο κοπρίας.
Εκείνοι οι οποίοι ετρυφούσαν εις πολυτελή τραπέζια, εξηφανίσθησαν στους δρόμους. Εκείνοι που είχαν διατραφή και ανατραφή επάνω εις τας πορφυράς, κυλίονται τώρα εις την κόπρον.
6 Καὶ ἐμεγαλύνθη ἀνομία θυγατρὸς λαοῦ μου ὑπὲρ ἀνομίας Σοδόμων τῆς κατεστραμμένης ὥσπερ σπουδῇ, καὶ οὐκ ἐπόνεσαν ἐν αὐτῇ χεῖρας.
Αι παρανομίαι της θυγατρός του λαού μου, της Σιών, επληθύνθησαν περισσότερον από τας παρανομίας των Σοδόμων, της πόλεως αυτής, η οποία κατεστράφη αμέσως, χωρίς να κοπιάσουν εναντίον της αι εχθρικαί χείρες.
7 Ἐκαθαριώθησαν Ναζιραῖοι αὐτῆς ὑπὲρ χιόνα, ἔλαμψαν ὑπὲρ γάλα, ἐπυρώθησαν ὑπὲρ λίθους σαπφείρου τὸ ἀπόσπασμα αὐτῶν.
Αλλοτε οι Ναζιραίοι της ήσαν καθαροί και κατάλευκοι, περισσότερον από το χιόνι. Ελαμπαν περισσότερον από το γάλα. Η ακτινοβολία των ήτο λαμπρότερα από τας πυρώδεις ακτίνας, που ρίπτει ο σάπφειρος.
8 Ἐσκότασεν ὑπὲρ ἀσβόλην τὸ εἶδος αὐτῶν, οὐκ ἐπεγνώσθησαν ἐν ταῖς ἐξόδοις· ἐπάγη δέρμα αὐτῶν ἐπὶ τὰ ὀστέα αὐτῶν, ἐξηράνθησαν, ἐγενήθησαν ὥσπερ ξύλον.
Τωρα όμως η μορφή των έγινε περισσότερον σκοτεινή και μελανή από την καπνιάν. Αγνώριστοι κατήντησαν στους δρόμους της ζωής των. Εκόλλησε το δέρμα των επάνω εις τα κόκκαλά των. Εξηράνθησαν, έγιναν ώσαν το ξύλον.
9 Καλοὶ ἦσαν οἱ τραυματίαι ρομφαίας ἢ οἱ τραυματίαι λιμοῦ· ἐπορεύθησαν ἐκκεκεντημένοι ἀπὸ γεννημάτων ἀγρῶν.
Κερδισμένοι ήσαν αυτοί, που έπεσαν εν στόματι ρομφαίας, παρά εκείνοι οι οποίοι αποθνήσκουν από την πείναν. Υπέκυψαν κατεξηντλημένοι εξ αιτίας της ελλείψεως προϊόντων του αγρού.
10 Χεῖρες γυναικῶν οἰκτριρμόνων ἥψησαν τὰ παιδία αὐτῶν, ἐγενήθησαν εἰς βρῶσιν αὐταῖς ἐν τῷ συννντρίμματι τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου.
Τρυφεραί και στοργικαί γυναίκες έψησαν με τα ίδια των τα χέρια τα παιδιά των, τα έκαμαν φαγητόν των κατά το διάστημα της συντριβής και της ταλαιπωρίας της θυγατρός του λαού μου, της Σιών.
11 Συνετέλεσε Κύριος θυμὸν αὐτοῦ, ἐξέχεε θυμὸν ὀργῆς αὐτοῦ καὶ ἀνῆψε πῦρ ἐν Σιών, καὶ κατέφαγε τὰ θεμέλια αὐτῆς.
Ωλοκλήρωσεν ο Κυριος τον θυμόν του εναντίον μας. Αδειασε τον θυμόν της οργής του εναντίον μας και ήναψε φωτιάν καταστροφής εις την Σιών, η οποία και την κατέφαγε μέχρι των θελεμίων της.
12 Οὐκ ἐπίστευσαν βασιλεῖς γῆς, πάντες οἱ κατοικοῦντες τὴν οἰκουμένην, ὅτι εἰσελεύσεται ἐχθρὸς καὶ ἐκθλίβων διὰ τῶν πυλῶν Ἱερουσαλήμ.
Οι βασιλείς της γης και όλοι οι κάτοικοι της οικουμένης δεν επίστευσαν, ότι θα εισήρχετο ο εχθρός, ο δυνάστης, δια μέσου των πυλών της Ιερουσαλήμ.
13 Ἐξ ἁμαρτιῶν προφητῶν αὐτῆς, ἀδικιῶν ἱερέων αὐτῆς τῶν ἐκχεόντων αἷμα δίκαιον ἐν μέσῳ αὐτῆς.
Αυτό έγινεν από τας αμαρτίας των ψευδοπροφητών, από τας αδικίας των ιερέων της, οι οποίοι έχυναν αίμα δικαίων ανθρώπων μέσα εις αυτήν.
14 Ἐσαλεύθησαν ἐγρήγοροι αὐτῆς ἐν ταῖς ἐξόδοις, ἐμολύνθησαν ἐν αἵματι· ἐν τῷ μὴ δύνασθαι αὐτοὺς ἥψαντο ἐνδυμάτων αὐτῶν.
Συνεκλονίσθησαν, εκυριεύθησαν από τρόμον οι φρουροί της καθώς γυρίζουν στους δρόμους· εμολύνθησαν από αίματα. Δεν ημπορούσαν να εγγίσουν τα μολυσμένα από το αίμα ενδύματα των.
15 Ἀπόστητε ἐκαθάρτων ~καλέσατε αὐτούς~ ἀπόστητε, ἀπόστητε, μὴ ἅπτεσθε, ὅτι ἀνήφθησαν καί γε ἐσαλεύθησαν· εἴπατε ἐν τοῖς ἔθνεσιν· οὐ μὴ προσθῶσι τοῦ παροικεῖν.
Φωνάξατε προς αυτούς· φύγετε και φυλαχθήτε από τα ακάθαρτα. Απομακρυνθήτε, απομακρυνθήτε, μη εγγίζετε· φωτιά έχει αναφθή. Κατελήφθησαν από τρόμον. Είπατε και ας μάθουν τα έθνη· δεν θα ανθέξουν και δεν τους είναι πλέον δυνατόν να μείνουν μεταξύ των ξένων εθνών.
16 Πρόσωπον Κυρίου μερὶς αὐτῶν, οὐ προσθήσει ἐπιβλέπψαι αὐτοῖς· πρόσωπον ἱερέων οὐκ ἔλαβον, πρεσβύτας οὐκ ἠλέησαν.
Ο Κυριος ήτο άλλοτε η έλπις και η κληρονομία των. Αυτός όμως δεν πρόκειται πλέον να επιβλέψη με ευμένειαν εις αυτούς και να τους βοηθήση. Πρόσωπα των ιερέων δεν τα εσεβάσθησαν, τους γέροντας δεν τους ελυπήθησαν.
17 Ἔτι ὄντων ἡμῶν ἐξέλιπον οἱ ὀοφθαλμοὶ ἡμῶν εἰς τὴν βοήθειαν ἡμῶν μάταια· ἀποσκοπευόντων ἡμῶν ἀπεσκοπεύσαμεν εἰς ἔθνος οὐ σῷζον.
Ενῷ ακόμη είμεθα ελεύθεροι, έσβησαν τα μάτια μας από τα δάκρυα, καθ' ον χρόνον εζητούσαμεν, αλλά ματαίως, βοήθειαν. Εστρέφαμεν τα μάτια μας και παρετηρούσαμεν με προσοχήν προς έθνος, από το οποίον όμως καμμίαν βοήθειαν και σωτηρίαν δεν ελάβομεν.
18 Ἐθηρεύσαμεν μικροὺς ἡμῶν τοῦ μὴυ προεύεσθαι ἐν ταῖς πλατείαις ἡμῶν·
Ωσάν άγρυπνοι κυνηγοί παρηκολουθούσαμεν με προσοχήν τα μικρά μας παιδιά, να μη κυκλοφορούν εις τας πλατείας μας.
19 ἤγγικεν ὁ καιρὸς ἡμῶν, ἐκπληρώθησαν αἱ ἡμέραι ἡμῶν, πάρεστιν ὁ καιρὸς ἡμῶν. Κοῦφοι ἐγένοντο οἱ διώκοντες ἡμᾶς ὑπὲρ ἀετοὺς οὐρανοῦ, ἐπὶ τῶν ὀρέων ἐξέπτησαν, ἐν ἐρήμῳ ἐνύδρευσαν ἡμᾶς.
Διότι είχε φθάσει πλέον ο καιρός της τιμωρίας μας. Συνεπληρώθησαν αι ημέραι της μοοκροθυμίας του Θεού και της ζωής ημών. Εφθασεν ο καιρός της θείας οργής. Ταχύτατοι εγιναν οι εχθροί, οι οποίοι μας κατεδίωκαν. Εφευγαν ταχύτερον από τους αετούς του ουρανού. Επέταξαν επάνω εις τα όρη, μας έστησαν ενέδρας εις ερημικούς τόπους.
20 Πνεῦμα προσώπου ἡμῶν χριστὸς Κυρίου συνελήφθη ἐν ταῖς διαφθοραῖς αὐτῶν, οὗ εἴπαμεν· ἐν τῇ σκιᾷ αὐτοῦ ζησόμεθα ἐν τοῖς ἔθνεσι.
Η πνοή του προσώπου μας, ο άρχων χρισμένος από τον Κυριον, ο βασιλεύς μας, συνελήφθη εις τας καταστρεπτικάς εκείνων ενέδρας. Δια τον βασιλέα μας είχαμεν ελπίσει και είπαμε· κάτω από την σκέπην του θα ζήσωμεν ανάμεσα εις τα άλλα έθνη.
21 Χαῖρε καὶ εὐφραίνου, θύγατερ Ἰδουμαίας ἡ κατοικοῦσα ἐπὶ γῆς· καί γε ἐπὶ σὲ διελεὑύσεται τὸ ποτήριον Κυρίου καὶ μεθυσθήσῃ καὶ ἀποχεεῖς.
Ο λαός της Ιδουμαίας, που κατοικεί την χώραν αυτήν, ας χαίρη και ας ευφραίνεται δια την καταστροφήν μας ! Μαθε όμως, ότι το ποτήριον της οργής του Κυρίου θα, έλθη και εις σέ. Θα μεθύσης από την πικρίαν του και θα το εμέσης.
22 Ἐξέλιπεν ἡ ἀνομία σου, θύγατερ Σιών, οὐ προσθήσει τοῦ ἀποικίσαι σε. ἐπεσκέψατο ἀνομίας σου, θύγατερ Ἐδώμ· ἀπεκάλυψεν ἐπὶ τὰ ἀσεβήματά σου.
Θυγάτηρ Σιών, έλλειψε και εξηφανίσθη η παρανομία σου. Δεν θέλει ο Κυριος να τταροικής εξόριστος πλέον εις λαούς ξένους. Ο Κυριος επεσκέφθη και σέ, ω κόρη της Ιδουμαίας, αλλά δια να σε τιμωρήση. Εφερεν εις φως τας ασεβείας σου.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα