ελ
Παλαιά Διαθήκη
1 ΚΑΙ βασίλισσα Σαβὰ ἤκουσε τὸ ὄνομα Σαλωμὼν καὶ τὸ ὄνομα Κυρίου καὶ ἦλθε πειράσαι αὐτὸν ἐν αἰνίγμασι·
Η βασίλισσα της χώρας Σαβά ήκουσε την φήμην του ονόματος του Σολομώντος, όπως και τα περί του ονόματος του Κυρίου και ήλθε προς τον Σολομώντα, δια να τον γνωρίση προσωπικώς και να υποβάλη εις αυτόν μερικά αινιγματώδη ερωτήματα.
2 καὶ ἦλθεν εἰς Ἱερουσαλὴμ ἐν δυνάμει βαρείᾳ σφόδρα, καὶ κάμηλοι αἴρουσαι ἡδύσματα καὶ χρυσὸν πολὺν σφόδρα καὶ λίθον τίμιον, καὶ εἰσῆλθε πρὸς Σαλωμὼν καὶ ἐλάλησεν αὐτῷ πάντα ὅσα ἦν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς.
Ηλθεν εις την Ιερουσαλήμ με πολύ μεγάλην συνοδείαν, με καμήλους, αι οποίαι ήσαν φορτωμέναι με αρωματικά προϊόντα, με πολύν χρυσόν και με πολύτιμους λίθους. Παρουσιάσθη στον Σολομώντα και του είπεν όλα, όσα αινιγματώδη είχεν εις την διάνοιάν της.
3 καὶ ἀπήγγειλεν αὐτῇ Σαλωμὼν πάντας τοὺς λόγους αὐτῆς· οὐκ ἦν λόγος παρεωραμένος παρὰ τοῦ βασιλέως, ὃν οὐκ ἀπήγγειλεν αὐτῇ.
Ο Σολομών απήντησεν εις όλους τους αινιγματώδεις αυτής λόγους. Καμμία απορία και ερωτησίς της δεν έμεινε χωρίς απάντησιν εκ μέρους του βασιλέως Σολομώντος. Εις όλας εκείνος απήντησε.
4 καὶ εἶδε βασίλισσα Σαβὰ πᾶσαν τὴν φρόνησιν Σαλωμὼν καὶ τὸν οἶκον, ὃν ᾠκοδόμησε,
Η βασίλισσα της χώρας Σαβά εγνώρισε προσωπικώς πλέον όλην την σοφίαν του Σολομώντος. Είδε δε και τον οίκον, τον οποίον αυτός είχεν οικοδομήσει.
5 καὶ τὰ βρώματα Σαλωμὼν καὶ τὴν καθέδραν παίδων αὐτοῦ καὶ τὴν στάσιν λειτουργῶν αὐτοῦ καὶ τὸν ἱματισμὸν αὐτοῦ καὶ τοὺς οἰνοχόους αὐτοῦ, καὶ τὴν ὁλοκαύτωσιν αὐτοῦ, ἣν ἀνέφερεν ἐν οἴκῳ Κυρίου, καὶ ἐξ ἑαυτῆς ἐγένετο.
Είδε την ποικιλίαν των φαγητών του Σολομώντος, τας κατοικίας, όπου έμειναν οι δούλοι του, την συμπεριφοράν των υπηρετών του, τα ενδύματά του, τους οινοχόους του και τα ζώα, τα οποία καθημερινώς προσεφέροντο προς ολοκαύτωσιν στον Κυριον και εξεπλάγη πάρα πολύ.
6 καὶ εἶπε πρὸς τὸν βασιλέα Σαλωμών· ἀληθινὸς ὁ λόγος, ὃν ἤκουσα ἐν τῇ γῇ μου περὶ τοῦ λόγου σου καὶ περὶ τῆς φρονήσεώς σου,
Είπε δε αυτή προς τον βασιλέα Σολομώντα· “αληθινή ήτο η μεγάλη φήμη σου, την οποίαν εγώ ήκουσα εις την χώραν μου σχετικώς με το πρόσωπόν σου και ειδικώτερα σχετικώς με την σοφίαν σου.
7 καὶ οὐκ ἐπίστευσα τοῖς λαλοῦσί μοι, ἕως ὅτου παρεγενόμην καὶ ἑωράκασιν οἱ ὀφθαλμοί μου, καὶ ἰδοὺ οὐκ εἰσὶ τὸ ἥμισυ καθὼς ἀπήγγειλάν μοι· προστέθεικας ἀγαθὰ πρὸς αὐτὰ ἐπὶ πᾶσαν τὴν ἀκοήν, ἣν ἤκουσα ἐν τῇ γῇ μου·
Τοτε δεν επίστευσα εις αυτά, τα οποία μου έλεγαν οι άνθρωποι, μέχρις ότου ήλθα εδώ και είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Ιδού· εκείνα τα οποία μου είχαν είπει, δεν είναι ούτε τα μισά από όσα πράγματι υπάρχουν. Συ με την προσωπικήν μας γνωριμίαν μου προσέθεσες και με έκαμες να καταλάβω, ότι τα αγαθά τα ιδικά σου είναι πολύ ανώτερα, από όσα είχα ακούσει εις την χώραν μου.
8 μακάριαι αἱ γυναῖκές σου, μακάριοι οἱ παῖδές σου οὗτοι οἱ παρεστηκότες ἐνώπιόν σου διόλου, οἱ ἀκούοντες πᾶσαν τὴν φρόνησίν σου·
Ευτυχισμέναι είναι αι γυναίκες σου, ευτυχισμένοι οι δούλοι σου, οι οποίοι παρίστανται πάντοτε ενώπιόν σου και ακούουν καθημερινώς όλην την σοφίαν σου.
9 γένοιτο Κύριος ὁ Θεός σου εὐλογημένος, ὃς ἠθέλησεν ἐν σοὶ δοῦναί σε ἐπὶ θρόνον Ἰσραήλ· διὰ τὸ ἀγαπᾶν Κύριον τὸν Ἰσραὴλ στῆσαι εἰς τὸν αἰῶνα καὶ ἔθετό σε βασιλέα ἐπ᾿ αὐτοὺς τοῦ ποιεῖν κρίμα ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἐν κρίμασιν αὐτῶν.
Ευλογημένος ας είναι Κυριος ο Θεός σου, ο οποίος ευηρεστήθη εις σε και ευδόκησε να σε εγκαταστήση στον θρόνον βασιλέα του ισραηλιτικού λαού. Τούτο δε έγινε, διότι ο Θεός αγαπά τον ισραηλιτικόν λαόν και θέλει να στερεώση αυτόν στους αιώνας των αιώνων. Δια τούτο εγκατέστησε σε βασιλέα εις αυτούς, δια να αποδίδης εις αυτούς το δίκαιον, όταν αυτοί παρουσιάζονται να κριθούν σχετικώς με τας διαφοράς των”.
10 καὶ ἔδωκε τῷ Σαλωμὼν ἑκατὸν εἴκοσι τάλαντα χρυσίου καὶ ἡδύσματα πολλὰ σφόδρα καὶ λίθον τίμιον· οὐκ ἐληλύθει κατὰ τὰ ἡδύσματα ἐκεῖνα ἔτι εἰς πλῆθος, ἃ ἔδωκε βασίλισσα Σαβὰ τῷ βασιλεῖ Σαλωμών. (
Η βασίλισσα έδωσεν στον Σολομώντα εκατόν είκοσι τάλαντα χρυσίου, πολλά λίαν αρωματώδη είδη και πολυτίμους λίθους. Ουδέποτε δε άλλοτε δεν προσεφέρθησαν τόσα πολλά αρωματώδη προϊόντα εις άλλον βασιλέα, από όσα προσέφερεν η βασίλισσα της χώρας Σαβά στον βασιλέα Σολομώντα.
11 καὶ ἡ ναῦς Χιρὰμ ἡ αἴρουσα τὸ χρυσίον ἐκ Σουφὶρ ἤνεγκε ξύλα πελεκητὰ πολλὰ σφόδρα καὶ λίθον τίμιον·
(Το δε ναυτικόν το οποίον είχε δώσει ο Χιράμ στον Σολομώντα και το οποίον μετέφερεν από Σουφίρ χρυσίον, έφερεν επίσης στον Σολομώντα πάρα πολλά πολύτιμα ξύλα και πολυτίμους λίθους.
12 καὶ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς τὰ ξύλα τὰ πελεκητὰ ὑποστηρίγματα τοῦ οἴκου Κυρίου καὶ τοῦ οἴκου τοῦ βασιλέως καὶ νάβλας καὶ κινύρας τοῖς ᾠδοῖς· οὐκ ἐληλύθει τοιαῦτα ξύλα ἀπελέκητα ἐπὶ τῆς γῆς, οὐδὲ ὤφθησάν που ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης).
Και ο βασιλεύς Σολομών με τα πολύτιμα αυτά ξύλα κατεσκεύασε πελεκητά υποστηρίγματα δια τον ναόν του Κυρίου και δια το βασιλικόν ανάκτορον. Κατεσκεύασεν επίσης μουσικά όργανα, νάβλας και κινύρας δια τους μουσικούς, που έψαλλον στον ναόν. Τέτοια δε πολύτιμα ξύλα δεν είχαν βγη ποτέ από άλλα σημεία της γης, ούτε και είχαν παρουσιασθή πουθενά μέχρι της ημέρας εκείνης).
13 καὶ ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν ἔδωκε τῇ βασιλίσσῃ Σαβὰ πάντα, ὅσα ἠθέλησεν, ὅσα ᾐτήσατο, ἐκτὸς πάντων ὧν ἐδεδόκει αὐτῇ διὰ χειρὸς τοῦ βασιλέως Σαλωμών· καὶ ἀπεστράφη καὶ ἦλθεν εἰς τὴν γῆν αὐτῆς, αὐτὴ καὶ πάντες οἱ παῖδες αὐτῆς.
Ο βασιλεύς Σολομών έδωσεν εις την βασίλισσαν Σαβά όλα όσα εκείνη ηθέλησεν, όλα όσα του εζήτησεν, εκτός βέβαια εκείνων τα οποία αυτός οικειοθελώς έδωσε προς αυτήν. Η βασίλισσα επέστρεψε κατόπιν αυτών και ήλθεν εις την χώραν της, αυτή και όλοι οι συνοδεύοντες αυτήν δούλοι.
14 Καὶ ἦν ὁ σταθμὸς τοῦ χρυσίου τοῦ ἐληλυθότος τῷ Σαλωμὼν ἐν ἐνιαυτῷ ἑνὶ ἑξακόσια καὶ ἐξηκονταὲξ τάλαντα χρυσίου,
Ο δε χρυσός, ο οποίος κάθε έτος εισήρχετο στο ταμείον του Σολομώντος ήτο εξακόσια εξήκοντα εξ τάλαντα χρυσού.
15 χωρὶς τῶν φόρων τῶν ὑποτεταγμένων καὶ τῶν ἐμπόρων καὶ πάντων τῶν βασιλέων τοῦ πέραν καὶ τῶν σατραπῶν τῆς γῆς.
Εις αυτά δεν συμπεριελαμβάνοντο οι φόροι των υποτελών εις αυτόν, δηλαδή των εμπόρων και όλων των βασιλέων, των εκτός της χώρας, και των διοικητών διαφόρων περιοχών.
16 καὶ ἐποίησε Σαλωμὼν τριακόσια δόρατα χρυσᾶ ἐλατά. ~τριακόσιοι χρυσοῖ ἐπῆσαν ἐπὶ τὸ δόρυ τὸ ἓν~
Από τον χρυσόν αυτόν κατεσκεύασεν ο Σολομών τριακόσια δόρατα σφυρηλατημένα. Δια κάθε δε δόρυ εχρειάσθησαν τριακόσιοι χρυσοί σίκλοι.
17 καὶ τριακόσια ὅπλα χρυσᾶ ἐλατὰ ~καὶ τρεῖς μναῖ ἐνῆσαν χρυσοῦ εἰς τὸ ὅπλον τὸ ἓν~ καὶ ἔδωκεν αὐτὰ ὁ βασιλεὺς εἰς οἶκον δρυμοῦ τοῦ Λιβάνου.
Κατεσκεύασε τριακόσια όπλα από σφυρηλατημένον χρυσόν, δια κάθε όπλον απητήθησαν τρεις μναι χρυσού, και έδωκεν αυτά ο βασιλεύς, να φυλαχθούν στο οικοδόμημα, το οποίον ωνομάζετο δάσος του Λιβάνου.
18 καὶ ἐποίησεν ὁ βασιλεὺς θρόνον ἐλεφάντινον μέγαν καὶ περιεχρύσωσεν αὐτὸν χρυσίῳ δοκίμῳ·
Κατεσκεύασεν ακόμη ο βασιλεύς ένα μεγάλον θρόνον από ελεφαντοστούν, τον οποίον επεχρύσωσε με καθαρόν χρυσίον.
19 ἓξ ἀναβαθμοὶ ἐν θρόνῳ καὶ προτομαὶ μόσχων τῷ θρόνῳ ἐκ τῶν ὀπίσω αὐτοῦ καὶ χεῖρες ἔνθεν καὶ ἔνθεν ἐπὶ τοῦ τόπου τῆς καθέδρας, καὶ δύο λέοντες ἑστηκότες παρὰ τὰς χεῖρας,
Εις τον θρόνον αυτόν υπήρχον εξ σκαλοπάτια. Εις το όπισθεν μέρος του θρόνου υπήρχον προτομαί κεφαλών μόσχων, εκατέρωθεν δε του καθίσματος του θρόνου βραχίονες, δια να στηρίζονται τα χέρια. Υπήρχον δε ακόμη και δύο αγάλματα ορθίων λεόντων πλησίον των βραχιόνων αυτών.
20 καὶ δώδεκα λέοντες ἑστῶτες ἐκεῖ ἐπὶ τῶν ἓξ ἀναβαθμῶν ἔνθεν καὶ ἔνθεν· οὐ γέγονεν οὕτως πάσῃ βασιλείᾳ.
Εις δε τα εκατέρωθεν άκρα των εξ βαθμίδων υπήρχον δώδεκα άλλοι λέοντες. Τέτοιος θρόνος δεν υπήρξεν εις κανένα άλλο βασίλειον.
21 καὶ πάντα τὰ σκεύη τὰ ὑπὸ τοῦ Σαλωμὼν γεγονότα χρυσᾶ καὶ λουτῆρες χρυσοῖ, καὶ πάντα τὰ σκεύη οἴκου δρυμοῦ τοῦ Λιβάνου χρυσίῳ συγκεκλεισμένα, οὐκ ἦν ἀργύριον, ὅτι οὐκ ἦν λογιζόμενον ἐν ταῖς ἡμέραις Σαλωμών·
Επί πλέον δε όλα τα οικιακά σκεύη του Σολομώντος ήσαν χρυσά και οι λουτήρες ακόμη ήσαν χρυσοί. Ολα τα σκεύη του οικοδομήματος, που ελέγετο “δάσος Λιβάνου”, είχαν κατασκευασθή από εξαίρετον χρυσόν. Αργυρος δεν υπήρχε, διότι κατά τας ημέρας του Σολομώντος δεν ελαμβάνετο καθόλου υπ' όψει.
22 ὅτι ναῦς Θαρσὶς τῷ βασιλεῖ Σαλωμὼν ἐν τῇ θαλάσσῃ μετὰ τῶν νηῶν Χιράμ, μία διὰ τριῶν ἐτῶν ἤρχετο τῷ βασιλεῖ ναῦς ἐκ θαρσὶς χρυσίου καὶ ἀργυρίου καὶ λίθων τορευτῶν καὶ πελεκητῶν.
Το ναυτικόν του Σολομώντος μαζή με το ναυτικόν του Χιράμ μετέβαινε δια της Μεσογείου Θαλάσσης εις Θαρσίς. Καθε δε τρία έτη το ναυτικόν του Σολομώντος επέστρεφεν από την Θαρσίς με χρυσίον, με άργυρον, με πολυτίμους λίθους και με πολύτιμα ξύλα.
22α Αὕτη ἦν ἡ πραγματεία τῆς προνομῆς, ἧς ἀνήνεγκεν ὁ βασιλεὺς Σαλωμὼν οἰκοδομῆσαι τὸν οἶκον Κυρίου καὶ τὸν οἶκον τοῦ βασιλέως καὶ τὸ τεῖχος Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴν ἄκραν, τοῦ περιφράξαι τὸν φραγμὸν τῆς πόλεως Δαυὶδ καὶ τὴν Ἀσσοὺρ καὶ τὴν Μαγδὰλ καὶ τὴν Γαζὲρ καὶ τὴν Βαιθωρὼν τὴν ἀνωτέρω καὶ τὴν Ἰεθαρμὰθ καὶ πάσας τὰς πόλεις τῶν ἁρμάτων καὶ πάσας τὰς πόλεις τῶν ἱππέων καὶ τὴν πραγματείαν Σαλωμών, ἣν ἐπραγματεύσατο οἰκοδομῆσαι ἐν Ἱερουσαλὴμ καὶ ἐν πάσῃ τῇ γῇ, τοῦ μὴ κατάρξαι αὐτοῦ.
Αυτή δε ήτο η μεριμνά και η προσεκτική συγκέντρωσις και επιλογή ανθρώπων και πραγμάτων, την οποίαν έκαμεν ο βασιλεύς Σολομών, δια την ανοικοδόμησιν του ναού του Κυρίου, του ιδικού του ανακτόρου, του τείχους της Ιερουσαλήμ, του φρουρίου, δια την ειδικήν περίφραξιν του τμήματος εκείνου της Ιερουσαλήμ, που ελέγετο “πόλις Δαυίδ”, δια το κτίσιμον και την οχύρωσιν της Ασσούρ, της Μαγδάλ, της Γαζέρ, της άνω Βαιθωρών, της Ιεθερμάθ και όλων των πόλεων, όπως επίσης των πολεμικών αρμάτων και των πόλεων, που έμεναν οι ιππείς. Αυτό ήτο το έργον, το οποίον επραγματοποίησεν ο Σολομών δια την ανοικοδόμησιν και οχύρωσιν της Ιερουσαλήμ και των άλλων πόλεων της υπαίθρου, ώστε να μη επέλθη και τας κυριεύση οιοσδήποτε εχθρός.
22β πάντα τὸν λαὸν τὸν ὑπολελειμμένον ὑπὸ τοῦ Χετταίου καὶ τοῦ Ἀμορραίου καὶ τοῦ Φερεζαίου καὶ τοῦ Χαναναίου καὶ τοῦ Εὐαίου καὶ τοῦ Ἰεβουσαίου καὶ τοῦ Γεργεσαίου, τῶν μὴ ἐκ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ὄντων, τὰ τέκνα αὐτῶν τὰ ὑπολελειμμένα μετ᾿ αὐτοῦ ἐν τῇ γῇ, οὓς οὐκ ἐδύναντο οἱ υἱοὶ Ἰσραὴλ ἐξολοθρεῦσαι αὐτούς, καὶ ἀνήγαγεν αὐτοὺς Σαλωμὼν εἰς φόρον ἕως τῆς ἡμέρας ταύτης.
Ολους τους κατοίκους της Χαναάν, οι οποίοι δεν ανήκον εις την φυλήν του Ισραήλ, δηλαδή τους Χετταίους, τους Αμορραίους, τους Φερεζαίους, Χαναναίους, Ευαίους, Ιεβουσαίους, Γεργεσαίους και οι οποίοι είχον εναπομείνει μετά την κατά κτήσιν της Παλαιστίνης από τους Ισραηλίτας και εζούσαν με τους Ισραηλίτας,
22γ καὶ ἐκ τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ οὐκ ἔδωκε Σαλωμὼν πρᾶγμα, ὅτι αὐτοὶ ἦσαν ἄνδρες οἱ πολεμισταὶ καὶ παῖδες αὐτοῦ καὶ ἄρχοντες καὶ τρισσοὶ αὐτοῦ καὶ ἄρχοντες τῶν ἁρμάτων αὐτοῦ καὶ ἱππεῖς αὐτοῦ.
αυτούς, τους οποίους οι Ισραηλίται δε ημπόρεσαν να εξολοθρεύσουν, τους υποχρέωσεν ο Σολομών εις μεταφοράς και αγγαρείας μέχρι της ημέρας αυτής.
23 Καὶ ἐμεγαλύνθη Σαλωμὼν ὑπὲρ πάντας τοὺς βασιλεῖς τῆς γῆς πλούτῳ καὶ φρονήσει.
Τους Ισραηλίτας όμως ο Σολομών δεν υπεχρέωσεν στοιαύτας μεταφοράς και αγγαρείας, διότι αυτοί ήσαν στρατιώται ασχολούμενοι με τους πολέμους. Ησαν αυλικοί του, άρχοντες, ανώτεροι αξιωματικοί και αρχηγοί των αρμάτων του και ιππείς αυτού.
24 καὶ πάντες βασιλεῖς τῆς γῆς ἐζήτουν τὸ πρόσωπον Σαλωμὼν τοῦ ἀκοῦσαι τῆς φρονήσεως αὐτοῦ, ἧς ἔδωκε Κύριος τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ.
Με αυτά δε τα έργα του, μάλιστα δέ με τον πλούτον και την σοφίαν, εδοξάσθη ο Σολομών περισσότερον από όλους τους βασιλείς της γης.
25 καὶ αὐτοὶ ἔφερον ἕκαστος τὰ δῶρα, σκεύη χρυσᾶ καὶ ἱματισμόν, στακτὴν καὶ ἡδύσματα καὶ ἵππους καὶ ἡμιόνους τὸ κατ᾿ ἐνιαυτὸν ἐνιαυτῷ.
Ολοι δε οι βασιλείς της γης εζητούσαν να ίδουν τον Σολομώντα και να ακούσουν την σοφίαν, την οποίαν ο Κυριος είχε δώσει εις την διάνοιαν αυτού.
26 καὶ ἦσαν τῷ Σαλωμὼν τέσσαρες χιλιάδες θήλειαι ἵπποι εἰς ἅρματα καὶ δώδεκα χιλιάδες ἱππέων, καὶ ἔθετο αὐτὰς ἐν ταῖς πόλεσι τῶν ἁρμάτων καὶ μετὰ τοῦ βασιλέως ἐν Ἱερουσαλήμ.
Προσέφεραν δε ο καθένας από αυτούς κάθε έτος διάφορα δώρα, σκεύη χρυσά, ιματισμόν, στακτήν και άλλα αρώματα, όπως επίσης ίππους και ημιόνους.
26α καὶ ἦν ἡγούμενος πάντων τῶν βασιλέων ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ καὶ ἕως γῆς ἀλλοφύλων καὶ ἕως ὁρίων Αἰγύπτου.
Ο Σολομών είχε τέσσαρας χιλιάδας φορβαδας δια τα πολεμικά του άρματα και δώδεκα χιλιάδας ιππείς. Είχε δε κατανείμει τας φορβάδας αυτάς εις τας πόλεις, όπου υπήρχον τα πολεμικά άρματα εκτός εκείνων, τας οποίας είχεν εις την Ιερουσαλήμ.
27 καὶ ἔδωκεν ὁ βασιλεὺς τὸ χρυσίον καὶ τὸ ἀργύριον ἐν Ἱερουσαλὴμ ὡς λίθους, καὶ τὰς κέδρους ἔδωκεν ὡς συκαμίνους τὰς ἐν τῇ πεδινῇ εἰς πλῆθος,
Ο βασιλεύς Σολομών διέθεσε τον χρυσόν και τον άργυρον εις την Ιερουσαλήμ εις τόσην αφθονίαν, ως εάν ήσαν λίθοι. Κατώρθωσεν επίσης, ώστε τα ξύλα εκ της κέδρου να είναι τόσον άφθονα, όπως αι συκάμινοι εις την πεδιάδα των Φιλισταίων.
28 καὶ ἡ ἔξοδος Σαλωμὼν τῶν ἱππέων καὶ ἐξ Αἰγύπτου καὶ ἐκ Θεκουέ, ἔμποροι τοῦ βασιλέως ἐλάμβανον ἐκ Θεκουὲ ἐν ἀλλάγματι·
Εστελλε δε και αγόραζεν εις την Θεκουέ της Παλαιστίνης δια τους ιππείς του ίππους προερχομένους από την Αίγυπτον, τους οποίους έφερον εκεί οι έμποροι του βασιλέως. Τους ηγόραζε δέ με ανταλλάγματα.
29 καὶ ἀνέβαινεν ἡ ἔξοδος ἐξ Αἰγύπτου, ἅρμα ἀντὶ ἑκατὸν ἀργυρίου καὶ ἵππος ἀντὶ πεντήκοντα ἀργυρίου· καὶ οὕτως πᾶσι τοῖς βασιλεῦσι Χεττιΐν καὶ βασιλεῦσι Συρίας κατὰ θάλασσαν ἐξεπορεύοντο.
Καθε πολεμικόν άρμα, που έβγαινε από την Αίγυπτον, ηγοράζετο εις την Θεκουέ αντί εκατόν αργυρών σίκλων. Καθε δε ίππος αντί πεντήκοντα αργυρών σίκλων. Αυτοί δε οι έμποροι μετέβαινον κατόπιν και μετεπώλουν τα άρματα και τους ίππους, που τους επερίσσευαν, στους Χετταίους βασιλείς και στους βασιλείς της Συρίας και στους κατοικούντας τα παράλια της Μεσογείου Θαλάσσης.
Ερμηνεία Ἰ. Κολιτσάρα