ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 Καὶ Σαλωμὼν ἦν ἐξουσιάζων ἐν πᾶσι τοῖς βασιλείοις ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ γῆς ἀλλοφύλων καὶ ἕως ὁρίου Αἰγύπτου προσεγγίζοντες δῶρα καὶ δουλεύοντες τῷ Σαλωμὼν πάσας ἡμέρας ζωῆς αὐτοῦ. ΚΑΙ ἐχορήγουν οἱ καθεσταμένοι οὕτως τῷ βασιλεῖ Σαλωμὼν καὶ πάντα τὰ διαγγέλματα ἐπὶ τὴν τράπεζαν τοῦ βασιλέως, ἕκαστος μῆνα αὐτοῦ, οὐ παραλλάσσουσι λόγον·
Ο Σολομών εξουσίαζεν εις όλας τας βασιλείας εκείνας, αι οποίαι εξετείνοντο από τον ποταμόν Ευφράτην έως την χώραν των Φιλισταίων και έως εις τα σύνορα της Αιγύπτου. Οι βασιλείς αυτοί προσέφεραν δώρα στον Σολομώντα και ήσαν υποτελείς εις αυτόν όλας τας ημέρας της ζωής του. Οι δε προαναφερθέντες δώδεκα τοπάρχαι επρομήθευον στον βασιλέα Σολομώντα, σύμφωνα με τας εντολάς τας οποίας είχον λάβει, όλα όσα εχρειάζετο δια την βασιλικήν τράπεζαν. Καθε ενας από αυτούς δι' ένα μήνα ανελάμβανε την χορήγησιν, Ολοι δε αυτοί ετηρούσαν με ακρίβειαν την υποχρέωσίν των αυτήν.
2 καὶ τὰς κριθὰς καὶ τὸ ἄχυρον τοῖς ἵπποις καὶ τοῖς ἅρμασιν ᾖρον εἰς τὸν τόπον, οὗ ἂν ᾖ ὁ βασιλεύς, ἕκαστος κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ. καὶ ταῦτα τὰ δέοντα τῷ Σαλωμὼν ἐν ἡμέρᾳ μιᾷ· τριάκοντα κόροι σεμιδάλεως καὶ ἑξήκοντα κόροι ἀλεύρου κεκοπανισμένου.
Οι τοπάρχαι αυτοί εφρόντιζαν να προμηθεύουν κριθήν και άχυρα δι' όλους τους ίππους και δι' εκείνους, που ήσαν ζευγμένοι εις τα βασιλικά πολεμικά άρματα. Αυτήν δε την τροφοδοσίαν των ίππων έφεραν στον τόπον, όπου εκάστοτε ευρίσκετο ο βασιλεύς. Καθένας από τους τοπάρχας αυτούς έφερε το μερίδιόν του. Τα δε προς διατροφήν απαιτούμενα δια την βασιλικήν τράπεζαν του Σολομώντος ήσαν εκάστην ημέραν τα εξής· Τριάκοντα κόροι σημιγδάλι, εξήκοντα κόροι αλεύρου κοπανισμένου,
3 καὶ δέκα μόσχοι ἐκλεκτοὶ καὶ εἴκοσι βόες νομάδες καὶ ἑκατὸν πρόβατα ἐκτὸς ἐλάφων καὶ δορκάδων ἐκλεκτῶν, σιτευτά·
δέκα εκλεκτά μοσχάρια καλοθρεμμένα, είκοσι βόδια από εκείνα που βόσκουν εις τα λειβάδια, εκατόν πρόβατα, εκτός βέβαια από τα ελάφια και τα ζαρκάδια, τα οποία ήσαν εκλεκτά και καλοθρεμμένα.
4 ὅτι ἦν ἄρχων πέραν ποταμοῦ, καὶ ἦν αὐτῷ εἰρήνη ἐκ πάντων τῶν μερῶν κυκλόθεν.
Ο Σολομών ήτο μέγας βασιλεύς, διότι εκυριαρχούσεν εις χώρας και πέραν του Ευφράτου ποταμού. Και μολονότι τοιαύτην έκτασιν είχεν η βασιλεία του, επικρατούσε εις όλην την περιοχήν εντός και γύρω της αυτοκρατορίας του ειρήνη.
5 Καὶ ἔδωκε Κύριος φρόνησιν τῷ Σαλωμὼν καὶ σοφίαν πολλὴν σφόδρα καὶ χύμα καρδίας ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὴν θάλασσαν.
Ο Κυριος έδωκεν στον Σολομώντα σύνεσιν και σοφίαν πολλήν και μεγάλην ευρύτητα αντιλήψεως, όση είναι η άμμος, που ευρίσκεται πλησίον εις την θάλασσαν.
10 καὶ ἐπληθύνθη Σαλωμὼν σφόδρα ὑπὲρ τὴν φρόνησιν πάντων ἀρχαίων ἀνθρώπων καὶ ὑπὲρ πάντας φρονίμους Αἰγύπτου
Ο Σολομών απέκτησε πολύ μεγάλην σοφίαν και σύνεσιν, μεγαλυτέραν από την σοφίαν και σύνεσιν όλων των αρχαίων ανδρών και αυτών ακόμη των σοφών της Αιγύπτου.
11 καὶ ἐσοφίσατο ὑπὲρ πάντας τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἐσοφίσατο ὑπὲρ Γαιθὰν τὸν Ζαρείτην καὶ τὸν Αἰνὰν καὶ τὸν Χαλκὰλ καὶ Δαρδὰ υἱοὺς Μάλ.
Εγινε σοφώτερος από όλους τους ανθρώπους. Σοφώτερος από τον Γαιθάν τον Ζαρείτην, τον Αινάν, τον Χαλκάλ, τον Δαρδά, οι οποίοι ήσαν υιοί του Μαλ.
12 καὶ ἐλάλησε Σαλωμὼν τρισχιλίας παραβολάς, καὶ ἦσαν ᾠδαὶ αὐτοῦ πεντακισχίλιαι.
Ο Σολομών έγραψε τρεις χιλιάδες αποφθέγματα και παροιμίας και πέντε χιλιάδας ωδάς.
13 καὶ ἐλάλησεν ὑπὲρ τῶν ξύλων ἀπὸ τῆς κέδρου τῆς ἐν τῷ Λιβάνῳ καὶ ἕως τῆς ὑσσώπου τῆς ἐκπορευομένης διὰ τοῦ τοίχου καὶ ἐλάλησε περὶ τῶν κτηνῶν καὶ περὶ τῶν πετεινῶν καὶ περὶ τῶν ἑρπετῶν καὶ περὶ τῶν ἰχθύων.
Ωμίλησε δι' όλα τα δένδρα από τα μεγάλα κέδρα, που υπάρχουν στον Λιβανον, μέχρι του μικρού φυτού του υσσώπου, που φυτρώνει στους τοίχους. Ωμίλησε δια τα ζώα, δια τα πτηνά, δια τα ερπετά και δια τους ιχθύς.
14 καὶ παρεγίνοντο πάντες οἱ λαοὶ ἀκοῦσαι τῆς σοφίας Σαλωμὼν καὶ ἐλάμβανε δῶρα παρὰ πάντων τῶν βασιλέων τῆς γῆς, ὅσοι ἤκουον τῆς σοφίας αὐτοῦ.
Ολοι οι άνθρωποι προσήρχρντο να ακούσουν την σοφίαν του Σολομώντος. Ο δε Σολομών ελάμβανε δώρα από όλους τους βασιλείς της γης, όσοι ήρχοντο να ακούσουν την σοφίαν του.
14α Καὶ ἔλαβε Σαλωμὼν τὴν θυγατέρα Φαραὼ αὐτῷ εἰς γυναῖκα καὶ εἰσήγαγεν αὐτὴν εἰς τὴν πόλιν Δαυὶδ ἕως συντελέσαι αὐτὸν τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον ἑαυτοῦ καὶ τὸ τεῖχος Ἱερουσαλήμ.
Ο Σολομών επήρεν ως σύζυγόν του την θυγατέρα του Φαραώ της Αιγύπτου, την οποίαν και έφερεν εις την πόλιν Δαυίδ και την εγκατέστησεν εκεί, μέχρις ότου ετελείωσε την ανοικοδόμησιν του ναού του Κυρίου και του ιδικού του ανακτόρου και του τείχους, το οποίον περιέβαλλε την Ιερουσαλήμ.
14β τότε ἀνέβη Φαραὼ βασιλεὺς Αἰγύπτου καὶ προκατελάβετο τὴν Γαζὲρ καὶ ἐνεπύρισεν αὐτὴν καὶ τὸν Χανανίτην τὸν κατοικοῦντα ἐν Μεργάβ, καὶ ἔδωκεν αὐτὰς Φαραὼ ἀποστολὰς θυγατρὶ αὐτοῦ γυναικὶ Σαλωμών, καὶ Σαλωμὼν ᾠκοδόμησε τὴν Γαζέρ.
Τοτε δε ο Φαραώ ο βασιλεύς της Αιγύπτου εξεστράτευσε και κατέλαβε κατ' αρχάς την Γαζέρ, την οποίαν και επυρπόλησε. Κατόπιν υπέταξε τους Χαναναίους, οι οποίοι κατοικούσαν εις την Μεργάβ. Αυτάς δε τας χώρας έδωκεν ο Φαραώ ως προίκα εις την θυγατέρα του, την σύζυγον του Σολομώντος. Ο Σολομών ανοικοδόμησε τότε την πυρποληθείσαν Γαζέρ.
15 Καὶ ἀπέστειλε Χιρὰμ βασιλεὺς Τύρου τοὺς παῖδας αὐτοῦ χρῖσαι τὸν Σαλωμὼν ἀντὶ Δαυὶδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ὅτι ἀγαπῶν ἦν Χιρὰμ τὸν Δαυὶδ πάσας τὰς ἡμέρας.
Ο δε βασιλεύς της πόλεως Τυρου, ο Χιράμ, έστειλεν ανθρώπους, δια να συγχαρή τον Σολομώντα, ο οποίος ανεδείχθη βασιλεύς αντί του πατρός του, διότι ο Χιράμ ήτο φίλος του Δαυίδ όλας τας ημέρας της ζωής του.
16 καὶ ἀπέστειλε Σαλωμὼν πρὸς Χιρὰμ λέγων·
Ο Σολομών έστειλεν ανθρώπους και παρεκάλεσε τον Χιράμ λέγων·
17 σὺ οἶδας τὸν πατέρα μου Δαυὶδ ὅτι οὐκ ἠδύνατο οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ μου ἀπὸ προσώπου τῶν πολέμων τῶν κυκλωσάντων αὐτὸν ἕως τοῦ δοῦναι Κύριον αὐτοὺς ὑπὸ τὰ ἴχνη τῶν ποδῶν αὐτοῦ.
“συ γνωρίζεις ότι ο πατήρ μου ο Δαυίδ δεν ημπορούσε να ανοικοδομήση ναόν προς δόξαν και τιμήν του ονόματος του Κυρίου του Θεού μου εξ αιτίας των πολέμων, τους οποίους είχε διεξαγάγει ολόγυρα, μέχρις ότου ο Κυριος υπέταξεν υπό τους πόδας του Δαυίδ όλους αυτούς τους εχθρούς του.
18 καὶ νῦν ἀνέπαυσε Κύριος ὁ Θεός μου ἐμοὶ κυκλόθεν· οὐκ ἔστιν ἐπίβουλος καὶ οὐκ ἔστιν ἁμάρτημα πονηρόν.
Και τώρα Κυριος ο Θεός έδωσεν εις εμέ ειρήνην και ησυχίαν από τους γύρω μου εχθρούς. Κανείς πλέον εχθρός δεν υπάρχει, ούτε και υφίσταται κανένα θέμα επικίνδυνον και πονηρόν, ικανόν να διαταράξη την ειρήνην.
19 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ λέγω οἰκοδομῆσαι οἶκον τῷ ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ μου, καθὼς ἐλάλησε Κύριος ὁ Θεὸς πρὸς Δαυὶδ τὸν πατέρα μου, λέγων· ὁ υἱός σου, ὃν δώσω ἀντὶ σοῦ ἐπὶ τὸν θρόνον σου, οὗτος οἰκοδομήσει τὸν οἴκον τῷ ὀνόματί μου.
Και έτσι εγώ λέγω και επήρα την απόφασιν, να οικοδομήσω ναόν στο όνομα Κυρίου του Θεού μου, όπως είπε Κυριος ο Θεός προς τον πατέρα μου τον Δαυίδ λέγων· Ο υιός σου, τον οποίον εγώ προορίζω να σε διαδεχθή στον βασιλικόν σου θρόνον, αυτός θα οικοδομήση τον ναόν επ' ονόματί μου.
20 καὶ νῦν ἔντειλαι καὶ κοψάτωσάν μοι ξύλα ἐκ τοῦ Λιβάνου, καὶ ἰδοὺ οἱ δοῦλοί μου μετὰ τῶν δούλων σου· καὶ τὸν μισθὸν δουλείας σου δώσω σοι κατὰ πάντα, ὅσα ἂν εἴπῃς, ὅτι σὺ οἶδας ὅτι οὐκ ἔστιν ἡμῖν εἰδὼς ξύλα κόπτειν καθὼς οἱ Σιδώνιοι.
Και τώρα δώσε εντολήν να κόψουν δι' εμέ ξύλα από τα δένδρα του όρους Λιβάνου. Ιδού οι δούλοι μου είναι εις την διάθεσίν σου, δια να συνεργασθούν με τους ιδικούς σου δούλους. Εγώ δε θα δώσω ως μισθόν δια τους δούλους σου ο,τι συ μου ζητήσης. Ας αναλάβουν οι δούλοι σου το κόψιμο των δένδρων, διότι, όπως και συ γνωρίζεις, δεν υπάρχουν εις την περιοχήν μας ξυλοκόποι ικανοί, όπως είναι οι Σιδώνιοι”.
21 καὶ ἐγενήθη καθὼς ἤκουσε Χιρὰμ τῶν λόγων Σαλωμών, ἐχάρη σφόδρα καὶ εἶπεν· εὐλογητὸς ὁ Θεὸς σήμερον, ὃς ἔδωκε τῷ Δαυὶδ υἱὸν φρόνιμον ἐπὶ τὸν λαὸν τὸν πολὺν τοῦτον
Οταν ο Χιράμ ήκουσε τα λόγια αυτά του Σολομώντος εχάρη πάρα πολύ και είπε· “δοξασμένος ας είναι σήμερον ο Θεός, ο οποίος έδωσεν στον Δαυίδ υιόν τόσον συνετόν ως κυβερνήτην δια τον πολυάριθμον αυτόν λαόν του Ισραήλ”.
22 καὶ ἀπέστειλε πρὸς Σαλωμὼν λέγων· ἀκήκοα περὶ πάντων, ὧν ἀπέσταλκας πρός με· ἐγὼ ποιήσω πᾶν θέλημά σου, ξύλα κέδρινα καὶ πεύκινα·
Ο Χιράμ απήντησε προς τον Σολομώντα και του είπε· “ήκουσα με προσοχήν όλα εκείνα, τα οποία μου παρήγγειλες. Εγώ θα κάμω κάθε τι, που μου εζήτησες, δηλαδή να προμηθεύσω εις σε ξύλα από κέδρον και πεύκην.
23 οἱ δοῦλοί μου κατάξουσιν αὐτὰ ἐκ τοῦ Λιβάνου εἰς τὴν θάλασσαν, ἐγὼ θήσομαι αὐτὰ σχεδίας ἕως τοῦ τόπου, οὗ ἐὰν ἀποστείλῃς πρός με, καὶ ἐκτινάξω αὐτὰ ἐκεῖ, καὶ σὺ ἀρεῖς· καὶ ποιήσεις τὸ θέλημά μου, τοῦ δοῦναι ἄρτους τῷ οἴκῳ μου.
Οι δούλοι μου θα κόψουν και θα καταβιβάσουν αυτά από το όρος Λιβανον εις την θάλασσαν, θα τα τοποθετήσω επάνω εις σχεδίας και θα τα μεταφέρω δια θαλάσσης έως εις την παράλιον περιοχήν, την οποίαν συ θα μου ορίσης. Εκεί εγώ θα τα αποθέσω, και από εκεί εσύ θα τα πάρης. Συ δε θα εκπληρώσης και το ιδικόν μου θέλημα θα δώσης δηλαδή τρόφιμα στον οίκον μου”.
24 καὶ ἦν Χιρὰμ διδοὺς τῷ Σαλωμὼν κέδρους καὶ πεύκας καὶ πᾶν θέλημα αὐτοῦ.
Πράγματι ο Χιράμ εχορηγούσε στον Σολομώντα κέδρα και πεύκα και ο,τι άλλο εκείνος ήθελε.
25 καὶ Σαλωμὼν ἔδωκε τῷ Χιρὰμ εἴκοσι χιλιάδας κόρους πυροῦ καὶ μαχεὶρ τῷ οἴκῳ αὐτοῦ καὶ εἴκοσι χιλιάδας βαὶθ ἐλαίου κεκομμένου· κατὰ τοῦτο ἐδίδου Σαλωμὼν τῷ Χιρὰμ κατ᾿ ἐνιαυτόν.
Ο δε Σολομών έδιδε τακτικώς στον Χιράμ τέσσαρα και πλέον εκατομμύρια κιλά σίτου και τροφάς δια τον βασιλικόν του οίκον. Ακόμη δε τετρακοσίας είκοσι χιλιάδας και πλέον κιλά ελαίου από τα ελαιοπιεστήρια. Αυτό το ποσόν έδιδε κάθε έτος ο Σολομών στον Χιράμ.
26 καὶ Κύριος ἔδωκε σοφίαν τῷ Σαλωμών, καθὼς ἐλάλησεν αὐτῷ· καὶ ἦν εἰρήνη ἀνὰ μέσον Χιρὰμ καὶ ἀνὰ μέσον Σαλωμών, καὶ διέθεντο διαθήκην ἀνὰ μέσον αὐτῶν.
Ο Κυριος έδωσε σοφίαν στον Σολομώντα, όπως είχεν υποσχεθή εις αυτόν. Και επικρατούσε ειρήνη μεταξύ του Χιράμ και του Σολομώντος. Αυτοί συνήψαν συμφωνίαν μεταξύ των.
27 καὶ ἀνήνεγκεν ὁ βασιλεὺς φόρον ἐκ παντὸς Ἰσραήλ, καὶ ἦν ὁ φόρος τριάκοντα χιλιάδες ἀνδρῶν.
Ο βασιλεύς του Ισραηλιτικού λαού, ο Σολομών, ώρισεν ως αχθοφόρους από όλους τους Ισραηλίτας τριάντα χιλιάδες άνδρας.
28 καὶ ἀπέστειλεν αὐτοὺς εἰς τὸν Λίβανον, δέκα χιλιάδες ἐν τῷ μηνί, ἀλλασσόμενοι, μῆνα ἦσαν ἐν τῷ Λιβάνῳ καὶ δύο μῆνας ἐν οἴκῳ αὐτῶν· καὶ Ἀδωνιρὰμ ἐπὶ τοῦ φόρου.
Εστειλε δε αυτούς εις τα όρος Λιβανον, δια να εργάζωνται ανά δέκα χιλιάδες κατά μήνα. Αυτοί ενηλλάσσοντο, ώστε ένα μήνα ήσαν στον Λιβανον και δύο μήνας ευρίσκοντο εις τα σπίτια των. Επόπτης δε αυτών ήτο ο Αδωνιράμ.
29 καὶ ἦν τῷ Σαλωμὼν ἑβδομήκοντα χιλιάδες αἴροντες ἄρσιν καὶ ὀγδοήκοντα χιλιάδες λατόμων ἐν τῷ ὄρει,
Υπήρχον ακόμη εις την υπηρεσίαν του Σολομώντος εβδομήκοντα χιλιάδες αχθοφόροι και ογδοήκοντα χιλιάδες λατόμοι στο όρος.
30 χωρὶς τῶν ἀρχόντων τῶν καθεσταμένων ἐπὶ τῶν ἔργων τῷ Σαλωμών, τρεῖς χιλιάδες καὶ ἑξακόσιοι ἐπιστάται οἱ ποιοῦντες τὰ ἔργα.
Εις αυτούς δεν συμπεριελαμβάνοντο οι επόπται των έργων, τους οποίους είχε διορίσει ο Σολομών και των οποίων ο αριθμός ανήρχετο εις τρεις χιλιάδας εξακοσίους.
32 καὶ ἡτοίμασαν τοὺς λίθους καὶ τὰ ξύλα τρία ἔτη.
Αυτοί εργαζόμενοι επί τρία κατά συνέχειαν έτη ητοίμασαν όλους τους λίθους και τα ξύλα.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα