ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΕΓΩ ἀνὴρ ὁ βλέπων πτωχείαν ἐν ράβδῳ θυμοῦ αὐτοῦ ἐπ' ἐμέ·
Εγώ είμαι ενας άνθρωπος, ο οποίος εγνωριζα την αθλιότητα υπό τα κτυπήματα της οργής του Κυρίου.
2 παρέλαβέ με καὶ ἀπήγαγέ με εἰς σκότος καὶ οὐ φῶς,
Με παρέλαβε και με ωδήγησεν όχι στο φως, αλλά στο σκότος.
3 πλὴν ἐν ἐμοὶ ἐπέστρεψε χεῖρα αὐτοῦ ὅλην τὴν ἡμέραν.
Εναντίον μου έστρεψε την τιμωρόν δεξιάν του όλας τας ημέρας.
4 Ἐπαλαίωσε σάρκα μου καὶ δέρμα μου, ὀστέα μου συνέτριψεν·
Εμαύρισε με τα κτυπήματα και έφθειρε την σάρκα μου και το δέρμα μου. Συνέτριψε τα κόκκαλά μου.
5 ἀῳκοδόμησε κατ' ἐμοῦ καὶ ἐκύκλωσε κεφαλήν μου καὶ ἐμόχθησεν,
Κατεσκεύασε και έβαλεν επάνω μου βαρύν ζυγόν. Συνέσφιξε την κεφαλήν μου και την έκαμε να δοκιμάση πόνον και μόχθον.
6 ἐν σκοτεινοῖς ἐκάθισέ με ὡς νεκροὺς αἰῶνος.
Με εκάθισεν εις σκοτεινούς τόπους, όπως και όπου είναι οι απ' αρχαιοτάτων χρόνων νεκροί.
7 Ἀνῳκοδόμησε κατ' ἐμοῦ, καὶ οὐκ ἐξελεύσομαι, ἐβάρυνε χαλκόν μου·
Υψωσε ολόγυρά μου φραγμόν, από όπου δεν ημπορώ να εξέλθω. Βαρειές είναι αι χάλκινες χειροπέδες μου.
8 καί γε κεκράξομαι καὶ βοήσω, ἀπέφραξε προσευχήν μου·
Και όταν άκομα κράζω προς αυτόν και βοώ ζητών την βοήθειάν του, αυτός μου σταματά την προσευχήν· δεν την δέχεται.
9 ἀνῳκοδόμησεν ὁδούς μου, ἐνέφραξε τρίβους μου, ἐτάραξεν.
Εκλεισε με τείχος ολόγυρα τους δρόμους μου, Εφραξε τας διαβάσεις μου, με συνεκλόνισε με τας θλίψεις και τους πόνους.
10 Ἄρκος ἐνεδρεύουσα αὐτός μοι, λέων ἐν κρυφαίοις·
Εγινεν εις εμέ ο Κυριος ωσάν παραμονεύουσα άρκτος, άγρυπνος λέων εις κρύφους τόπους.
11 κατεδίωξεν ἀφεστηκότα καὶ κατέπαυσέ με, ἔθετό με ἠφανισμένην.
Με κατεδίωξε, καθώς έφευγα μακράν, και με συνέλαβε. Με εσταμάτησε, με εξηφάνισε κάτω από τα πλήγματα της θείας του δικαιοσύνης.
12 ἐνέτεινε τόξον αὐτοῦ καὶ ἐστήλωσέ με ὡς σκοπὸν εἰς βέλος.
Ετέντωσε το τόξον του, με έστησεν ως στόχον εις τα βέλη του.
13 Εἰσήγαγεν ἐν τοῖς νεφροῖς μου ἰοὺς φαρέτρας αὐτοῦ·
Εφύτευσεν εις τα νεφρά μου τα δηλητηριασμένα βέλη της φαρέτρας του.
14 ἐγενήθην γέλως παντὶ λαῷ μου, ψαλμὸς αὐτῶν ὅλην τὴν ἡμέραν·
Εγινα περίγελως εις όλον τον λαόν μου, ειρωνικόν τραγούδι των όλας τας ημέρας.
15 ἐχόρτασέ με πικρίας, ἐμέθυσέ με χολῆς.
Με εχόρτασεν από πικρίας, με επότισε και με εμέθυσεν από κατάπικρον χολήν.
16 Καὶ ἐξέβαλε ψήφῳ ὀδόντας μου, ἐψώμισέ με σποδόν·
Εσπασε με χαλίκια τα δόντια μου και μου τα έβγαλε. Μου έδωκεν αντί άρτου στάκτην.
17 καὶ ἀπώσατο ἐξ εἰρήνης ψυχήν μου,
Εδίωξε την ειρήνην από την ζωήν μου.
18 ἐπελαθόμην ἀγαθά, καὶ εἶπα· ἀπώλετο νῖκός μου καὶ ἡ ἐλπίς μου ἀπὸ Κυρίου.
Και εις αυτήν την θλιβεράν κατάστασιν ευρισκόμενος ελησμόνησα, ότι υπάρχουν αγαθά εις την γην και είπα· Εχάθη πλέον από εμέ οριστικώς η νίκη μου κατά των συμφορών και των εχθρών, και η έλπίς μου από τον Κυριον.
19 Ἐμνήσθην ἀπὸ πτωχείας μου καὶ ἐκδιωγμοῦ μου πικρίας καὶ χολῆς μου.
Βυθισμένος εις τας θλίψεις και στους διωγμούς μου σκέπτομαι και ξανασκέπτομαι τας πικρίας μου, τας συμφοράς μου, που είναι πικραί όπως η χολή.
20 μνησθήσεται καὶ καταδολεσχήσει ἐπ' ἐμὲ ἡ ψυχή μου·
Αυτά πάντοτε αναλογίζομαι, με αυτά ασχολείται συνεχώς η ψυχή μου.
21 ταύτην τάξω εἰς τὴν καρδίαν μου, διὰ τοῦτο ὑπομενῶ.
Αυτήν την θλίψιν ανακαλώ συνεχώς εις την καρδίαν μου· δια την απαλλαγήν μου από αυτήν δεικνύω υπομονήν και έχω ελπίδα.
22 Τὰ ἐλέη Κυρίου, ὅτι οὐκ ἐξέλιπέμε, ὅτι οὐσυνετελέσθησαν οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ· μῆνας εἰς τὰς πρωΐας ἐλέησον, Κύριε, ὅτι οὐ συνετελέσθημεν, ὅτι οὐ συνετελέσθησαν οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ.
Εις τα ελέη του Κυρίου ελπίζω, διότι αυτά δεν με εγκατέλειψαν. Δεν εξηντλήθησαν οι οικτιρμοί του. Καθε ημέραν όλους αυτούς τους μήνας κράζω· ελέησέ με, Κυριε, διότι ούτε ημείς εχάθημεν ούτε οι οικτιρμοί σου εξηντλήθησαν.
23 καινὰ εἰς τὰς πρωΐας, πολλὴ ἡ πίστις σου.
Καθ' έκαστην πρωΐαν νέα ελέη εξαποστέλλεις· μεγάλη είναι η αξιοπιστία σου, Κυριε.
24 μερίς μου Κύριος, εἶπεν ἡ ψυχή μου· διὰ τοῦτο ὑπομενῶ αὐτῷ.
Το μερίδιον της κληρονομίας μου είναι ο Κυριος, έτσι είπεν η ψυχή μου. Δα τούτο υπομένω και περιμένω από Αυτόν σωτηρίαν.
25 Ἀγαθὸς Κύριος τοῖς ὑπομένουσιν αὐτόν, ψυχὴ ἣ ζητήσει αὐτὸν ἀγαθὸν
Αγαθός και ευεργετικός είναι ο Κυριος εις εκείνους, οι οποίοι δεικνύουν υπομονήν, προς αυτόν. Ψυχή δέ, η οποία θα ζητήση με πίστιν κάτι το αγαθόν από αυτόν
26 καὶ ὑπομεννεῖ καὶ ἡσυχάσει εἰς τὸ σωτήριον Κυρίου.
και θα δείξη υπομονήν, θα εύρη ανάπαυσιν και ειρήνην εις την σωτηρίαν της εκ μέρους του Κυρίου.
27 ἀγαθὸν ἀνδρί, ὅταν ἄρῃ ζυγὸν ἐν νεότητι αὐτοῦ.
Είναι καλόν δια τον άνθρωπον, όταν σηκώνη με πίστιν και υπομονήν τον ζυγόν των θλίψεων από την νεότητα του.
28 Καθήσεται κατὰ μόνας καὶ σιωπήσεται, ὅτι ᾖρεν ἐφ' ἑαυτῷ·
Θα καθίση κατά μόνας, θα μείνη σιωπηλός, διότι σηκώνει με ανδρείαν τον ζυγόν της δοκιμασίας του.
30 δώσει τῷ παίοντι αὐτὸν σιαγόνα, χορτασθήσεται ὀνειδισμῶν.
Οταν ο Κυριος τον κτυπά θα στρέφη την παρειάν του προς αυτόν. Θα χόρταση από ονειδισμούς, θα υπομείνη αυτά,
31 ¨Οτι οὐκ εἰς τὸν αἰῶνα ἀπώσεται Κύριος.
και ας είναι βέβαιος ότι ο Κυριος δεν θα τον απωθήση δια παντός.
32 ὅτι ὁ ταπεινώσας οἰκτειρήσει κατὰ τὸ πλῆθος τοῦ ἐλέους αὐτοῦ·
Διότι ο Κυριος, ο οποίος τον εταπείνωσε, θα τον λυπηθή και θα τον ελεήση σύμφωνα με το απροσμέτρητον μέγα έλεός του.
33 ὅτι οὐκ ἀπεκρίθη ἀπὸ καρδίας αὐτοῦ καὶ ἐταπείνωσεν υἱοὺς ἀνδρός.
Διότι δεν είναι ότι ο Κυριος με ευχαρίστησιν ταπεινώνει και θλίβει τους υιούς των ανθρώπων.
34 Τοῦ ταπεινῶσαι ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτοῦ πάντας δεσμίους γῆς,
Δεν θέλει να ποδοπατούνται κάτω από τους πόδας του νικητού όλοι οι αιχμάλωτοι της χώρας,
35 τοῦ ἐκκλῖναι κρίσιν ἀνδρὸς κατέναντι προσώπου Ὑψίστου,
να διαστρέφεται και να καταπατήται το δίκαιον ενός ανθρώπου ενώπιον του Υψίστου Θεού.
36 καταδικάσαι ἄνθρωπον ἐν τῷ κρίνεσθαι αὐτὸν Κύριος οὐκ εἶπε.
Ποτέ δεν έδωσεν εντολήν ο Κυριος να καταδικάζεται ενας αθώος άνθρωπος εις κάποιαν δίκην.
37 Τίς οὕτως εἶπε, καὶ ἐγενήθη; Κύριος οὐκ ἐνετείλατο.
Ποιός έδωσε τέτοιαν διαταγήν και εγιναν αυτά; Ο Κυριος δεν έδωσε τέτοιας εντολάς.
38 ἐκ στόματος Ὑψίστου οὐκ ἐξελεύσεται τὰ κακὰ καὶ τὸ ἀγαθόν;
Από το στόμα του Κυρίου δεν θα εξέλθη η εντολή δια το καλόν και η παραχώρησις δια το κακόν;
39 τί γογγύσει ἄνθρωπος ζῶν, ἀνὴρ περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ;
Διατί, λοιπόν, παραπονείται κάθε άνθρωπος, επειδή τιμωρείται εξ αιτίας των αμαρτιών του;
40 Ἐξηρευνήθη ἡ ὁδὸς ἡμῶν καὶ ἠτάσθη, κὶ ἐπιστρέψομεν ἕως Κυρίου·
Ας ανερευνήσωμεν επιμελώς τον δρόμον της ζωής μας, ας τον εξετάσωμεν με προσοχήν, και ας επιστρέψωμεν εν μετανοία πάλιν προς τον Κυριον.
41 ἀναλάβωμεν καρδίας ἡμῶν ἐπὶ χειρῶν πρὸς ὑψηλὸν ἐν οὐρανῷ·
Ας πιάσωμεν με τα δυο μας τα χέρια τας καρδίας μας, ας τας ανυψώσωμεν προς τον ουρανόν.
42 ἡμαρτήσαμεν, ἠσεβήσαμεν, καὶ οὐχ ἱλάσθης.
Ας ομολογήσωμεν ότι ημαρτήσαμεν, διεπράξαμεν ασεβείας· και δια τούτο ο Θεός εν τη δικαιοσύνη του δεν εφάνη ίλεως προς ημάς.
43 Ἐπεσκέπασας ἐν θυμῷ καὶ ἀπεδίωξας ἡμᾶς· ἀπέκτεινας, οὐκ ἐφείσω.
Επάνω στον δίκαιον θυμόν σου εσκέπασες το πρόσωπόν σου, δια να μη μας ίδης· και μας εξεδίωξες, μας εθανάτωσες και δεν μας ελυπήθης.
44 Ἐπεσκέπασας νεφέλην σεαυτῷ ἕνεκεν προσευχῆς,
Εσκέπασες το πρόσωπόν σου με νεφέλην, ώστε να μη φανή ενώπιόν σου η προσευχή μας.
45 καμμύσαι με καὶ ἀπωσθῆναι ἔθηκας ἡμᾶς ἐν μέσῳ τῶν λαῶν.
Εκλεισες τα μάτιά σου από εμέ, με απώθησες, μας διεσκόρπισες εν μέσω ξένων λαών.
46 Διήνοιξαν ἐφ' ἡμᾶς τὸ στόμα αὐτῶν πάντες οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν·
Ετσι δε όλοι οι εχθροί μας ήνοιξαν διάπλατα το στόμα των, δια να μας καταπίουν.
47 φόβος καὶ θυμὸς ἐγενήθη ἡμῖν, ἔπαρσις καὶ συντριβή.
Φοτος μας εκυρίευσεν εξ αιτίας του δικαίου θυμού σου. Μας εσήκωσες υψηλά και μας συνέτριψες κάτω.
48 ἀφέσεις ὑδάτων κατάξει ὁ ὀφθαλμός μου ἐπὶ τὸ σύντριμμα τῆς θυγατρὸς τοῦ λαοῦ μου.
Χειμάρρους υδάτων θα αναβλύσουν οι οφθαλμοί μας δια την συντριβήν της θυγατρός του λαού μου, της Ιερουσαλήμ.
49 Ὁ ὀφθαλμός μου κατεπόθη, καὶ οὐ σιγήσομαι τοῦ μὴ εἶναι ἔκνηψιν,
Επνίγησαν εις τα δάκρυα οι οφθαλμοί μου. Δεν θα παύσω να θρηνώ και να κλαίω, διότι δεν υπάρχει εις εμέ τρόπος ανανήψεως και σωτηρίας.
50 ἕως οὗ διακύψῃ καὶ ἴδῃ Κύριος ἐξ οὐρανοῦ·
Θα πενθώ και θα κλαίω, μέχρις ότου ο Κυριος σκύψη από τον ουρανόν και ίδη την θλίψιν μου.
51 ὁ ὀφθαλμός μου ἐπιφυλλιεῖ ἐπὶ τὴν ψυχήν μου παρὰ πάσας θυγατέρας πόλεως.
Τα δάκρυα των οφθαλμών μου καταπονούν την ψυχήν μου. Κλαίω δι' όλας τας θυγατέρας της πόλεως.
52 Θηρεύοντες ἐθήρευσάν με ὡς στρουθίον πάντες οἱ ἐχθροί μου δωρεάν,
Ολοι οι εχθροί μου εντελώς αδίκως με εκυνήγησαν με επιμονήν, ωσάν στρουθίον.
53 ἐθανάτωσαν ἐν λάκκῳ ζωήν μου καὶ ἐπέθηκαν λίθον ἐπ' ἐμοί.
Με έρριψαν στον τάφον ως νεκρόν· έβαλαν στο στόμιον του λάκκου βαρύν λίθον.
54 ὑπερεχύθη ὕδωρ ἐπὶ τὴν κεφαλήν μου· εἶπα· ἀπῶσμαι.
Επλημμύρισε το νερό, εσκέπασε την κεφαλήν μου. Είπα· έχω πλέον χάσει κάθε ελπίδα σωτηρίας.
55 Ἐπεκαλεσάμην τὸ ὄνομά σου, Κύριε, ἐκ λάκκου κατωτάτου·
Προσηυχήθην και επεκαλεσθην το όνομά σου, Κυριε, από τον βαθύτατον αυτόν λάκκον.
56 φωνήν μου ἤκουσας· μὴ κρύψῃς τὰ ὦτά σου εἰς τὴν δέησίν μου.
Συ δε ήκουσες την φωνήν της προσευχής, μου. Δεν έκλεισες τα αυτιά σου εις την δέησίν μου.
57 εἰς τὴν βοήθειάν μου ἤγγισας ἐν ἡμέρᾳ, ᾗ ἐπεκαλεσάμην σε· εἶπάς μοι· μὴ φοβοῦ.
Με επλησίασες και με εβοήθησες κατά την ημέραν εκείνην, που εγώ σε επεκαλέσθην δια της προσευχής. Μου είπες· μη φοβείσαι.
58 Ἐδίκασας, Κύριε, τὰς δίκας τῆς ψυχῆς μου, ἐλυτρώσω τὴν ζωήν μου·
Συ Κυριε, έγινες ο δίκαιος δικαστής εις τας υποθέσεις της ζωής μου. Εσωσες και διεφύλαξες την ζωήν μου.
59 εἶδες, Κύριε, τὰς ταραχάς μου, ἔκρινας τὴν κρίσιν μου·
Είδες, Κυριε, την αναστάτωσιν και τους συγκλονισμούς, που μου επέφεραν οι εχθροί μου, ανέλαβες πλέον συ να εκδικάσης την δίκην μου, να μου αποδώσης το δίκαιον.
60 εἶδες πᾶσαν τὴν ἐκδίκησιν αὐτῶν εἰς πάντας διαλογισμοὺς αὐτῶν ἐν ἐμοί.
Και στους διαλογισμούς των ακόμη, που είχαν εναντίον μου, είδες συ, Κυριε, όλην την εκδικητικήν των μανίαν.
61 Ἤκουσας τὸν ὀνειδισμὸν αὐτῶν, πάντας τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν κατ' ἐμοῦ,
Ηκουσες τους εμπαιγμούς και τους εξευτελισμούς των και τους κρυφούς λογιομούς των, που έτρεφαν εναντίον μου.
62 χείλη ἐπανισταμένων μοι καὶ μελέτας αὐτῶν κατ' ἐμοῦ ὅλην τὴν ἡμέραν,
Ηκουσες τα απειλητικά λόγια των εχθρών μου και όσα αυτοί εμελετούσαν και εσχεδίαζαν εναντίον μου όλας τας ημέρας.
63 καθέδραν αὐτῶν καὶ ἀνάστασιν αὐτῶν· ἐπίβλεψον ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν.
Σ υ γνωρίζεις πότε αναπαύονται και πότε σηκώνονται. Ιδέ την κακότητα, που εκφράζουν οι οφθαλμοί των.
64 Ἀποδώσεις αὐτοῖς ἀνταπόδομα, Κύριε, κατὰ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτῶν.
Συ, Κυριε, θα ανταποδώσης εις αυτούς την δικαίον τιμωρίαν, ανάλογα με τα έργα των χειρών των.
65 ἀποδώσεις αὐτοῖς ὑπερασπισμὸν καρδίας, μόχθον σου αὐτοῖας,
θα αποδώσης εις αυτούς κατά την πώρωσιν της καρδίας των· το βάρος της τιμωρίας σου θα επιπέση εις αυτούς.
66 καταδιώξεις ἐν ὀργῇ καὶ ἐξαναλώσεις αὐτοὺς ὑποκάτωθεν τοῦ οὐρανοῦ, Κύριε.
Θα τους καταδιώξης εν τη δικαία σου οργή. Θα τους εξολοθρεύσης και θα τους εξαφανίσης από το πρόσωπον του ουρανού, Κυριε.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα