ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ γυνὴ μία ἀπὸ τῶν υἱῶν τῶν προφητῶν ἐβόα πρὸς τὸν Ἑλισαιὲ λέγουσα· ὁ δοῦλός σου ἀνήρ μου ἀπέθανε, καὶ σὺ ἔγνως ὅτι δοῦλός σου ἦν φοβούμενος τὸν Κύριον· καὶ ὁ δανειστὴς ἦλθε λαβεῖν τοὺς δύο υἱούς μου ἑαυτῷ εἰς δούλους.
Η σύζυγος ενός από τους προφήτας εκραύγασε προς τον Ελισαίον λέγουσα· “ο σύζυγός μου, ο δούλός σου, απέθανε. Συ δε γνωρίζεις, ότι αυτός εσέβετο τον Θεόν. Μετά τον θάνατόν του, ήλθεν ο δανειστής μας, στον οποίον δεν εξωφλήσαμεν το χρέος μας, να πάρη ως δούλους του τα δύο παιδιά μου”.
2 καὶ εἶπεν Ἑλισαιέ· τί ποιήσω σοι; ἀνάγγειλόν μοι τί ἔστι σοι ἐν τῷ οἴκῳ. ἡ δὲ εἶπεν· οὐκ ἔστι τῇ δούλῃ σου οὐδὲν ἐν τῷ οἴκῳ, ὅτι ἀλλ᾿ ἢ ὃ ἀλείψομαι ἔλαιον.
Ο Ελισαίος είπε προς αυτήν· τη ημπορώ να κάμω δια σε; Πές μου, τι υπάρχει μέσα στο σπίτι σου;” Εκείνη απήντησεν· “στο σπίτι εμού της δούλης σου δεν υπάρχει τίποτε, ειμή μόνον ελάχιστον λάδι, όσον αρκεί δια να αλείψωμεν το ψωμί μας”.
3 καὶ εἶπε πρὸς αὐτήν· δεῦρο αἴτησαι σεαυτῇ σκεύη ἔξωθεν παρὰ πάντων τῶν γειτόνων σκεύη κενά, μὴ ὀλιγώσῃς.
Ο Ελισαίος είπε προς αυτήν· “πήγαινε εις την γειτονιά και ζήτησε από όλους τους γείτονάς σου δοχεία αδειανά. Μη διστάσης να ζητήσης πολλά.
4 καὶ εἰσελεύσῃ καὶ ἀποκλείσεις τὴν θύραν κατὰ σοῦ καὶ κατὰ τῶν υἱῶν σου καὶ ἀποχεεῖς εἰς τὰ σκεύη ταῦτα καὶ τὸ πληρωθὲν ἀρεῖς.
Κατόπιν θα εισέλθης στο σπίτι σου, θα κλείσης την θύραν μέσα δε στο σπίτι σου θα είσαι συ και τα παιδιά σου. Από το λάδι, που έχεις, θα χύσης λίγο εις τα δοχεία αυτά. Τα δοχεία θα γεμίσουν λάδι, το οποίον θα θέσης κατά μέρος”.
5 καὶ ἀπῆλθε παρ᾿ αὐτοῦ, καὶ ἀπέκλεισε τὴν θύραν καθ᾿ ἑαυτῆς καὶ κατὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς· αὐτοὶ προσήγγιζον πρὸς αὐτήν, καὶ αὐτὴ ἐπέχεεν ἕως ἐπλήσθησαν τὰ σκεύη.
Εφυγεν η γυναίκα, εισήλθεν στο σπίτι της, έκλεισε την θύραν και μέσα εις αυτό έμεινεν αυτή και τα παιδιά της. Τα παιδιά της έφεραν προς αυτήν το ένα μετά το άλλο τα κενά δοχεία και αυτή έχυνε λάδι, έως ότου εγέμισαν.
6 καὶ εἶπε πρὸς τοὺς υἱοὺς αὐτῆς· ἐγγίσατε ἔτι πρός με τὸ σκεῦος· καὶ εἶπον αὐτῇ· οὐκ ἔστιν ἔτι σκεῦος· καὶ ἔστη τὸ ἔλαιον.
Είπε δε προς τα παιδιά της· “φέρετε προς εμέ ένα ακόμη κενόν δοχείον». Εκείνα της απήντησαν· “δεν υπάρχει άλλο δοχείον κενόν”. Και τότε εσταμάτησεν η ροή του ελαίου.
7 καὶ ἦλθε καὶ ἀπήγγειλε τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶπεν Ἑλισαιέ· δεῦρο καὶ ἀπόδου τὸ ἔλαιον καὶ ἀποτίσεις τοὺς τόκους σου, καὶ σὺ καὶ οἱ υἱοί σου ζήσεσθε ἐν τῷ ἐπιλοίπῳ ἐλαίῳ.
Η γυνή ήλθε και ανήγγειλεν στον Ελισαίον, τον άνθρωπον του Θεού. Ο Ελισαίος της είπε· “πήγαινε, πώλησε το λάδι και με τα χρήματα, που θα εισπράξης, να πληρώσης το χρέος σου. Με το υπόλοιπον δε λάδι, που θα μείνη, θα τραφήτε εσύ και τα παιδιά σου.
8 καὶ ἐγένετο ἡμέρα καὶ διέβη Ἑλισαιὲ εἰς Σωμάν, καὶ ἐκεῖ γυνὴ μεγάλη καὶ ἐκράτησεν αὐτὸν φαγεῖν ἄρτον. καὶ ἐγένετο ἀφ᾿ ἱκανοῦ τοῦ εἰσπορεύεσθαι αὐτὸν ἐξέκλινε τοῦ ἐκεῖ φαγεῖν.
Καποιαν άλλην ημέραν ο Ελισαίος διέβαινεν από την πόλιν Σωμάν. Εκεί υπήρχε μία πλούσια γυναίκα, η οποία τον παρεκάλεσε με επιμονήν να καθήση να φάγη άρτον. Εκτοτε κάθε φοράν, που ο Ελισαίος εισήρχετο εις την πόλιν, μετέβαινε στον οίκον της δια να φάγη.
9 καὶ εἶπεν ἡ γυνὴ πρὸς τὸν ἄνδρα αὐτῆς· ἰδοὺ δὴ ἔγνων ὅτι ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ἅγιος οὗτος διαπορεύεται ἐφ᾿ ἡμᾶς διὰ παντός.
Η γυνή αυτή είπεν στον σύζυγόν της· “ιδού, γνωρίζω καλά, ότι ο άνθρωπος αυτός του Θεού είναι άγιος και πάντοτε διέρχεται από το σπίτι μας.
10 ποιήσωμεν δὴ αὐτῷ ὑπερῷον τόπον μικρὸν καὶ θῶμεν αὐτῷ ἐκεῖ κλίνην καὶ τράπεζαν καὶ δίφρον καὶ λυχνίαν. καὶ ἔσται ἐν τῷ εἰσπορεύεσθαι πρὸς ἡμᾶς καὶ ἐκκλινεῖ ἐκεῖ.
Ας κτίσωμεν λοιπόν δι' αυτόν ένα μικρόν δωμάτιον στο υπερώον. Ας θέσωμεν εκεί μίαν κλίνην, μίαν τράπεζαν και ένα κάθισμα και μίαν λυχνίαν. Ετσι δε κάθε φοράν, που αυτός θα έρχεται προς ημάς, θα μένη στο δωμάτιον εκείνο”.
11 καὶ ἐγένετο ἡμέρα καὶ εἰσῆλθεν ἐκεῖ καὶ ἐξέκλινεν εἰς τὸ ὑπερῷον καὶ ἐκοιμήθη ἐκεῖ.
Καποιαν κατόπιν ημέραν ο Ελισαίος εισήλθεν εις την πόλιν και επήγεν εις τα υπερώον εκείνο, όπου και εκοιμήθη.
12 καὶ εἶπε πρὸς Γιεζὶ τὸ παιδάριον αὐτοῦ· κάλεσόν μοι τὴν Σωμανῖτιν ταύτην· καὶ ἐκάλεσεν αὐτήν, καὶ ἔστη ἐνώπιον αὐτοῦ.
Είπε δε προς τον Γιεζί, τον υπηρετήν του· “κάλεσε αυτήν την Σωμανίτιν γυναίκα να έλθη προς εμέ”. Ο υπηρέτης του Ελισαίου την εκάλεσε και εκείνη παρουσιάσθη ενώπιον αυτού.
13 καὶ εἶπεν αὐτῷ· εἰπὸν δὴ πρὸς αὐτήν· ἰδοὺ ἐξέστησας ἡμῖν πᾶσαν τὴν ἔκστασιν ταύτην· τί δεῖ ποιῆσαί σοι; εἰ ἔστι λόγος σοι πρὸς τὸν βασιλέα ἢ πρὸς τὸν ἄρχοντα τῆς δυνάμεως; ἡ δὲ εἶπεν· ἐν μέσῳ τοῦ λαοῦ ἐγώ εἰμι οἰκῶ.
Ο Ελισαίος ειπέ προς τον Γιεζί· “πες προς την γυναίκα αυτήν, ότι μας κατέπληξε και μας καθυπεχρέωσε με την φιλοξενίαν της. Τι πρέπει, λοιπόν, να κάμωμεν εις σέ; Μηπως υπάρχει κάποιο ζήτημά σου εκκρεμές, δια να ομιλήσωμεν προς τον βασιλέα η προς τον αρχηγόν του στρατού;» Εκείνη απήντησεν· “εγώ κατοικώ εν μέσω των ανθρώπων μου και δεν έχω καμμίαν τέτοιαν ανάγκην”.
14 καὶ εἶπε πρὸς Γιεζί· τί δεῖ ποιῆσαι αὐτῇ; καὶ εἶπε Γιεζὶ τὸ παιδάριον αὐτοῦ· καὶ μάλα υἱὸς οὐκ ἔστιν αὐτῇ, καὶ ὁ ἀνὴρ αὐτῆς πρεσβύτης.
Ο ' Ελισαίος είπε προς τον Γιεζί· “τι λοιπόν πρέπει να κάνωμεν δι' αυτήν;” Ο Γιεζί ο υπηρέτης του Ελισαίου είπε· “γεγονός είναι ότι αυτή η γυνή δεν έχει παιδί και ο σύζυγός της είναι γέρων”.
15 καὶ ἐκάλεσεν αὐτήν, καὶ ἔστη παρὰ τὴν θύραν.
Ο Ελισαίος την εκάλεσε και εκείνη εστάθη ορθία κοντά εις την θύραν.
16 καὶ εἶπεν Ἑλισαιὲ πρὸς αὐτήν· εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον, ὡς ἡ ὥρα, ζῶσα σὺ περιειληφυῖα υἱόν. ἡ δὲ εἶπε· μὴ Κύριε, μὴ διαψεύσῃ τὴν δούλην σου.
Είπε τότε προς αυτήν ο Ελισαίος· “κατά το επόμενον έτος, την εποχήν αυτήν, συ θα ζης βέβαια, αλλά και θα κρατής παιδί εις την αγκαλιά σου”. Εκείνη όμως απήντησε· “σε παρακαλώ, κύριε, μη διαψεύσης αυτήν την υπόσχεσιν, που έδωσες προς εμέ, την δούλην σου”.
17 καὶ ἐν γαστρὶ ἔλαβεν ἡ γυνὴ καὶ ἔτεκεν υἱὸν εἰς τὸν καιρὸν τοῦτον, ὡς ἡ ὥρα, ζῶσα, ὡς ἐλάλησε πρὸς αὐτὴν Ἑλισαιέ.
Πράγματι η γυναίκα αυτή συνέλαβε και εγέννησε παιδί κατά το επόμενον έτος και κατά την εποχήν εκείνην, ευρίσκετο αυτή, φυσικά, εν τη ζωή, όπως είχε προαναγγείλει εις αυτήν ο Ελισαίος.
18 καὶ ἡδρύνθη τὸ παιδάριον· καὶ ἐγένετο ἡνίκα ἐξῆλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ πρὸς τοὺς θερίζοντας,
Το παιδί εμεγάλωσε και κάποτε εβγήκεν στον αγρόν, όπου ευρίσκετο ο πατέρας του και οι θερισταί.
19 καὶ εἶπε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ· τὴν κεφαλήν μου, τὴν κεφαλήν μου· καὶ εἶπε τῷ παιδαρίῳ· ἆρον αὐτὸν πρὸς τὴν μητέρα αὐτοῦ.
Αίφνης είπε προς τον πατέρα του· “το κεφάλι μου, το κεφάλι μου” ! Ο δε πατέρας είπεν στον υπηρέτην· “πάρε το παιδί και φέρε το προς την μητέρα του”.
20 καὶ ᾖρεν αὐτὸν πρὸς τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ ἐκοιμήθη ἐπὶ τῶν γονάτων αὐτῆς ἕως μεσημβρίας καὶ ἀπέθανε.
Ο υπηρέτης επήρε το παιδί και το έφερεν εις την μητέρα του. Αυτό εκοιμήθη εις τα γόνατα της μητρός του έως το μεσημέρι, οπότε απέθανε.
21 καὶ ἀνήνεγκεν αὐτὸν καὶ ἐκοίμισεν αὐτὸν ἐπὶ τὴν κλίνην τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπέκλεισε κατ᾿ αὐτοῦ καὶ ἐξῆλθε.
Η μητέρα του το ανέβασεν στο υπερώον και το εκοίμισεν στο κρεββάτι του προφήτου Ελισαίου. Εκλεισε δε πίσω από αυτό την πόρτα και εξήλθεν.
22 καὶ ἐκάλεσε τὸν ἄνδρα αὐτῆς καὶ εἶπεν· ἀπόστειλον δή μοι ἓν τῶν παιδαρίων καὶ μίαν τῶν ὄνων, καὶ δραμοῦμαι ἕως τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ καὶ ἐπιστρέψω.
Η γυναίκα έστειλε και παρεκάλεσε τον άνδρα της λέγουσα· “στείλε μου σε παρακαλώ ένα από τους δούλους σου και μίαν από τας όνους, διότι εγώ θα σπεύσω έως εκεί, που είναι ο άνθρωπος του Θεού, ο Ελισαίος και θα επιστρέψω”.
23 καὶ εἶπε· τί ὅτι σὺ πορεύῃ πρὸς αὐτὸν σήμερον; οὐ νεομηνία οὐδὲ σάββατον. ἡ δὲ εἶπεν· εἰρήνη.
Εκείνος την ηρώτησε· “διατί συ σήμερον πηγαίνεις προς αυτόν; Δεν είναι ούτε πρώτη του μηνός ούτε εορτή του Σαββάτου”. Εκείνη του είπε· “μη ανησυχής, ειρήνευε”.
24 καὶ ἐπέσαξε τὴν ὄνον καὶ εἶπε πρὸς τὸ παιδάριον αὐτῆς· ἄγε πορεύου, μὴ ἐπίσχῃς μοι τοῦ ἐπιβῆναι, ὅτι ἐὰν εἴπω σοι· δεῦρο καὶ πορεύσῃ καὶ ἐλεύσῃ πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ εἰς ὄρος τὸ Καρμήλιον.
Εσαμάρωσεν η ίδια την όνον και είπε προς τον δούλον της· “εμπρός, πήγαινε, και μη σταματήσης την πορείαν, έως ότου εγώ σου πω. Εμπρός προχώρει. Θα μεταβώμεν προς τον άνθρωπον του Θεού, τον Ελισαίον, στο Καρμήλιον όρος”.
25 καὶ ἐπορεύθη καὶ ἦλθεν ἕως τοῦ ἀνθρώπου τοῦ Θεοῦ εἰς τὸ ὄρος. καὶ ἐγένετο ὡς εἶδεν Ἑλισαιὲ ἐρχομένην αὐτήν, καὶ εἶπε πρὸς Γιεζὶ τὸ παιδάριον αὐτοῦ· ἰδοὺ δὴ ἡ Σωμανῖτις ἐκείνη·
Επορεύθη η γυναίκα αυτή με τον υπηρέτην της έως το Καρμήλιον όρος, όπου ευρίσκετο ο άνθρωπος του Θεού. Οταν ο Ελισαίος την είδε να έρχεται είπε προς τον υπηρέτην του τον Γεζί· “ιδού, λοιπόν, η Σωμανίτις εκείνη γυνή.
26 νῦν δράμε εἰς ἀπαντὴν αὐτῆς καὶ ἐρεῖς· εἰ εἰρήνη σοι; εἰ εἰρήνη τῷ ἀνδρί σου; εἰ εἰρήνη τῷ παιδαρίῳ; ἡ δὲ εἶπεν· εἰρήνη.
Τρέξε τώρα εις προαπάντησίν της και θα της πης· Είσαι συ καλά; Είναι υγιής ο άνδρας σου; Είναι καλά το παιδί σου;” Εκείνη απήντησεν· “όλοι είμεθα καλά”.
27 καὶ ἦλθε πρὸς Ἑλισαιὲ εἰς τὸ ὄρος καὶ ἐπελάβετο τῶν ποδῶν αὐτοῦ. καὶ ἤγγισε Γιεζὶ ἀπώσασθαι αὐτήν, καὶ εἶπεν Ἑλισαιέ· ἄφες αὐτήν, ὅτι ἡ ψυχὴ αὐτῆς κατώδυνος αὐτῇ, καὶ Κύριος ἀπέκρυψεν ἀπ᾿ ἐμοῦ καὶ οὐκ ἀνήγγειλέ μοι.
Ηλθε προς τον Ελισαίον στο όρος, έπεσεν στο έδαφος και έπιασε τα πόδια του προφήτου. Ο Γιεζί επλησίασε, δια να την απωθήση. Ο Ελισαίος όμως είπε προς αυτόν· “άφησέ την, διότι η καρδιά της είναι καταπικραμμένη και θλιμμένη, ο δε Κυριος απέκρυψεν από εμέ και δεν μου είπε την αιτίαν του πόνου της”.
28 ἡ δὲ εἶπε· μὴ ᾐτησάμην υἱὸν παρὰ τοῦ Κυρίου μου; ὅτι οὐκ εἶπα· οὐ πλανήσεις μετ᾿ ἐμοῦ;
Εκείνη του είπε· “μήπως εγώ εζήτησα από τον κύριόν μου παιδί; Δεν είπα προς σε ότι δεν πρέπει να διαψεύσης την ελπίδα, που μου έδωσες;”
29 καὶ εἶπεν Ἑλισαιὲ τῷ Γιεζί· ζῶσαι τὴν ὀσφύν σου καὶ λαβὲ τὴν βακτηρίαν μου ἐν τῇ χειρί σου καὶ δεῦρο· ὅτι ἐὰν εὕρῃς ἄνδρα, οὐκ εὐλογήσεις αὐτόν, καὶ ἐὰν εὐλογήσῃ σε ἀνήρ, οὐκ ἀποκριθήσῃ αὐτῷ· καὶ ἐπιθήσεις τὴν βακτηρίαν μου ἐπὶ πρόσωπον τοῦ παιδαρίου.
Είπε τότε ο Ελισαίος προς τον Γιεζί· “ζώσε την μέσην σου με την ζώνην, πάρε την βακτηρίαν του στο χέρι σου και πήγαινε στο σπίτι της γυναικός αυτής. Εάν δέ, τυχόν, και συναντήσης άνθρωπον στον δρόμον, δεν θα τον χαιρετήσης και αν εκείνος σε χαιρετήση, δεν θα του αποκριθής. Ταχέως θα φθάσης στο σπίτι και θα θέσης την βακτηρίαν μου στο πρόσωπον του παιδιού”.
30 καὶ εἶπεν ἡ μήτηρ τοῦ παιδαρίου· ζῇ Κύριος καὶ ζῇ ἡ ψυχή σου, εἰ ἐγκαταλείψω σε· καὶ ἀνέστη Ἑλισαιὲ καὶ ἐπορεύθη ὀπίσω αὐτῆς.
Η μητέρα του παιδιού είπε προς τον Ελισαίον· “ορκίζομαι στον ζώντα Θεόν και εις την ιδικήν σου ζωήν, ότι δεν θα σε εγκαταλείψω”. Εσηκώθη ο Ελισαίος και ηκολούθησεν αυτήν έως στο σπίτι.
31 καὶ Γιεζὶ διῆλθεν ἔμπροσθεν αὐτῆς καὶ ἐπέθηκε τὴν βακτηρίαν ἐπὶ πρόσωπον τοῦ παιδαρίου, καὶ οὐκ ἦν φωνὴ καὶ οὐκ ἦν ἀκρόασις· καὶ ἐπέστρεψεν εἰς ἀπαντὴν αὐτοῦ καὶ ἀπήγγειλεν αὐτῷ λέγων· οὐκ ἠγέρθη τὸ παιδάριον.
Ο Γιεζί όμως εβάδισεν ενωρίτερον από αυτούς και έθεσε την βακτηρίαν στο πρόσωπον του παιδιού. Αλλά καμμία φωνή και καμμία ακρόασις δεν υπήρξεν εκ μέρους του παιδιού. Επέστρεψεν ο Γιεζί εις απάντησιν του Ελισαίου και ανήγγειλεν εις αυτόν, ότι το παιδί δεν εσηκώθη από την κλίνην.
32 καὶ εἰσῆλθεν Ἑλισαιὲ εἰς τὸν οἶκον καὶ ἰδοὺ τὸ παιδάριον τεθνηκὸς κεκοιμισμένον ἐπὶ τὴν κλίνην αὐτοῦ.
Ο Ελισαίος εισήλθεν στο σπίτι και ιδού βλέπει το παιδί νεκρόν εξηπλωμένον επάνω στο κρεββάτι του.
33 καὶ εἰσῆλθεν Ἑλισαιὲ εἰς τὸν οἶκον καὶ ἀπέκλεισε τὴν θύραν κατὰ τῶν δύο ἑαυτῶν καὶ προσηύξατο πρὸς Κύριον·
Εισήλθεν στο δωμάτιον του υπερώου, έκλεισε την θύραν του δωματίου, έμεινεν αυτός με το νεκρό παιδί και προσηυχήθη προς τον Κυριον.
34 καὶ ἀνέβη καὶ ἐκοιμήθη ἐπὶ τὸ παιδάριον καὶ ἔθηκε τὸ στόμα αὐτοῦ ἐπὶ τὸ στόμα αὐτοῦ καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ καὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ ἐπὶ τὰς χεῖρας αὐτοῦ καὶ διέκαμψεν ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ διεθερμάνθη ἡ σάρξ τοῦ παιδαρίου.
Ανέβηκε κατόπιν εις την κλίνην, εξηπλώθη επάνω στο παιδίον, έθεσε το στόμα του στο στόμα του παιδιού και τα μάτια του εις τα μάτια εκείνου και τα χέρια του εις τα χέρια εκείνου, εξηπλώθη επάνω εις αυτό και έτσι το σώμα του παιδιού εθερμάνθη.
35 καὶ ἐπέστρεψε καὶ ἐπορεύθη ἐν τῇ οἰκίᾳ ἔνθεν καὶ ἔνθεν καὶ ἀνέβη καὶ συνέκαμψεν ἐπὶ τὸ παιδάριον ἕως ἑπτάκις, καὶ ἤνοιξε τὸ παιδάριον τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ.
Ο Ελισαίος απεσύρθη, επήγεν από εδώ και από εκεί μέσα στο σπίτι, ανέβηκε πάλιν εις την κλίνην και εξηπλώθη επάνω στο παιδί, όπως και προηγουμένως. Αυτό επανεληφθη επτά φορές. Το δε παιδί ήνοιξε τότε τα μάτια του.
36 καὶ ἐξεβόησε Ἑλισαιὲ πρὸς Γιεζὶ καὶ εἶπε· κάλεσον τὴν Σωμανῖτιν ταύτην· καὶ ἐκάλεσε, καὶ εἰσῆλθε πρὸς αὐτόν. καὶ εἶπεν Ἑλισαιέ· λάβε τὸν υἱόν σου.
Ο Ελισαίος εφώναξε τον Γιεζί και είπε· “κάλεσε την Σωμανίτιν αυτήν”. Την εκάλεσε και εκείνη εισήλθεν στο υπερώον, όπου ήτο αυτός. Ο Ελισαίος της είπε· “πάρε το παιδί σου”.
37 καὶ εἰσῆλθεν ἡ γυνὴ καὶ ἔπεσεν ἐπὶ τοὺς πόδας αὐτοῦ καὶ προσεκύνησεν ἐπὶ τὴν γῆν καὶ ἔλαβε τὸν υἱὸν αὐτῆς καὶ ἐξῆλθε.
Η γυναίκα επλησίασεν, έπεσεν στους πόδας του Ελισαίου και προσεκύνησε μέχρις εδάφους και κατόπιν επήρε ζωντανό το παιδί της και εβγήκεν από το δωμάτιον.
38 καὶ Ἑλισαιὲ ἐπέστρεψεν εἰς Γάλγαλα, καὶ ὁ λιμὸς ἐν τῇ γῇ, καὶ υἱοὶ τῶν προφητῶν ἐκάθηντο ἐνώπιον αὐτοῦ. καὶ εἶπεν Ἑλισαιὲ τῷ παιδαρίῳ αὐτοῦ· ἐπίστησεν τὸν λέβητα τὸν μέγαν καὶ ἕψε ἕψεμα τοῖς υἱοῖς τῶν προφητῶν.
Επειτα από το γεγονός αυτό ο Ελισαίος επέστρεψεν εις τα Γαλγαλα. Τοτε είχε πέσει μεγάλος λιμός εις εκείνην την χώραν, οι δε προφήται εκάθηντο νηστικοί πλησίον του Ελισαίου. Ο Ελισαίος είπε τότε στον υπηρέτην του τον Γιεζί· “βάλε τον μεγάλον λέβητα και βράσε φαγητόν δια τους προφήτας”.
39 καὶ ἐξῆλθεν εἰς τὸν ἀγρὸν συλλέξαι ἀριὼθ καὶ εὗρεν ἄμπελον ἐν τῷ ἀγρῷ καὶ συνέλεξεν ἀπ᾿ αὐτῆς τολύπην ἀγρίαν πλῆρες τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἐνέβαλεν εἰς τὸν λέβητα τοῦ ἑψέματος, ὅτι οὐκ ἔγνωσαν.
Ενας δε από αυτούς εβγήκεν εις τα χωράφια, δια να μαζέψη χόρτα. Εις μίαν δε περιοχήν ευρήκεν άμπελον, από το έδαφος της οποίας εμάζεψεν άγρια κολοκύθια και εγέμισε το ιμάτιόν του. Εβαλε δε αυτά μέσα στον λέβητα, δια να βράσουν. Δεν εγνώριζεν όμως ότι αυτά είναι δηλητηριώδη.
40 καὶ ἐνέχει τοῖς ἀνδράσι φαγεῖν, καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ἐσθίειν αὐτοὺς ἐκ τοῦ ἑψέματος καὶ ἰδοὺ ἀνεβόησαν καὶ εἶπαν· θάνατος ἐν τῷ λέβητι, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ· καὶ οὐκ ἠδύναντο φαγεῖν.
Επειτα έδωσεν στους άνδρας να φάγουν. Ενώ δε εκείνοι έτρωγαν από το βραστόν αυτό φαγητόν, αίφνης εφώναξαν και είπαν· “άνθρωπε του Θεού, θάνατος υπάρχει στον λέβητα”. Και δεν ημπορούσαν ούτε και ήθελαν πλέον να φάγουν.
41 καὶ εἶπε· λάβετε ἄλευρον καὶ ἐμβάλετε εἰς τὸν λέβητα· καὶ εἶπεν Ἑλισαιὲ πρὸς Γιεζὶ τὸ παιδάριον· ἔγχει τῷ λαῷ καὶ ἐσθιέτωσαν· καὶ οὐκ ἐγενήθη ἐκεῖ ἔτι ρῆμα πονηρὸν ἐν τῷ λέβητι.
Είπε τότε ο Ελισαίος· “πάρτε αλεύρι και ρίξτε στον λέβητα”. Εις δε τον δούλον του τον Γιεζί είπε· “κένωσε τώρα στον λαόν από αυτό και ας φάγουν”. Εκείνοι έφαγον. Δεν υπήρξε δε τίποτε το επιβλαβές στο φαγητόν αυτό του λέβητος.
42 καὶ ἀνὴρ διῆλθεν ἐκ Βαιθσαρισὰ καὶ ἤνεγκε πρὸς τὸν ἄνθρωπον τοῦ Θεοῦ πρωτογεννημάτων εἴκοσιν ἄρτους κριθίνους καὶ παλάθας, καὶ εἶπε· δότε τῷ λαῷ καὶ ἐσθιέτωσαν.
Καποιος άνθρωπος ήλθεν από την Βαιθσαρισά και έφερεν στον άνθρωπον του Θεού είκοσι κρίθινα ψωμιά από τα πρωτογεννήματα των αγρών του, όπως επίσης και μερικές αρμάθες σύκα και είπε· “δώστε αυτά στον λαόν να φάγουν”.
43 καὶ εἶπεν ὁ λειτουργὸς αὐτοῦ· τί δῶ τοῦτο ἐνώπιον ἑκατὸν ἀνδρῶν; καὶ εἶπε· δὸς τῷ λαῷ καὶ ἐσθιέτωσαν, ὅτι τάδε λέγει Κύριος· φάγονται καὶ καταλείψουσι.
Ο υπηρέτης του απήντησε· “τι να πρωτοδώσω από αυτά εις εκατόν ανθρώπους;” Ο Ελισαίος είπε· “δώσε στον λαόν και ας φάγουν από αυτά, διότι αυτό λέγει ο Κυριος· Θα φάγουν, θα χορτάσουν και θα περισσεύσουν”.
44 καὶ ἔφαγον καὶ κατέλιπον κατὰ τὸ ρῆμα Κυρίου.
Πράγματι έφαγαν, εχόρτασαν και επερίσσευσαν, όπως είχεν είπει ο Κυριος.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα